Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν διακριτικά αλλά αποφασιστικά τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή, όχι με επιπλέον «δύναμη πυρός» αλλά με προηγμένα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου. Μέσα σε λίγες ώρες, αμερικανικές δυνάμεις ανέπτυξαν στην περιοχή δύο σπάνια αεροσκάφη ειδικών αποστολών: ένα αεροσκάφος συλλογής πληροφοριών Boeing RC-135 και, κυρίως, το ολοκαίνουργιο Gulfstream EA-37B Compass Call II. Το EA-37B αποτελεί την πιο πρόσφατη και προηγμένη πλατφόρμα ηλεκτρονικού πολέμου της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και αυτή φαίνεται να είναι η πρώτη επιχειρησιακή του ανάπτυξη στην περιοχή. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως σαφής ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για ηλεκτρονική κυριαρχία στον εναέριο χώρο του Ιράν, πέρα από τη συνήθη επίδειξη συμβατικής ισχύος.
Το EA-37B Compass Call II δεν είναι βομβαρδιστικό — ωστόσο, για έναν σύγχρονο αντίπαλο μπορεί να αποδειχθεί το πιο τρομακτικό όπλο της αμερικανικής φαρέτρας. Εντάχθηκε σε υπηρεσία μόλις τον Αύγουστο του 2024 και έχει σχεδιαστεί ώστε να παραλύει πλήρως την αμυντική υποδομή ενός κράτους χωρίς να ρίχνει ούτε μία συμβατική βόμβα. Με ισχυρά συστήματα ηλεκτρονικών παρεμβολών, το EA-37B μπορεί να τυφλώνει ραντάρ προηγμένης αντιαεροπορικής άμυνας, εμποδίζοντάς τα να εντοπίζουν και να εγκλωβίζουν εισερχόμενα μαχητικά. Παράλληλα, διαθέτει δυνατότητες παρεμβολής επικοινωνιών, διακόπτοντας το «νευρικό σύστημα» της διοίκησης και ελέγχου του αντιπάλου, καθώς και διακοπής σημάτων σε οποιοδήποτε σύστημα εκπέμπει, από μη επανδρωμένα αεροσκάφη μέχρι πυραυλικές συστοιχίες επιφανείας-αέρος. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια «συσκευή αποπροσανατολισμού» ολόκληρης της εχθρικής άμυνας, ικανή να αχρηστεύει ψηφιακά τα όπλα του αντιπάλου πριν αυτά προλάβουν να χρησιμοποιηθούν.
Η εμφάνιση αυτών των ηλεκτρονικών μέσων στον ορίζοντα της Μέσης Ανατολής εκλαμβάνεται ως προετοιμασία πεδίου για πιθανά μυστικά (stealth) πλήγματα εναντίον στόχων στο Ιράν. Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, το EA-37B μπορεί να δημιουργήσει μια «ηλεκτρονική προστατευτική φούσκα», κάτω από την οποία αμερικανικά — ενδεχομένως και ισραηλινά — μαχητικά stealth θα επιχειρούν σχεδόν ανενόχλητα. Συγκεκριμένα, το Compass Call II θα λειτουργούσε συνδυαστικά με μαχητικά 5ης γενιάς όπως τα F-35: σε πρώτο στάδιο θα πλημμυρίσει τα ιρανικά ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης με «θόρυβο» από απόσταση ασφαλείας, μειώνοντας δραστικά την ικανότητά τους να διακρίνουν τα επερχόμενα αεροσκάφη. Έτσι, τα F-35 με το ήδη μικρό ίχνος τους θα γίνουν πρακτικά αόρατα στις αποδυναμωμένες ιρανικές οθόνες. Σε δεύτερο χρόνο, το EA-37B θα μπλοκάρει τις στρατιωτικές επικοινωνίες του Ιράν — τις συχνότητες που χρησιμοποιούν οι πιλότοι και τα κέντρα διοίκησης — ώστε ακόμα κι αν κάποιος χειριστής ραντάρ αντιληφθεί μια ύποπτη κίνηση, να μην μπορεί να δώσει συντεταγμένες ή να διατάξει την εκτόξευση πυραύλου.
