Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έφερε εκ νέου στο προσκήνιο το κομμουνιστικό καθεστώς της Κούβας την Παρασκευή, υπογράφοντας προεδρική πράξη που διευρύνει τις αμερικανικές κυρώσεις κατά της κυβέρνησης και επιβάλλει νέα περιοριστικά μέτρα σε πρόσωπα, οντότητες και συνεργαζόμενους φορείς, καθώς και σε όσους κρίνονται συνένοχοι σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή διαφθορά.
Η ενέργεια αυτή έπεται των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και στο Ιράν, ενώ ο Τραμπ και άλλοι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι δεν αποκλείεται ανάλογη παρέμβαση και στην Κούβα.
Σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα, οι πολιτικές της Κούβας εξακολουθούν να συνιστούν ασυνήθιστη και εξαιρετική απειλή, επισημαίνοντας ότι οι πρακτικές και οι ενέργειες της κυβέρνησης όχι μόνο στοχεύουν στο να πλήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και έρχονται σε αντίθεση με τις ηθικές και πολιτικές αξίες των ελεύθερων και δημοκρατικών κοινωνιών.
Το διάταγμα δεν κατονομάζει συγκεκριμένα τα πρόσωπα ή τις οντότητες που θα τεθούν υπό κυρώσεις, καθώς αυτά θα καθοριστούν από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ.
Οι κυρώσεις ενδέχεται να αφορούν άτομα ή οργανισμούς που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η ενέργεια, η άμυνα, η εξόρυξη, η τεχνολογία, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή η ασφάλεια, καθώς και κάθε άλλο τομέα που στηρίζει το καθεστώς της Κούβας. Επιπλέον, περιλαμβάνονται ηγετικά στελέχη, αξιωματούχοι, ανώτερα διοικητικά στελέχη και μέλη διοικητικών συμβουλίων της κομμουνιστικής κυβέρνησης.
Παράλληλα, το μέτρο προβλέπει την επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε οποιονδήποτε πραγματοποιεί ή διευκολύνει συναλλαγές με τα πρόσωπα ή τις οντότητες που θα στοχοποιηθούν, ενώ επεκτείνεται και σε ενήλικα μέλη των οικογενειών όσων υπάγονται στις κυρώσεις.
Η εκστρατεία πίεσης της κυβέρνησης Τραμπ κατά της Αβάνας ξεκίνησε το περασμένο καλοκαίρι, όταν ο πρόεδρος υπέγραψε μνημόνιο εθνικής ασφάλειας που επανέφερε αυστηρές πολιτικές απέναντι στην Κούβα, ανατρέποντας μέτρα της κυβέρνησης Μπάιντεν που είχαν χαλαρώσει την πίεση προς τη χώρα.
Μετά την επιτυχημένη επιχείρηση του Ιανουαρίου για τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, ο Τραμπ εκτίμησε ότι η Κούβα θα μπορούσε να καταρρεύσει από μόνη της, καθώς είχε χάσει τον βασικό της σύμμαχο και προμηθευτή πετρελαίου, καλώντας την ίδια περίοδο την Αβάνα να προχωρήσει σε συμφωνία.
Ο ηγέτης της Κούβας Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ δήλωσε τότε ότι δεν βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στα τέλη Ιανουαρίου, ο Τραμπ κήρυξε κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης με εκτελεστικό διάταγμα που έφερε τον τίτλο «Αντιμετώπιση απειλών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες από την κυβέρνηση της Κούβας», στο πλαίσιο του οποίου απείλησε με κυρώσεις οποιαδήποτε χώρα προμηθεύει την Κούβα με πετρέλαιο. Αυτό έχει οξύνει την ενεργειακή κρίση στο νησί, το οποίο ταλανίζεται από συνεχείς πανεθνικές διακοπές ρεύματος, ορισμένες από τις οποίες διαρκούν επί ημέρες.
Εν τω μεταξύ, η ρητορική του Τραμπ και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων έχει ενταθεί, με τον Αμερικανό πρόεδρο να προωθεί την ιδέα μιας «φιλικής ανάληψης ελέγχου» της Κούβας και να δηλώνει σε δημοσιογράφους ότι το ζήτημα περιλαμβάνεται στις προτεραιότητές του.
Ο Ρούμπιο, ο οποίος είναι κουβανικής καταγωγής, προειδοποίησε τους ηγέτες της Κούβας μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, ενώ τον Μάρτιο κάλεσε ευθέως σε αλλαγή καθεστώτος. Τον Απρίλιο, η κόρη του Φιντέλ Κάστρο δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι είναι καιρός να αποκτήσει η χώρα νέα κυβέρνηση.
Αμφότεροι ο πρόεδρος των ΗΠΑ και ο ηγέτης της Κούβας επιβεβαίωσαν στη συνέχεια ότι βρίσκονται σε συνομιλίες για την εξεύρεση λύσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερουσία απέρριψε μέτρο που στόχευε να αποτρέψει τον Τραμπ από την έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά της Κούβας, επιβεβαιώνοντας τη στήριξη των Ρεπουμπλικανών στις ενέργειές του στον συγκεκριμένο τομέα.
Του Troy Myers








