«Όταν ήμουν στην εφηβεία, είχαμε τη συνήθεια με τα αδέλφια μου να γκρινιάζουμε και να σχολιάζουμε αρνητικά τους ανθρώπους που μας δυσκόλευαν, κατά κάποιον τρόπο, τη ζωή. Μετά από μερικά παράπονα, νομίζαμε ότι νιώθαμε καλύτερα», γράφει η Αντζέλικα Ράις. «Όταν τύχαινε να μας ακούσει η μητέρα μας, παρενέβαινε στη συζήτηση με έναν ήπιο και φυσικό τρόπο, αναφέροντας κάτι καλό για τον άνθρωπο που σχολιάζαμε. Ήταν μια εξαιρετική στρατηγική, που πάντα απέδιδε, αν και δεν μας άρεσε πάντα όταν ήμασταν παιδιά.
»Μεγαλώνοντας, άρχισα να εκτιμώ αυτή τη συνήθεια της μητέρας μου όλο και περισσότερο, φτάνοντας στο σημείο να τη σέβομαι βαθιά. Δεν είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα — να βλέπουμε το καλό σε κάθε κατάσταση, όσο άσχημη κι αν δείχνει, και το καλό σε κάθε άνθρωπο, όσο εκνευριστικός κι αν είναι;
»Σιγά-σιγά συνειδητοποίησα ότι αυτή είναι εν μέρει η ουσία της θεϊκής αγάπης. Όχι μόνο το να μην ανταποδίδουμε τις προσβολές και να αγαπάμε τους άλλους, άσχετα από το πώς μας φέρονται.»
Η σκέψη της Ράις δεν είναι καινούρια. Από την αρχαιότητα, φιλόσοφοι, συγγραφείς και ψυχολόγοι έχουν διερευνήσει τη σημασία τού να βλέπουμε τα καλά των άλλων.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος είχε πει ότι ακόμη κι όταν ανακαλύπτουμε ένα ελάττωμα σε κάποιον, δεν πρέπει να τον κρίνουμε βιαστικά. Στωικός ο ίδιος, θεωρούσε ότι κάθε άνθρωπος έχει μια εγγενή αξία και αξιοπρέπεια. Στα κείμενά του αναφέρει ότι όταν κάποιος συμπεριφέρεται ανάρμοστα, πρέπει να εξετάζουμε τα πράγματα κι από τη δική του πλευρά, έχοντας υπ’ όψιν ότι το λάθος του μπορεί να οφείλεται σε μια στρεβλή αντίληψη των πραγμάτων και όχι σε κακή πρόθεση. Έτσι, μπορούμε να τον κρίνουμε με επιείκεια, όπως θα θέλαμε να κάνουν και οι άλλοι με εμάς.
«Όπως κάθε ψυχή στερείται την αλήθεια ακούσια, ακούσια στερείται και τη δύναμη να συμπεριφέρεται σε κάθε άνθρωπο ανάλογα με τα έργα του», έγραψε ο Αυρήλιος, ενώ αργότερα είπε: «Γιατί κάθε άνθρωπος που σφάλλει, χάνει τον στόχο του και ξεστρατίζει».
Βάσει των παραπάνω, ο Μάρκος Αυρήλιος όρισε ως καθήκον των σοφών την καθοδήγηση των ανθρώπων που πράττουν άσχημα, σώζοντάς τους από τον εαυτό τους, αφού ένας αμαρτωλός που έχει παραστρατήσει δεν απαλλάσσεται από την αμαρτία του για αυτόν τον λόγο. Σε αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να μιλάμε με αγάπη και συμπόνια, ώστε να μαλακώσει η καρδιά τους.
«Τι θα σου κάνει ακόμα κι ο πιο βίαιος άνθρωπος, αν συνεχίσεις να του φέρεσαι με καλοσύνη και αν, όταν σου δοθεί η ευκαιρία, τον επιπλήξεις ευγενικά και διορθώσεις με ηρεμία τα λάθη του, ακριβώς τη στιγμή που προσπαθεί να σου κάνει κακό, λέγοντας: ‘Όχι έτσι, παιδί μου: η φύση μας προορίζει για κάτι άλλο: Σίγουρα δεν θα πληγωθώ εγώ, αλλά εσύ πληγώνεις τον εαυτό σου, παιδί μου’», έγραψε ο Αυρήλιος. «Δείξ’ του με διακριτικότητα, ευγένεια και με γενικές αρχές ότι έτσι έχουν τα πράγματα».
Τη σκέψη του Μάρκου Αυρηλίου χρησιμοποιεί και ο Βίκτωρ Ουγκώ στο μυθιστόρημά του οι Άθλιοι. Ο ήρωας, Γιάννης Αγιάννης, είχε καταδικαστεί σε ένα έτος φυλάκισης επειδή έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί για να ταΐσει τη χήρα αδελφή του και τα παιδιά της. Ο ένας χρόνος έγινε είκοσι και ο Γιάννης Αγιάννης μεταμορφώνεται σε έναν άνθρωπο γεμάτος μίσος και κακία, που δεν διστάζει να καταφύγει στην κλοπή. Κλέβει τα ασημικά ενός ιερέα που τον φιλοξενεί για ένα βράδυ στο σπίτι του, εκείνος όμως δεν τον καταδίδει στην αστυνομία. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι ο ίδιος τού τα έδωσε. Η καλοσύνη του ιερέα αγγίζει τον Γιάννη Αγιάννη, που αποφασίζει να ανταποκριθεί στην πρόκληση τρόπον τίνα που του έθεσε η στάση του παπά, εγκαταλείποντας την άνομη ζωή. Η αλλαγή του είναι βαθιά, και όχι μόνο φτάνει σε μια υψηλή κοινωνική θέση, κερδίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό των συμπολιτών του, αλλά και στο σημείο να σώσει τη ζωή του αστυνομικού που τον καταδίωκε για χρόνια.