Το Ιράν επενδύει επί χρόνια σε μία πολυεπίπεδη (layered) αντιαεροπορική άμυνα, συνδυάζοντας ρωσικής προέλευσης συστήματα (όπως τα προηγμένα S-300) με εγχώριες αναβαθμίσεις και ιδιοκατασκευές. Η στρατηγική αυτή των λεγόμενων ζωνών «anti-access/area denial» (A2/AD) αποσκοπεί στο να αποτρέπει ή να καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνη οποιαδήποτε δυτική αεροπορική επιδρομή. Ωστόσο, η ηλεκτρονική επίθεση του EA-37B ουσιαστικά μετατρέπει αυτές τις απαγορευμένες ζώνες σε ‘ανοικτούς διαδρόμους’. Χωρίς αξιόπιστο ραντάρ και επικοινωνίες, οι ιρανικοί αντιαεροπορικοί πύραυλοι — όσο προηγμένοι ή ταχύτατοι κι αν είναι — καθίστανται τυφλοί και αδύναμοι να πλήξουν στόχους. Παράλληλα, η συνεργασία του EA-37B με το αεροσκάφος RC-135, το οποίο λειτουργεί ως «ηλεκτρονική σκούπα» συλλογής σημάτων (ELINT), υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ χαρτογραφούν εντατικά κάθε ενεργή συχνότητα του ιρανικού στρατού, προετοιμάζοντας το έδαφος για να «σβήσουν τα φώτα» στο αμυντικό του δίκτυο αν απαιτηθεί.
Και ενώ εξελίσσονται αυτά τα αθόρυβα παιχνίδια ισχύος στη Μέση Ανατολή, μια πολιτική καταιγίδα μαίνεται στην Ουάσιγκτον. Η απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει την υποστήριξη προς τους Κούρδους συμμάχους στη βόρεια Συρία — ανοίγοντας τον δρόμο για τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας κατά των Κούρδων — προκάλεσε πρωτοφανή εξέγερση εντός του ίδιου του κόμματός του. Μια σειρά κορυφαίων Ρεπουμπλικάνων, που έως τώρα στήριζαν πιστά τον πρόεδρο, δημοσιοποίησαν την οργή και ανησυχία τους για το «άδειασμα» των Κούρδων. Ο γερουσιαστής Λίντσεϋ Γκράχαμ — στενός σύμμαχος του Τραμπ στο Κογκρέσο — προχώρησε σε ασυνήθιστα δριμείς επικρίσεις, δηλώνοντας ότι δεν θέλει να δει μια επανάληψη των χαοτικών γεγονότων της Βεγγάζης (2012) «επί χίλια» στη Μέση Ανατολή λόγω της εγκατάλειψης των Κούρδων. Παρομοίασε ουσιαστικά την κίνηση του Τραμπ με το λάθος της Χίλαρυ Κλίντον στη Λιβύη, προειδοποιώντας ότι η προδοσία ενός συμμάχου που πολέμησε τον ISIS στο πλευρό των ΗΠΑ μπορεί να εξελιχθεί σε γεωστρατηγική καταστροφή πολλαπλάσιας κλίμακας. Ο Γκράχαμ, μάλιστα, ανακοίνωσε νομοθετική πρωτοβουλία στο Κογκρέσο — μια τροπολογία με τίτλο «Σώστε τους Κούρδους» — με στόχο να εμποδίσει έμπρακτα την εγκατάλειψη των συμμάχων αυτών. Πρόκειται για ευθεία πολιτική σύγκρουση των Ρεπουμπλικάνων με τον Αμερικανό πρόεδρο στο θέμα της Μέσης Ανατολής, εξέλιξη πρωτόγνωρη στα χρονικά της θητείας Τραμπ.
