Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στον στόχο του 2% που έθεσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) τον Δεκέμβριο του 2025, προσφέροντας νέα ένδειξη ότι οι πιέσεις στις τιμές αμβλύνονται σε ολόκληρο το μπλοκ, έπειτα από χρόνια έντονης μεταβλητότητας.
Ο ετήσιος πληθωρισμός στην 20μελή ζώνη του ευρώ επιβραδύνθηκε στο 2% τον Δεκέμβριο από 2,1% τον Νοέμβριο, σύμφωνα με προκαταρκτική εκτίμηση που δημοσίευσε στις 7 Ιανουαρίου η Eurostat, η στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η μέτρηση αυτή φέρνει τον γενικό πληθωρισμό σε πλήρη ευθυγράμμιση με τον μεσοπρόθεσμο στόχο της ΕΚΤ, έπειτα από αρκετά χρόνια διακυμάνσεων τροφοδοτούμενων από έντονες διακυμάνσεις στην αγορά ενέργειας, διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού και αυξητικές πιέσεις στους μισθούς.
Παρά τη μείωση του γενικού δείκτη, οι υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν άνισες μεταξύ των κλάδων. Οι υπηρεσίες συνέχισαν να καταγράφουν τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό πληθωρισμού μεταξύ των βασικών συνιστωσών, υπογραμμίζοντας επίμονες πιέσεις κόστους που συνδέονται με τους μισθούς και την εγχώρια ζήτηση.
Η επιβράδυνση του πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στις τιμές της ενέργειας, οι οποίες μειώθηκαν κατά 1,9% σε ετήσια βάση τον Δεκέμβριο, μετά από μικρότερη πτώση 0,5% τον Νοέμβριο. Ο πληθωρισμός στα βιομηχανικά αγαθά (πλην της ενέργειας) υποχώρησε επίσης στο 0,4% από 0,5%, ενώ ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες — που αποτελεί βασικό σημείο εστίασης για την ΕΚΤ — επιβραδύνθηκε οριακά στο 3,4% από 3,5% σε ετήσια βάση.
Οι τιμές σε τρόφιμα, αλκοόλ και καπνό αυξήθηκαν κατά 2,6% σε ετήσια βάση, ελαφρώς υψηλότερα από το 2,4% του Νοεμβρίου, αντανακλώντας ανανεωμένες πιέσεις σε ορισμένες κατηγορίες τροφίμων, ακόμη κι αν ο συνολικός πληθωρισμός υποχωρεί.
Η ΕΚΤ σε στάση αναμονής
Ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός είναι πιθανό να παραμείνει συγκρατημένος στο άμεσο μέλλον, τοποθετώντας την ΕΚΤ σε στάση αναμονής ως προς τυχόν περαιτέρω κινήσεις στα επιτόκια.
Ο Μπερτ Κόλαϊν (Bert Colijn), οικονομολόγος της ING, ανέφερε σε σημείωμά του ότι η ΕΚΤ έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει την τρέχουσα κατάσταση ως «καλό σημείο» και ότι είναι απίθανο να αλλάξει αυτή τη γραμμή, καθώς τα πρόσφατα στοιχεία εξακολουθούν να παραπέμπουν σε ένα ήπιο περιβάλλον πληθωρισμού.
Για τους προσεχείς μήνες, σημείωσε, οι παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθωρισμό δείχνουν κυρίως προς περαιτέρω εξασθένηση, αναφέροντας ως παραδείγματα το ισχυρό ευρώ, τις χαμηλές τιμές ενέργειας και την επιβράδυνση της αύξησης των μισθών.
Την ίδια στιγμή, ο Κόλαϊν προειδοποίησε ότι άλλοι παράγοντες — όπως η συμπεριφορά τιμολόγησης των επιχειρήσεων — χρήζουν στενής παρακολούθησης. Όπως σημείωσε, οι προσδοκίες τιμών μεταξύ των επιχειρήσεων της ευρωζώνης έχουν ενισχυθεί τους τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα στις υπηρεσίες, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο βασικός πληθωρισμός μπορεί να αποδειχθεί επίμονα αυξημένος, ακόμη κι αν ο γενικός δείκτης υποχωρεί.
Υπογράμμισε ότι στο βασικό σενάριο της ING, δεν αναμένεται σημαντική πτώση κάτω από το 2%, αν και ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν είναι αδιανόητο. Ωστόσο, εκτίμησε ότι στη διάρκεια του 2026 αναμένεται να επιστρέψουν ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό, καθώς οι δημοσιονομικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα προσδώσουν μια μέτρια ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί ελαφρώς κάτω από τον στόχο της το 2026 και το 2027, προτού επιστρέψει στο 2% το 2028.
Με τέτοιες προσδοκίες, ο Κόλαϊν εκτίμησε ότι τα επιτόκια πολιτικής θα παραμείνουν σταθερά προς το παρόν, προσθέτοντας ότι η ΕΚΤ βρίσκεται σε «προνομιακή θέση», καθώς μπορεί να περιμένει περισσότερα δεδομένα για τον πληθωρισμό και την οικονομία πριν λάβει περαιτέρω αποφάσεις για τα επιτόκια.
Τα τελευταία στοιχεία ενισχύουν την απόφαση της ΕΚΤ τον προηγούμενο μήνα να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια. Στα μέσα Δεκεμβρίου, η κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα κρατήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2%, το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης στο 2,15% και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,40%, τονίζοντας παράλληλα ότι οι μελλοντικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τα εισερχόμενα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά δεδομένα.
Η ΕΚΤ ανέφερε σε ανακοίνωσή της στις 18 Δεκεμβρίου ότι οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των κινδύνων που τις περιβάλλουν, υπό το φως των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών στοιχείων, καθώς και των δυναμικών του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Σημειώθηκε δε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο δεν προδεσμεύεται σε κάποια συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων.








