ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ — Σύμφωνα με τη νέα σύσταση των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), τα νεογέννητα των οποίων οι μητέρες έχουν αρνητικό τεστ για ηπατίτιδα Β, δεν είναι απαραίτητο να λάβουν το πρώτο εμβόλιο αμέσως μετά τη γέννηση.
Οι γονείς εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να συμβουλευτούν τον γιατρό τους για τη χορήγηση της δόσης, αλλά εφόσον επιλέξουν να την καθυστερήσουν, τα CDC προτείνουν να περιμένουν τουλάχιστον έως ότου το παιδί συμπληρώσει τους δύο μήνες για να ξεκινήσουν τις δόσεις του εμβολίου.
Η αλλαγή οφείλεται κυρίως στην αποτελεσματικότητα του προγεννητικού ελέγχου για τον ιό, ο οποίος εντοπίζει σχεδόν όλα τα περιστατικά κατά την εγκυμοσύνη, σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο του υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών, φορέα των CDC.
Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται μέσω επαφής με μολυσμένα σωματικά υγρά, ενώ η σύσταση για έλεγχο των εγκύων εφαρμόζεται από το 1988. Περίπου το 85% των γυναικών στις ΗΠΑ υποβάλλονται σε εξέταση ηπατίτιδας Β κατά την κύηση. Το 2021, καταγράφηκαν 7.827 νεογνά από μητέρες θετικές στον ιό, αντιστοιχώντας σχεδόν στο 0,5% των γεννήσεων.
Η Σύνθια Νέβισον, συνεργάτιδα του CDC, υπογράμμισε ότι «ο κίνδυνος κάθετης μετάδοσης ηπατίτιδας Β περιορίζεται περίπου στο 0,5% των κυήσεων, κυρίως σε μετανάστριες από χώρες υψηλής ενδημικότητας», και σημείωσε ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή Εμβολιασμών (ACIP) επιδιώκει να αυξήσει το ποσοστό των εγκύων που ελέγχονται πριν τον τοκετό.

Ο Άνταμ Λάνγκερ, στέλεχος των CDC, συμπλήρωσε ότι «η κάλυψη του κενού αποτελεί ήδη προτεραιότητα των CDC». Έτσι, η καθολική σύσταση για χορήγηση εμβολίου με τη γέννηση αναθεωρήθηκε από τις 16 Δεκεμβρίου, με το εμβόλιο να προτείνεται πλέον ως άμεση προτεραιότητα μόνο για νεογνά με μητέρες θετικές ή αγνώστου κατάστασης ως προς τον ιό.
Η προσπάθεια για πρόωρο εμβολιασμό νεογνών έναντι της ηπατίτιδας Β ξεκίνησε το 1984, στοχεύοντας αρχικά βρέφη των οποίων οι μητέρες είχαν προσβληθεί από τον ιό, με τη χορήγηση της πρώτης δόσης εντός 12 ωρών από τον τοκετό.
Το 1991, τα CDC επέκτειναν τη σύσταση σε όλα τα νεογνά των οποίων η κατάσταση της μητέρας ήταν άγνωστη, καθώς και σε όλα σχεδόν τα βρέφη από μητέρες με αρνητικό τεστ, προκειμένου να προστατεύσουν ευπαθείς ομάδες και να αναχαιτίσουν τα προβλήματα που σχετίζονται με παιδικές μολύνσεις.
Ο Δρ Κόντυ Μάισνερ, μέλος της ACIP, επισήμανε: «Για μένα, η δόση κατά τη γέννηση είναι ένα δίχτυ ασφαλείας — απευθύνεται κυρίως σε περιπτώσεις όπου μία επί χρόνια μολυσμένη μητέρα, για κάποιο λόγο, δεν εξετάστηκε εγκαίρως». Ωστόσο, υπήρξαν και αντίθετες φωνές.
Η Δρ Έβελιν Γκρίφφιν εξέφρασε την ανησυχία της, τονίζοντας: «Επιβάλλουμε σε εκατομμύρια μωρά με μητέρες αρνητικές στην ηπατίτιδα Β — δηλαδή, χαμηλού κινδύνου — ένα πρόγραμμα που λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας, και περιμένουμε από αυτά τα βρέφη να ‘μας σώσουν’».
