Στο Ημερολόγιό της, η Άννα Φρανκ λέει για τη φύση: «Όσο υπάρχει [η φύση], και σίγουρα θα υπάρχει πάντα, ξέρω ότι θα υπάρχει πάντα παρηγοριά για κάθε θλίψη, όποιες και αν είναι οι περιστάσεις. Και πιστεύω ακράδαντα ότι η φύση φέρνει παρηγοριά σε όλες τις δυσκολίες».
Χρόνια πριν, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν έγραψε ένα παραμύθι για τη φιλία μιας μαργαρίτας με έναν κορυδαλλό, μεταφέροντας στα παιδιά μηνύματα για την αξία μιας αγνής καρδιάς, της ταπεινότητας, της θυσίας και της προσφοράς, που μας υψώνουν πάνω από κάθε δυστυχία.
«Κάποτε σε ένα λιβάδι, κοντά σε ένα σπίτι, μια μικρή μαργαρίτα μεγάλωνε ανάμεσα στα άλλα λουλούδια. Με τα λευκά της πέταλα και το κίτρινο κεφαλάκι της στραμμένα προς τον ουρανό, κοίταζε τον κόσμο με χαρά και ευγνωμοσύνη, μαθαίνοντας από τον ζεστό ήλιο και από όλα όσα την περιβάλλουν πόσο καλός είναι ο Θεός. Με την καρδιά της γεμάτη χαρά, άκουγε το γλυκό τραγούδι ενός κορυδαλλού να έρχεται από εκεί κοντά.
Εν τω μεταξύ, στην άλλη πλευρά του φράχτη, στον κήπο του σπιτιού, τουλίπες, τριανταφυλλιές και παιώνιες άνθιζαν περήφανες και εντυπωσιακές. Η μαργαρίτα τις θαύμαζε και αισθανόταν ευλογημένη που έβλεπε την ομορφιά τους. Σκεφτόταν ακόμη ότι θα άρεσε πολύ στον κορυδαλλό να τις επισκέπτεται και να τραγουδά μέσα στον κήπο τους.
Ενώ έκανε τέτοιες ευγενικές σκέψεις, είδε με έκπληξη τον κορυδαλλό να προσγειώνεται μπροστά της, τραγουδώντας: ‘Πόσο μαλακό είναι το γρασίδι εδώ, και τι όμορφο λουλουδάκι! Με χρυσάφι στην καρδιά και ασήμι στο φόρεμά του!’
Η μαργαρίτα κατακλύστηκε από χαρά. Ο κορυδαλλός ήρθε να τη δει και τώρα στέκεται μπροστά της, τραγουδώντας της. Τη φιλάει με το ράμφος του και μετά πετά ψηλά.
Η μαργαρίτα έκλεισε για λίγο τα μάτια της από χαρά. Όταν τα άνοιξε και πάλι, είδε τις τουλίπες και τις παιώνιες να την κοιτούν με ζήλια και σαν να εύχονταν να μπορούσαν να τη μαλώσουν. Η μαργαρίτα στεναχωρήθηκε. Λίγο αργότερα, κάποιος βγήκε από το σπίτι και έκοψε μερικά από τα όμορφα λουλούδια για να τα βάλει σε ένα βάζο. Η μαργαρίτα λυπήθηκε πολύ για αυτές.
Το επόμενο πρωί, ενώ άνοιγε τα πέταλά της στον ήλιο, η μαργαρίτα άκουσε και πάλι το τραγούδι του κορυδαλλού. Όμως αυτή τη φορά δεν ακουγόταν χαρούμενο, αλλά γεμάτο λύπη. Αναζητώντας με το βλέμμα τον φίλο της, η μαργαρίτα γρήγορα κατάλαβε γιατί: ο κορυδαλλός βρισκόταν μέσα σε ένα κλουβί, στον κήπο του σπιτιού.
Η καρδιά της μαργαρίτας ράγισε βλέποντας τον φίλο της κλειδωμένο και ακούγοντας το θλιμμένο τραγούδι του. Ευχόταν ολόψυχα να μπορούσε να τον βοηθήσει, αλλά όσο κι αν σκεπτόταν δεν κατάφερνε να βρει πώς.
Εκείνη την ώρα, δύο αγόρια ήρθαν από το σπίτι και άρχισαν να σκάβουν γύρω της. Σήκωσαν το σβωλαράκι χώμα με τις ρίζες της και το χορτάρι που φύτρωνε τριγύρω, και μετέφεραν τη μαργαρίτα μέσα στο κλουβί του κορυδαλλού, νομίζοντας ότι αυτό ήταν που του έλειπε.
Η μαργαρίτα βρισκόταν τώρα στο κλουβί μαζί με τον κορυδαλλό, ο οποίος συνέχιζε να θρηνεί για την απώλεια της ελευθερίας του. Ωστόσο, σύντομα παρατήρησε τη μαργαρίτα δίπλα του και τη λυπήθηκε για την αιχμαλωσία της.
Η μαργαρίτα ήθελε απεγνωσμένα να παρηγορήσει τον κορυδαλλό, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Όσο δυνάμωνε η επιθυμία της τόσο δυνάμωνε και το άρωμά της. Στο τέλος έγινε τόσο έντονο που έφτασε στα ρουθούνια του κορυδαλλού, γλυκαίνοντας τη θλίψη του και προσφέροντας τη λεπτή παρηγοριά του.
Η ώρα περνούσε και κανένα από τα παιδιά δεν είχε σκεφτεί να φέρει λίγο νερό στο πουλί και στο λουλούδι. Το βράδυ, ο κορυδαλλός ξεψύχησε. Το επόμενο πρωί, η μαργαρίτα είχε μαραθεί. Τα παιδιά στεναχωρημένα, έθαψαν τον κορυδαλλό με τιμές, και πέταξαν το λουλούδι σε μια γωνιά του κήπου.»
Της Kate Vidimos








