Ένα μείζον καλλιτεχνικό και πολιτιστικό γεγονός για τη χώρα μας έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου, όταν το Ξενοκράτειο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσολογγίου υποδέχτηκε τον εμβληματικό πίνακα του Ευγένιου Ντελακρουά «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» (La Grèce sur les ruines de Missolonghi), με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Ο πίνακας παραχωρήθηκε από το Μουσείο Καλών Τεχνών του Μπορντώ και θα παραμείνει στο Ξενοκράτειο έως τον Νοέμβριο 2026. Πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο, του οποίου η αξία δεν περιορίζεται στο εικαστικό πεδίο, αλλά αποτελεί και σύμβολο του αγώνα της Ελλάδας και έργο που συνέβαλε στην αφύπνιση του φιλελληνικού αισθήματος στην Ευρώπη και την παροχή βοήθειας στην Ελληνική Επανάσταση.
Ο Ντελακρουά, ο οποίος είχε ήδη δημιουργήσει πίνακα με θέμα τη σφαγή της Χίου το 1824, ζωντανεύοντας για το ευρωπαϊκό κοινό τη σκληρότητα των Οθωμανών και τον τρόμο που σκόρπισαν στο νησί για αντίποινα, έπαιξε μείζονα ρόλο στη διάδοση του φιλελληνισμού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η συμπάθεια που αναπτύχθηκε υπέρ του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία και τη σύσταση ενός χριστιανικού και δημοκρατικού κράτους οδήγησε αφ’ ενός στη συγκέντρωση πόρων απαραίτητων για τις πολεμικές επιχειρήσεις αφ’ ετέρου στη μεταστροφή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής και την υποστήριξη της απαλλαγής από την οθωμανική κυριαρχία.

«Η επιλογή του Μεσολογγίου από τον Ντελακρουά δεν υπήρξε τυχαία. Η τρίτη Πολιορκία και η Έξοδος του 1826 συγκλόνισαν την Ευρώπη και προσέδωσαν στην πόλη μια μοναδική θέση στη συλλογική μνήμη των φιλελλήνων. Οι μήνες της πείνας, η αντίσταση μέχρις εσχάτων και η συνειδητή απόφαση των κατοίκων να μην παραδοθούν, αλλά να πραγματοποιήσουν μια καταδικασμένη, αλλά ταυτόχρονα λυτρωτική και πνευματικά απελευθερωτική έξοδο προς το θάνατο και συγχρόνως προς την αθανασία, μετέτρεψαν το Μεσολόγγι σε σύμβολο ηθικού μεγαλείου και αυτοθυσίας», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε με αφορμή την άφιξη του πίνακα.
Αργότερα, το Μεσολόγγι ονομάστηκε Ιερά Πόλη. Αυτή η ονομασία, σημείωσε η υπουργός, «δεν ήταν απλώς τιμητική. Αποτύπωνε την εδραιωμένη αντίληψη ότι εκεί συντελέστηκε μια πράξη απόλυτης υπέρβασης, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αναμετρήθηκε και στάθηκε ισότιμη με την Ιστορία. Αυτήν ακριβώς τη βαθύτερη ηθική διάσταση συλλαμβάνει ο Ντελακρουά. Το έργο του δεν αφηγείται μόνον γεγονότα, αλλά αποτυπώνει και αναδεικνύει τη βαθύτερη πνευματική ουσία και το πολιτισμικό υπόβαθρο του Αγώνα».
Η παρουσία του έργου στο Ξενοκράτειο προσφέρει στο ελληνικό κοινό την ευκαιρία να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τη δύναμη της σύνθεσης του Ευγένιου Ντελακρουά. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1830, ο ίδιος ζωγράφισε τη μορφή της Ελευθερίας, με τη σημαία της Δημοκρατικής Γαλλίας στο χέρι, να οδηγεί τον λαό στην κατάκτηση της δικής του ελευθερίας, σε μια σύνθεση γεμάτη δυναμισμό και κίνηση. Οι δύο επαναστάσεις είναι άλλωστε στενά συνυφασμένες, καθώς ο απελευθερωτικός άνεμος της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, που διαδόθηκε τα κατοπινά χρόνια στην Ευρώπη, ενέπνευσε ανθρώπους όπως ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής να προωθήσουν την ιδέα της απελευθέρωσης και των Ελλήνων.
Το Μεσολόγγι συνδέεται και με έναν ακόμη εξέχοντα φιλέλληνα, τον Άγγλο Ρομαντικό ποιητή Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος απεβίωσε εκεί σε ηλικία 36 ετών, υποκύπτοντας σε υψηλό πυρετό που ανέπτυξε. Ο Βύρων υποστήριξε και έμπρακτα και οικονομικά την εξέγερση των Ελλήνων και θεωρείται από τους σημαντικότερους ευεργέτες της Επανάστασης. Στην Ελλάδα έφθασε το 1823, περνώντας από την Κεφαλλονιά. Όταν εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, ήρθε σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, και σχημάτισε ιδιωτικό στρατό από σαράντα Σουλιώτες.
Στο έργο του Ντελακρουά, η μορφή που συμβολίζει την Ελλάδα είναι μία κραταιά γυναικεία μορφή, η οποία στέκεται ευθυτενής πάνω από τα ερείπια. Με το λευκό της δέρμα, ρούχο και σκουφί ξεχωρίζει από το ζοφερό φόντο, όπου μετά βίας διαφαίνεται ένας σαρικοφόρος πολεμιστής του οθωμανικού στρατού, ντυμένος στα κόκκινα και μαύρα. Τα χέρια της γυναίκας είναι ανοικτά, το ίδιο και η πουκαμίσα της στο στήθος — είναι ευάλωτη, είναι άοπλη, δείχνει την καταστροφή, μας προσκαλεί να κοιτάξουμε. Μας προσκαλεί, δεν μας παρακαλεί. Το βλέμμα και η στάση της δεν προδίδουν αδυναμία, το αντίθετο. Αποπνέουν δύναμη, αποφασιστικότητα και βεβαιότητα. Η λιτή χρωματική παλέτα και οι μεγάλες αντιθέσεις φωτός και σκιάς επιτείνουν την ένταση που κρύβεται κάτω από την εξωτερική ακινησία της σκηνής.
«Ο πίνακας […] αποτελεί αυθεντική εικαστική μαρτυρία ενός ανθρώπου που, χωρίς να έχει έρθει ποτέ στο Μεσολόγγι, κατάφερε να αποδώσει τη βαθύτερη αλήθειά του και να συλλάβει την ψυχή του με έναν μοναδικό τρόπο», δήλωσε η Ολυμπία Βικάτου, διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, η οποία είχε την ιδέα για τον προσωρινό δανεισμό του έργου. «Στην επετειακή χρονιά των 200 χρόνων, η έλευση του πίνακα, για πρώτη φορά στο Μεσολόγγι, στον τόπο που του έδωσε πνοή, είναι μια υπέρτατη στιγμή. Η παρουσία του αποκτά σχεδόν τελετουργική διάσταση, καθώς έρχεται ως προσκεκλημένο της ίδιας της ιστορίας. Μάρτυρας, σύμβολο και υπενθύμιση ότι η θυσία των αγωνιστών δεν έσβησε ποτέ από τον παγκόσμιο χάρτη της μνήμης και της ιστορίας», συμπλήρωσε η κα Βικάτου.
Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ








