Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε ενώπιον της Επιτροπής Τραπεζικών Υποθέσεων της Γερουσίας, την Πέμπτη, ότι οι Ιρανοί ηγέτες μεταφέρουν χρήματα εκτός της χώρας «σαν τρελοί». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στην επιτροπή, οι «αρουραίοι εγκαταλείπουν το πλοίο», κάτι που, κατά τον ίδιο, αποτελεί καλό σημάδι ότι αντιλαμβάνονται πως το τέλος μπορεί να πλησιάζει.
Σύμφωνα με τον Μπέσσεντ, η παρακολούθηση των ιρανικών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών από το υπουργείο Οικονομικών εντάσσεται στη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για την άσκηση πίεσης στο Ισλαμικό Καθεστώς του Ιράν υπό τον Αλί Χαμενεΐ, το οποίο χαρακτήρισε ως τον κορυφαίο κρατικό χρηματοδότη της τρομοκρατίας παγκοσμίως.
Η έλλειψη δολαρίων και η κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος έχουν οδηγήσει σε πτωχεύσεις τραπεζών και έχουν πυροδοτήσει εκτόξευση του πληθωρισμού σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Η εκτεταμένη οικονομική δυσχέρεια και η κατάρρευση του νομίσματος στο Ιράν προκάλεσαν μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, οι οποίες ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2025.
Ο Χαμενεΐ, ηλικίας 86 ετών, κατέστειλε τις διαδηλώσεις που εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα τον προηγούμενο μήνα, εξαπολύοντας τις δυνάμεις της Επαναστατικής Φρουράς εναντίον του πληθυσμού, σε μια αιματηρή καταστολή που, σύμφωνα με το Global Conflict Tracker του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον 6.400 διαδηλωτών. Άλλες 11.000 αναφορές θανάτων βρίσκονται υπό διερεύνηση. Οι Ιρανοί αποκόπηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν, αφού η κυβέρνηση διέκοψε την πρόσβαση στο διαδίκτυο και άρχισε να συλλαμβάνει δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές.

Τον Ιανουάριο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποίησε την ηγεσία του Ιράν να μην στραφεί εναντίον του ίδιου του λαού της και απείλησε με στρατιωτική επέμβαση, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε άμεσο σχεδιασμό επίθεσης.
Παράλληλα, κάλεσε τους Ιρανούς να συνεχίσουν τις διαδηλώσεις. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, στις 13 Ιανουαρίου, ανέφερε απευθυνόμενος στους «Ιρανούς πατριώτες» ότι θα πρέπει να συνεχίσουν να διαδηλώνουν και να αναλάβουν τον έλεγχο των θεσμών τους, να διατηρήσουν τα ονόματα των δολοφόνων και των κακοποιητών, καθώς, όπως τόνισε, θα πληρώσουν βαρύ τίμημα. Πρόσθεσε ότι ακύρωσε όλες τις συναντήσεις με Ιρανούς αξιωματούχους μέχρι να σταματήσει η παράλογη δολοφονία διαδηλωτών, διαβεβαιώνοντας ότι η βοήθεια βρίσκεται καθ’ οδόν, κλείνοντας το μήνυμά του με το σύνθημα «MIGA» («Make Iran Great Again»).
Έκτοτε, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή και γύρω από αυτήν. Το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln και τρία αντιτορπιλικά έφτασαν στην περιοχή υπό τη διοίκηση της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, ενώ στην περιοχή στάλθηκε και το USS Delbert D. Black.
Στις 28 Ιανουαρίου, ο Τραμπ προειδοποίησε το Ιράν ότι, εάν οι αξιωματούχοι του δεν προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για μια συμφωνία χωρίς πυρηνικά όπλα, η χώρα ενδέχεται να αντιμετωπίσει νέα αμερικανική επίθεση. Σε νέα ανάρτησή του στην Truth Social, ανέφερε ότι είχε προειδοποιήσει το Ιράν και στο παρελθόν να συνάψει συμφωνία, επισημαίνοντας ότι η άρνησή του οδήγησε στην «Επιχείρηση Midnight Hammer», την οποία χαρακτήρισε ως εκτεταμένη καταστροφή του Ιράν, προειδοποιώντας ότι μια επόμενη επίθεση θα ήταν πολύ χειρότερη και καλώντας την ιρανική ηγεσία να μην επιτρέψει να επαναληφθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αναμένεται να συναντηθούν στις 6 Φεβρουαρίου στο Ομάν, καθώς οι εντάσεις στην περιοχή συνεχίζουν να κλιμακώνονται.








