Η προσπάθεια για τα «κρατικά μπακάλικα» στη Ρουμανία ξεκίνησε το 2018 από την κυβέρνηση του PSD, επί πρωθυπουργού Βιορίκα Νταντσίλα. Ο τότε υπουργός Γεωργίας Πέτρε Ντάια ανακοίνωσε τη δημιουργία της κρατικής εταιρείας Casa Română de Comerț Agroalimentar “Unirea” S.A. (με μοναδικό μέτοχο το υπουργείο Γεωργίας), με τον φιλόδοξο στόχο να στηθεί δίκτυο περίπου 60 παντοπωλείων που θα πουλούσαν μόνο ρουμανικά προϊόντα, κόβοντας τον «μεσαζόντα» και ρίχνοντας τις τιμές. Το εγχείρημα παρουσιαζόταν ως μια επανάσταση στην αλυσίδα «από το χωράφι στο πιάτο» και είχε και πολιτικό/οικονομικό βάθος: σε μια χώρα όπου μεγάλο κομμάτι των τυποποιημένων τροφίμων είναι εισαγόμενο, υποτίθεται ότι θα ενίσχυε την αυτάρκεια και θα αύξανε το εισόδημα των ντόπιων παραγωγών.
Στο χαρτί, οι στόχοι ήταν ξεκάθαροι: να στηριχθούν οι μικροί παραγωγοί δίνοντάς τους ένα σταθερό κανάλι διάθεσης απευθείας στους καταναλωτές, να προωθηθούν τα εγχώρια προϊόντα (ακόμη και με προοπτική εξαγωγών), να μειωθεί το κόστος για τον πολίτη μέσω της παράκαμψης των μεσαζόντων και να στηθεί μια σοβαρή υποδομή logistics (κέντρα συλλογής, αποθήκευσης και διανομής) ώστε η αλυσίδα να λειτουργεί ομαλά.
Η εταιρεία ιδρύθηκε στα τέλη του 2018 (HG 933/2018) και χρηματοδοτήθηκε με 93 εκατ. λέι (περίπου €20 εκατ.). Στην πράξη, όμως, το πλάνο δεν «έτρεξε» όπως είχε ανακοινωθεί: μέσα στο 2019 άνοιξαν μόνο δύο μόνιμα καταστήματα, ένα πιλοτικό στο Σιμπίου και ένα στο κέντρο του Βουκουρεστίου. Παράλληλα νοικιάστηκαν/ανακαινίστηκαν χώροι για άλλα σημεία και αποθήκες που τελικά δεν λειτούργησαν ποτέ, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και μερικά «κινητά» παντοπωλεία (τύπου φορτηγό-καντίνα) για περιοδείες στην επαρχία. Τα καταστήματα πουλούσαν φρούτα, λαχανικά, κρέατα, γαλακτοκομικά, αυγά κ.ά. με την ταμπέλα «Unirea». Σύμφωνα με το μοντέλο λειτουργίας, το κράτος θα αγόραζε από παραγωγούς (θεωρητικά σε καλύτερους όρους από τους μεσάζοντες) και θα μεταπωλούσε με μικρό περιθώριο κέρδους, ώστε να καλύπτονται τα έξοδα χωρίς να γίνεται «κανονικό» κερδοσκοπικό σούπερ μάρκετ.
Από νωρίς φάνηκε ότι η μετάβαση από την εξαγγελία στην εφαρμογή θα ήταν δύσκολη. Η εταιρεία στελεχώθηκε με διοίκηση που συχνά περιγραφόταν ως κομματικά διορισμένη και με περιορισμένη εμπειρία στη λιανική. Δεν υπήρχε πειστικό επιχειρηματικό σχέδιο και οι αποφάσεις έμοιαζαν να βασίζονται σε υπεραισιόδοξες υποσχέσεις. Τα οικονομικά στοιχεία ήταν αποκαρδιωτικά: το 2019 η Casa Unirea έγραψε ζημιές περίπου 7,2 εκατ. λέι και το 2020 προστέθηκαν άλλα περίπου 5,4 εκατ. λέι. Παρά τα μεγάλα κεφάλαια, τα δύο καταστήματα είχαν χαμηλή κίνηση, δεν άνοιξαν νέα σημεία το 2020 και το λειτουργικό κόστος (ιδίως μισθοδοσίες και πάγια) έδειχνε δυσανάλογο σε σχέση με τον τζίρο. Ήδη από τα τέλη του 2019, η νέα κυβέρνηση (PNL) διέταξε ελέγχους, επειδή είχαν μπει δημόσιοι πόροι χωρίς ανάλογο αποτέλεσμα.