Την έντονη δυσαρέσκειά τους δεν έκρυψαν ούτε πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης. Ο Τζον Μπόλτον, που διετέλεσε σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, εμφανίστηκε σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις ασκώντας δριμεία κριτική για την εγκατάλειψη των Κούρδων. Παράλληλα, αναφορές φέρουν και τον υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο — ο οποίος ως αρχιτέκτονας της προηγούμενης στρατηγικής είχε εστιάσει στην ενίσχυση των κουρδικών δυνάμεων και των συμμαχιών «3+1» στην Ανατολική Μεσόγειο — να ανησυχεί βαθύτατα βλέποντας το οικοδόμημά του να απειλείται. Πράγματι, η πολιτική Πομπέο στην περιοχή περιελάμβανε τη στήριξη των Κούρδων κατά του ISIS και την προώθηση συνεργασιών όπως αυτή Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ (τη λεγόμενη σύμπραξη 3+1 με συμμετοχή και των ΗΠΑ). Η αιφνίδια μεταστροφή της κυβέρνησης, που τώρα φλερτάρει με την Άγκυρα και τους ισλαμιστές αντάρτες στη Συρία, θεωρείται ότι τινάζει στον αέρα μια μακροχρόνια αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή. Το γεγονός ότι τόσες ηχηρές προσωπικότητες — από τον Πομπέο και τον Μπόλτον έως τον Γκράχαμ — εκφράζουν ταυτόχρονα την αντίθεσή τους δεν φαίνεται τυχαίο. Αναλυτές εκτιμούν ότι το βαθύ αμερικανικό κατεστημένο ασφάλειας έχει θορυβηθεί έντονα, θεωρώντας ότι διακινδυνεύεται η ίδια η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και η σταθερότητα της περιοχής. Οι συντονισμένες αντιδράσεις δείχνουν μια άτυπη συμμαχία πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων, που επιχειρούν να αναχαιτίσουν ή να περιορίσουν μια πολιτική την οποία κρίνουν επικίνδυνη.
Σαν να μην έφταναν αυτά, ένα υπόγειο σκάνδαλο διαπλοκής έρχεται να ρίξει λάδι στη φωτιά. Πληροφορίες από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, που διέρρευσαν στον Τύπο, υποστηρίζουν ότι ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας και επί χρόνια φίλος του Τραμπ, Τομ Μπάρακ, ενεργούσε παρασκηνιακά ως άτυπος εκπρόσωπος συμφερόντων της Τουρκίας μέσα στις ΗΠΑ. Ο Μπάρακ — πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, αν και φερόταν να επηρεάζει το περιβάλλον του προέδρου — κατηγορείται ότι διατηρούσε κρυφές οικονομικές δοσοληψίες με την Άγκυρα και προωθούσε τουρκικές επιδιώξεις, ενδεχομένως με αντάλλαγμα ιδίου οφέλους. Στο μεταξύ, τόσο Ρεπουμπλικανοί όσο και Δημοκρατικοί αξιωματούχοι ζητούν από την κυβέρνηση να επανορθώσει την κατάσταση στη Συρία — κάποιοι προτείνοντας τη δημιουργία αμερικανικής «ασφαλούς ζώνης» προστασίας των Κούρδων από ενδεχόμενες επιθέσεις. Η συνολική εικόνα είναι μια ευρεία εξέγερση της Ουάσιγκτον έναντι της μεσανατολικής πολιτικής του προέδρου: από την εγκατάλειψη των Κούρδων μέχρι τις σκιές συναλλαγών με την Τουρκία, οι βολές τελικά αγγίζουν και τον ίδιο τον Τραμπ, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις και τα κίνητρά του.
Ένα από τα πιο σοβαρά διακυβεύματα, όπως σημειώνουν παρατηρητές, είναι η αξιοπιστία των ΗΠΑ ως συμμάχου. Η εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει φίλους και εταίρους στη μέση του δρόμου — στην προκειμένη περίπτωση έναν λαό (τους Κούρδους) που πολέμησε «μαζί με εμάς» και έβαλε πλάτη για τη νίκη επί του ISIS — ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στην επιρροή και το κύρος της υπερδύναμης. «Η χαμένη αξιοπιστία της Αμερικής» στην περιοχή, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τα αμερικανικά συμφέροντα, καθώς οι σύμμαχοι δύσκολα θα την εμπιστευτούν ξανά εάν νιώσουν προδομένοι. Η ανησυχία αυτή δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή: και σε άλλα μέτωπα — λόγου χάρη στην Ουκρανία — έχει επισημανθεί ότι αν οι ΗΠΑ αλλάζουν στάση αναλόγως πολιτικής ηγεσίας, χώρες που βασίζονται στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας θα αρχίσουν να επαναπροσδιορίζουν τις συμμαχίες τους.