Μετά την εφαρμογή της καθολικής δόσης εμβολιασμού κατά τη γέννηση, τα περιστατικά ηπατίτιδας Β στις ΗΠΑ υποχώρησαν θεαματικά: από 23.177 το 1988, σε μόλις 2.214 το 2023. Ωστόσο, η Νέβισον επεσήμανε ότι η πτώση αυτή φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με τη μείωση των κρουσμάτων στους ενήλικους πληθυσμούς, παρά με την προγεννητική δόση. Ομοίως, ο Ρετσέφ Λέβι του ΜΙΤ παρατήρησε ότι η ουσιαστική μείωση παρουσιάστηκε στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες και όχι στα βρέφη που εμβολιάστηκαν με βάση την εν λόγω πολιτική.

Τα CDC αναφέρουν ότι περίπου 1 στα 5 βρέφη δεν λαμβάνουν τη δόση εμβολίου αμέσως μετά τη γέννηση. Ανησυχίες γονέων σχετικά με την ασφάλεια αυτής της πρακτικής οδήγησαν στην επανεξέταση της σύστασης από την αρμόδια υποεπιτροπή της ACIP.
Πολλοί γονείς παραλείπουν ή καθυστερούν τον εμβολιασμό φοβούμενοι τη χορήγηση μεγάλου αριθμού εμβολίων κατά τα πρώτα έτη. Πολλά ανεπτυγμένα κράτη συνιστούν τον εμβολιασμό κατά τη γέννηση μόνο για βρέφη από μητέρες θετικές στην ηπατίτιδα Β, γεγονός που γεννά ερωτήματα για την αναγκαιότητα της γενικευμένης εφαρμογής.
Ο Μαρκ Μπλάκσηλ, νέος συνεργάτης των CDC, σχολίασε ότι οι έλεγχοι ασφαλείας αναδεικνύουν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τον εμβολιασμό, όπως κόπωση, πυρετό και διάρροια. Αναφέρθηκε και στο Ινστιτούτο Ιατρικής, τονίζοντας ότι «υπάρχουν ενδείξεις πως το εμβόλιο μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις» και ότι «τα στοιχεία για την ασφάλεια του εμβολίου παραμένουν περιορισμένα και ενίοτε ανησυχητικά».
Η Στέισυ Μπιουκάναν, από την Εθνική Ένωση Παιδιατρικών Νοσηλευτών, αντέτεινε πως η έλλειψη απόδειξης βλάβης δεν πρέπει να οδηγεί σε αλλαγή πολιτικής, διότι ο κίνδυνος από την απουσία εμβολιασμού παραμένει σημαντικός. Παράλληλα, μέλη της ACIP υπογράμμισαν την αβεβαιότητα που επικρατεί σχετικά με την πραγματική συχνότητα της ηπατίτιδας Β και τα ποσοστά μετάδοσής της.
Η ηπατίτιδα Β μπορεί να μεταδοθεί και με άλλους τρόπους πέραν της κάθετης μετάδοσης. Ωστόσο, ο Λάνγκερ σημειώνει πως παρότι τα στοιχεία για μετάδοση μετά τον τοκετό είναι ελάχιστα, οι ανησυχίες για οριζόντια μετάδοση παραμένουν. Η Δρ Μονίκ Γιοχάναν τόνισε πως στις ΗΠΑ ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού μετά τη γέννηση είναι πολύ χαμηλός, αποδίδοντας το μεγαλύτερο ιολογικό φορτίο σε συνθήκες που συναντώνται σε ενδημικές χώρες.
Τα CDC συνεχίζουν να συνιστούν τρεις δόσεις εμβολίου κατά της ηπατίτιδας Β για επαρκή προστασία. Έρευνες δείχνουν ότι μόλις το 25% των βρεφών αναπτύσσουν επαρκή ανοσία μετά την πρώτη δόση. Οι αρχές θεωρούν απαραίτητο τον πλήρη εμβολιαστικό κύκλο των τριών δόσεων.
Παρά τις συστάσεις για πιθανό έλεγχο των αντισωμάτων πριν τη χορήγηση των επόμενων δόσεων, οι υποδείξεις της ACIP δεν έχουν ακόμη υιοθετηθεί επίσημα από τα CDC, τα οποία συνεχίζουν να αξιολογούν τις νεότερες οδηγίες.








