«Η Κίνα βρίσκεται στην κορυφή των χωρών που κινδυνεύουν με επιπλέον δασμούς 25%, μετά την ανακοίνωση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τη Δευτέρα», αναφέρει έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν.
«Όλες οι χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν θα πληρώσουν δασμούς 25% για κάθε εμπορική δραστηριότητά τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες», ανήρτησε ο Τραμπ στην πλατφόρμα Truth Social, λίγες ώρες αφότου άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αεροπορικών πληγμάτων ή άλλων μέτρων κατά του Ιράν.
Ο Λευκός Οίκος δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει εκτελεστικό διάταγμα με λεπτομέρειες για τον νέο δασμό, ενώ ο Τραμπ δεν έδωσε περισσότερες διευκρινίσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, «η Κίνα αντιπροσωπεύει το 27,72% του εξωτερικού εμπορίου του Ιράν, ενώ το Ιράν αγοράζει επίσης το 26% των εισαγωγών του από την Κίνα». Η Κίνα αναδεικνύεται ως ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, απορροφώντας πάνω από το 80% των εξαγωγών.
«Το πετρέλαιο συχνά μεταφέρεται στην Κίνα μέσω αυτού που το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ αποκαλεί “σκιώδη στόλο”, δηλαδή πλοία με πλαστές σημαίες που πραγματοποιούν επικίνδυνες μεταφορές για να παρακάμψουν τις κυρώσεις», σημειώνει εταιρεία ανάλυσης του παγκόσμιου εμπορίου.
Σύμφωνα με την Kpler, «η Κίνα αγόρασε 1,38 εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού πετρελαίου ημερησίως το πρώτο εξάμηνο φέτος, έναντι 1,48 εκατομμυρίων βαρελιών/ημέρα συνολικά το 2024». Τα καθεστώτα της Κίνας και του Ιράν διατηρούν στενές σχέσεις εδώ και δεκαετίες, με την Κίνα να έχει διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
«Το καθεστώς υπέγραψε μυστικές συμφωνίες πυρηνικής έρευνας το 1985 και το 1990», αναφέρει η έκθεση, προσθέτοντας ότι οι λεπτομέρειες έγιναν γνωστές τα επόμενα χρόνια.
«Υπό αμερικανική πίεση, η Κίνα το 1995 συμφώνησε να σταματήσει την πώληση πυρηνικών αντιδραστήρων στο Ιράν, ωστόσο συνέχισε να δραστηριοποιείται σε άλλους τομείς του πυρηνικού προγράμματος», επισημαίνει η έκθεση του Κογκρέσου. Μετά από πολλούς γύρους διαβουλεύσεων υψηλού επιπέδου, «η Κίνα το 1997 δεσμεύτηκε να μην αναλάβει νέα πυρηνικά έργα με το Ιράν».
«Η Κίνα αποτέλεσε επίσης σταθερό προμηθευτή όπλων του Ιράν επί δεκαετίες», γεγονός που αποτυπώνει τη μακρόχρονη στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών. Το 1990 υπέγραψαν δεκαετή συμφωνία ανταλλαγής στρατιωτικής τεχνολογίας, ενώ εκτιμάται ότι η Κίνα διοχέτευε οπλικά συστήματα στο Ιράν μέσω τρίτων χωρών ήδη από τα προηγούμενα χρόνια.
«Κινεζικές εταιρείες έχουν τεθεί πολλές φορές υπό αμερικανικές κυρώσεις, ξεκινώντας από το 2002, εξαιτίας προμήθειας υλικών σχετικών με βαλλιστικούς πυραύλους στο Ιράν», γεγονός που αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη ένταση.
Η υλοποίηση της μακροχρόνιας αυτής εταιρικής σχέσης επιβεβαιώθηκε τον Μάρτιο του 2021, όταν Κίνα και Ιράν υπέγραψαν συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας διάρκειας 25 ετών, προσελκύοντας το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας.
Σύμφωνα με έκθεση της Επιτροπής Οικονομικού και Ελέγχου Ασφαλείας ΗΠΑ-Κίνας, «το Ιράν θεωρεί την Κίνα ως μία από τις ελάχιστες παγκόσμιες δυνάμεις που μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η στάση της Κίνας είναι πιο ευκαιριακή».
Το Ιράν συμμετέχει και στην Πρωτοβουλία «Belt and Road» του Πεκίνου, αλλά και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σανγκάης, διεθνή συμμαχία που ιδρύθηκε ως αντίβαρο στη δυτική επιρροή – ένδειξη της πολυεπίπεδης σχέσης των δύο χωρών.
Η έκθεση καταλήγει ότι «η πιθανή σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αποτελεί βασικό περιοριστικό παράγοντα στη συγκεκριμένη εταιρική σχέση, καθώς θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας, ένα σενάριο που φαίνεται να βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη».
Άλλοι εμπορικοί εταίροι του Ιράν είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Τουρκία, η Ινδία, η Γερμανία, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία.








