Οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Συρία ολοκλήρωσαν, στις 11 Φεβρουαρίου, μείωση της παρουσίας τους από ένα καίριο στρατιωτικό φυλάκιο στη χώρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένης αναδιάταξης και συγκέντρωσης δυνάμεων.
Σε ανακοίνωση της 12ης Φεβρουαρίου, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) —που είναι αρμόδια για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και σε όλη τη Μέση Ανατολή— γνωστοποίησε ότι, την προηγούμενη ημέρα, ολοκλήρωσε «την τακτική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Φρουρά Αλ Τανφ στη Συρία». Η CENTCOM ανέφερε ότι η αποχώρηση από την Αλ Τανφ αποτέλεσε μέρος «μιας σκόπιμης και βασισμένης στις συνθήκες μετάβασης» για την Συνδυασμένη Κοινή Δύναμη Κρούσης — «Επιχείρηση Inherent Resolve», δηλαδή την αμερικανική στρατιωτική αποστολή με στόχο την ήττα του ISIS.
Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, δήλωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν έτοιμες να ανταποκριθούν σε οποιεσδήποτε απειλές του ISIS που ενδέχεται να προκύψουν στην περιοχή, καθώς στηρίζουν προσπάθειες υπό την ηγεσία εταίρων για να αποτραπεί η αναβίωση του τρομοκρατικού δικτύου. Πρόσθεσε ότι η διατήρηση της πίεσης στον ISIS είναι απαραίτητη για την προστασία της αμερικανικής επικράτειας και την ενίσχυση της περιφερειακής ασφάλειας.
Τον Απρίλιο του 2025, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε τα σχέδιά του να συγκεντρώσει και να αναδιατάξει το αποτύπωμα των δυνάμεών του στη Συρία, επικαλούμενο επιτυχίες στην προσπάθεια κατά του ISIS.
Το προηγούμενο έτος, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενίσχυσε τη συνεργασία της με τις νέες κυβερνητικές αρχές της Συρίας στη Δαμασκό, οι οποίες ανέλαβαν την εξουσία τον Δεκέμβριο του 2024, αφού εκδίωξαν τον τότε Σύρο ηγέτη Μπασάρ Αλ Άσαντ.
Από το 2011 έως την πτώση του, ο Άσαντ πολεμούσε για να διατηρήσει την εξουσία απέναντι σε ποικίλες αντάρτικες παρατάξεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτάχθηκαν στον Άσαντ, ωστόσο η αμερικανική στρατιωτική αποστολή στη Συρία, επισήμως, επικεντρωνόταν στην ήττα του ISIS και όχι στην εμπλοκή στον συριακό εμφύλιο πόλεμο.
Ο Άχμαντ Αλ Σαρά υπηρετεί σήμερα ως μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας, αφού οι δυνάμεις του —γνωστές ως Hayat Tahrir al-Sham (HTS)— εκδίωξαν τον Άσαντ από την εξουσία. Η HTS ξεκίνησε ως συριακό παρακλάδι της Αλ Κάιντα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρούσε την HTS ξένη τρομοκρατική οργάνωση, αλλά ήρε τον χαρακτηρισμό τον Ιούλιο, στο πλαίσιο προσπαθειών συνεργασίας με τη νέα κυβέρνηση του Αλ Σαρά.
Ο ISIS ανέλαβε την ευθύνη για ενέδρα, κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο Αμερικανοί στρατιώτες και ένας Αμερικανός πολίτης, διερμηνέας, στις 13 Δεκεμβρίου 2025. Το υπουργείο Εσωτερικών της Συρίας έχει δηλώσει ότι ο ένοπλος ήταν μέλος των συριακών δυνάμεων ασφαλείας. Μετά την ενέδρα της 13ης Δεκεμβρίου 2025, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνηση του Αλ Σαρά δεν φέρει ευθύνη για την επίθεση.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τραμπ εργάστηκε για να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των εντάσεων ανάμεσα στη μεταβατική συριακή κυβέρνηση και τις κυρίως κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με τις οποίες οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν στενή συνεργασία επί χρόνια στις επιχειρήσεις κατά του ISIS.
Τον προηγούμενο μήνα, οι αμερικανικές δυνάμεις άρχισαν να μεταφέρουν στο Ιράκ υπόπτους του ISIS και τις οικογένειές τους από κέντρα κράτησης στη Συρία, τα οποία είχαν εξελιχθεί σε πεδίο ένοπλων συμπλοκών μεταξύ της SDF και των δυνάμεων της κυβέρνησης του Αλ Σαρά. Στις 30 Ιανουαρίου, η SDF και η κυβέρνηση του Αλ Σαρά ανακοίνωσαν εκεχειρία και σχέδιο για τη διασφάλιση των κουρδικών συμφερόντων και την ενσωμάτωση της SDF στον συριακό στρατό.
Ο Global Coalition to Defeat ISIS (Παγκόσμιος Συνασπισμός για την Ήττα του ISIS) ανέφερε, στις 9 Φεβρουαρίου, ότι η νέα συριακή κυβέρνηση του Αλ Σαρά έγινε το 90ό συμμετέχον μέλος του συνασπισμού.
Σε ανάρτηση στις 10 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα X, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, δήλωσε ότι η κίνηση της Δαμασκού να ενταχθεί σε αυτή τη διεθνή προσπάθεια κατά του ISIS «σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο στη συλλογική ασφάλεια».