Η αποτυχία εξηγείται κυρίως από έναν συνδυασμό παραγόντων. Πρώτον, κακή διοίκηση και έλλειψη στρατηγικής: σοβαρά οργανωτικά κενά, ανεπαρκής εποπτεία και καχυποψία για κομματικές παρεμβάσεις ή επιλογές προμηθευτών. Δεύτερον, μη βιώσιμα οικονομικά: χαρακτηριστικά, το κατάστημα στο Σιμπίου το 2019 φέρεται να είχε έσοδα γύρω στα 2 εκατ. λέι και έξοδα κοντά στα 9 εκατ. λέι, άρα τεράστια «τρύπα». Τρίτον, αποτυχία των logistics: δεν στήθηκε ποτέ όπως έπρεπε το δίκτυο συλλογής/διανομής, με αποτέλεσμα προβλήματα τροφοδοσίας, ελλείψεις και «άδεια ράφια». Τέταρτον, υπήρξε παρέκκλιση από την αποστολή: για να γεμίσουν τα ράφια, εμφανίστηκαν και εισαγόμενα προϊόντα σε κάποια σημεία, κάτι που ακύρωνε το βασικό αφήγημα «μόνο ρουμανικά». Και πέμπτον (και ίσως βαρύτερο), κακοδιαχείριση πόρων και υποψίες/εικασίες για διαφθορά: καταγγελίες και έλεγχοι μιλούσαν για άχρηστες μισθώσεις/εξοπλισμούς, ‘αγορές’ προϊόντων που δεν παραδόθηκαν ποτέ και, αργότερα, έρευνες της DNA (το 2024) για σχήματα εικονικών συναλλαγών που ζημίωσαν σημαντικά το δημόσιο ταμείο.
Στο επίπεδο της κοινωνίας και της πολιτικής, η ιδέα αντιμετωπίστηκε αρχικά με κάποια συμπάθεια (ειδικά από όσους πίστευαν ότι οι μεσάζοντες «φουσκώνουν» τις τιμές), αλλά γρήγορα έγινε αντικείμενο σκληρής κριτικής και ειρωνείας, όταν εμφανίστηκαν ζημιές και εικόνες δυσλειτουργίας. Τα ΜΜΕ το αντιμετώπισαν ως «φιάσκο», ενώ η αντιπολίτευση το χρησιμοποίησε ως παράδειγμα σπατάλης και αναποτελεσματικότητας. Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία δεν διαλύθηκε αμέσως: μετά το κλείσιμο των φυσικών καταστημάτων (ως το τέλος του 2020), συνέχισε να υπάρχει τυπικά για χρόνια με ελάχιστο προσωπικό, περισσότερο ως διοικητικό «κέλυφος» παρά ως πραγματική αλυσίδα λιανικής.
Η ρουμανική εμπειρία δεν είναι μοναδική ως ιδέα. Ανάλογες σκέψεις για κρατικά καταστήματα ή κρατικό «αντίβαρο» στις τιμές εμφανίστηκαν και αλλού (π.χ. Βουλγαρία, προτάσεις στην Ισπανία, συζητήσεις στην Πολωνία), αλλά γενικά φαίνεται ότι τέτοια σχήματα είτε καθυστερούν είτε εγκαταλείπονται είτε σκοντάφτουν στο ίδιο πρόβλημα: χρειάζονται επαγγελματική εμπορική οργάνωση και logistics υψηλού επιπέδου — πράγματα που δύσκολα ‘κουμπώνουν’ σε κρατικές δομές χωρίς ισχυρή διακυβέρνηση, διαφάνεια και αυστηρό έλεγχο.