Σεβασμός για τη ζωή
Ο Άλμπερτ Σβάιτσερ [Albert Schweitzer, 1875-1965], Γερμανός γιατρός, φιλόσοφος και μουσικός που βραβεύτηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 1952, έδειχνε συμπόνια, αγάπη και εκτίμηση σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε. Τον διακατείχε ένα βαθύ αίσθημα σεβασμού και ευλάβειας για τη ζωή — τη δική του και τη ζωή κάθε άλλου ανθρώπου.
«Ο σεβασμός για τη ζωή αποτελεί τη βασική μου αρχή», έγραψε στην αυτοβιογραφία του.
Ο Σβάιτσερ θεωρούσε ηθικό του καθήκον να προστατεύει τη ζωή κάθε ανθρώπου και να δίνει τη δυνατότητα σε κάθε άτομο να αναπτυχθεί και να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του. Σύμφωνα με αυτές τις αρχές, σε ηλικία 30 ετών, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή και τις γνώσεις του στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Το 1913, ίδρυσε ένα νοσοκομείο στην πόλη Λαμπαρενέ, στο Γκαμπόν της Δυτικής Αφρικής, όπου περιέθαλψε χιλιάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων όσων έπασχαν από λέπρα, ελονοσία και δυσεντερία. Κάθε ασθενής λάμβανε φροντίδα, αγάπη και σεβασμό, ανεξάρτητα από την οικονομική ή κοινωνική του κατάσταση.
Ο Αυστριακός-Ισραηλινός στοχαστής και παιδαγωγός Μάρτιν Μπούμπερ [Martin Buber, 1878-1965] διατύπωσε φιλοσοφικά αυτό που ο σύγχρονός του Σβάιτσερ είχε κατανοήσει διαισθητικά. Ο Μπούμπερ θεωρούσε τις ανθρώπινες σχέσεις ως υπέρτατης σημασίας και ως το θεμέλιο της ορθής συμπεριφοράς στον κόσμο. Στο βιβλίο του «Εγώ και Εσύ», περιέγραψε δύο τύπους σχέσεων: τις σχέσεις «Εγώ-Αυτό» και τις σχέσεις «Εγώ-Εσύ».
Οι σχέσεις «Εγώ-Αυτό» είναι λειτουργικές: ένα άτομο χρησιμοποιεί ένα άλλο ως αντικείμενο για να επιτύχει έναν συγκεκριμένο φυσικό, πνευματικό ή συναισθηματικό στόχο. Οι σχέσεις «Εγώ-Εσύ» είναι εκείνες στις οποίες ο ένας βλέπει τον άλλον στην ολότητά του, σε όλες τις πτυχές της ύπαρξής του· τέτοιες σχέσεις αποτελούν έναν γνήσιο διαπροσωπικό δεσμό που βασίζεται σε βαθιά αγάπη. «Η αγάπη είναι η ευθύνη ενός Εγώ απέναντι σε ένα Εσύ», έγραψε.
Σύμφωνα με τον Μπούμπερ, η ικανότητα να αγαπάμε τους άλλους δεν πηγάζει από την προσπάθεια ή την επιδίωξη, αλλά από το ‘άδειασμα’ των συναισθημάτων και των σκέψεών μας σε συνδυασμό με την πλήρη και απόλυτη εστίαση στον άλλον. «Το Εσύ με συναντά μέσω της χάρης — δεν το βρίσκω αναζητώντας το», έγραψε. Μια τέτοια αγάπη απαιτεί θάρρος, υποστήριζε, επειδή συνεπάγεται μια βαθιά παραίτηση από τον εαυτό. Η αληθινή αγάπη για τους ανθρώπους αποτελεί την πιο τολμηρή πράξη από όλες, έλεγε.
Ο ψυχολόγος Αβραάμ Μάσλοου [Abraham Maslow, 1908-1970], ένας από τους κεντρικούς στοχαστές του κινήματος της ανθρωπιστικής ψυχολογίας στη δεκαετία του 1960, έβλεπε επίσης μεγάλη αξία στην αναγνώριση και την καλλιέργεια του καλού στους άλλους. Διατύπωσε την αναθεωρημένη «ιεραρχία των αναγκών», στη βάση της οποίας βρίσκονται θεμελιώδεις ανάγκες όπως η τροφή, ενώ στην κορυφή της βρίσκεται η υψηλότερη ανθρώπινη ανάγκη: η υπέρβαση του εαυτού.
Με την υπέρβαση του εαυτού και τη σύνδεση με μια ευρύτερη συνείδηση, έλεγε ο Μάσλοου, ένα άτομο αναγνωρίζει την ενότητα του σύμπαντος και αισθάνεται έναν φυσικό δεσμό με όλους τους ανθρώπους. Αντί για εγωκεντρικές σκέψεις, βιώνει την ανιδιοτέλεια, τη φροντίδα και το ενδιαφέρον για την ευημερία των άλλων.
Ο Μάσλοου πίστευε ακράδαντα στην εγγενή καλοσύνη των ανθρώπων. Κατ’ αυτόν, σπάνια εξαφανίζεται το «καλό» εντελώς από την καρδιά του ανθρώπου — αν και μπορεί να γίνει «αδύναμο, ευαίσθητο και λεπτό, και εύκολα να υποκύπτει στη συνήθεια, στις πολιτισμικές πιέσεις και στις λανθασμένες στάσεις απέναντί του». Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να καλλιεργούμε και να ενθαρρύνουμε την καλή πλευρά των ανθρώπων.
Της Dina Gordon
Πρώτη δημοσίευση: Epoch Magazine Israel








