Κορυφαίοι διαπραγματευτές από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα ξεκίνησαν νέο γύρο εμπορικών συνομιλιών στο Παρίσι στις 15 Μαρτίου, πριν από την αναμενόμενη σύνοδο κορυφής των ηγετών των δύο χωρών στο Πεκίνο.
Της αμερικανικής αντιπροσωπείας ηγούνται ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ και ο εμπορικός αντιπρόσωπος Τζέιμισον Γκριρ, ενώ της κινεζικής αντιπροσωπείας ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Χε Λιφένγκ, μέλος του ισχυρού Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) και υπεύθυνος για την οικονομική πολιτική της χώρας.
Οι συνομιλίες ξεκίνησαν το πρωί της 15ης Μαρτίου στην έδρα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στη Γαλλία, σύμφωνα με το κινεζικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua. Ούτε η Ουάσιγκτον ούτε το Πεκίνο έδωσαν λεπτομέρειες για την ατζέντα των συναντήσεων. Το υπουργείο Εμπορίου του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας ανέφερε σε ανακοίνωση στις 13 Μαρτίου ότι οι διαβουλεύσεις θα καλύψουν οικονομικά και εμπορικά ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.
Ο Μπέσεντ ανέφερε σε ανακοίνωση στις 12 Μαρτίου, με την οποία ανακοινώθηκαν οι συνομιλίες, ότι η ομάδα του επιδιώκει να συνεχίσει να επιτυγχάνει αποτελέσματα που θέτουν σε προτεραιότητα τους Αμερικανούς αγρότες, εργαζομένους και επιχειρήσεις.
Η συνάντηση αυτή αναμένεται να ανοίξει τον δρόμο για την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα, η οποία, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, θα αρχίσει στις 31 Μαρτίου. Παράλληλα, πρόκειται για την πρώτη συνάντηση εμπορικών εκπροσώπων των δύο πλευρών μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών στα τέλη Φεβρουαρίου να ακυρώσει τους παγκόσμιους δασμούς που είχε επιβάλει ο Τραμπ βάσει νόμου έκτακτης ανάγκης. Στη συνέχεια, ο Αμερικανός πρόεδρος επέβαλε εισαγωγικό δασμό 10% βάσει του άρθρου 122 του Νόμου Εμπορίου του 1974, ο οποίος μπορεί να ισχύσει έως 150 ημέρες.
Την περασμένη εβδομάδα, η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε δύο έρευνες βάσει του άρθρου 301 του ίδιου νόμου, το οποίο επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλλουν μέτρα, όπως δασμούς, σε χώρες που εφαρμόζουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές εις βάρος αμερικανικών επιχειρήσεων. Στις 11 Μαρτίου, το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ άρχισε έρευνα για τον εντοπισμό χωρών που εξάγουν υπερβάλλουσα βιομηχανική παραγωγική ικανότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Μεξικό και η Κίνα.
Στις 13 Μαρτίου, ο Γκριρ ανακοίνωσε ότι το γραφείο του ξεκίνησε επίσης έρευνα σε 60 οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, προκειμένου να αξιολογηθεί αν έχουν λάβει επαρκή μέτρα για τον περιορισμό της χρήσης εξαναγκαστικής εργασίας στα προϊόντα που εξάγουν.
Εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του καθεστώτος του Πεκίνου για τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον και κάλεσε την κυβέρνηση Τραμπ να αντιμετωπίσει τα ζητήματα μέσω διαλόγου, σύμφωνα με ανακοίνωση της 13ης Μαρτίου. Πρόσθεσε ότι το Πεκίνο θα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και διατηρεί το δικαίωμα να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του.
Η Coalition for a Prosperous America, μη κερδοσκοπική οργάνωση που εκπροσωπεί επιχειρηματικά συμφέροντα, χαιρέτισε τις έρευνες της κυβέρνησης Τραμπ βάσει του άρθρου 301. Ο πρόεδρος της οργάνωσης, Τζον Τουμέυ, ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι πολλές χώρες έχουν χρησιμοποιήσει επιδοτήσεις, χαμηλούς μισθούς, κρατικές επιχειρήσεις και άλλες πολιτικές για να υπονομεύσουν άμεσα τη μεταποίηση και τις επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τον Δεκέμβριο του 2025, ο βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρτι (D-Ill.), τότε επικεφαλής της μειοψηφίας στην Ειδική Επιτροπή της Βουλής για το ΚΚΚ, δήλωσε σε ακρόαση του Κογκρέσου ότι η Κίνα έχει βασιστεί σε ένα «οικονομικό εγχειρίδιο» που περιλαμβάνει κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, μαζικές επιδοτήσεις, υπερπαραγωγή, εξαγωγικό ντάμπινγκ και εξαναγκαστική εργασία για να κυριαρχήσει στην παγκόσμια αγορά αυτοκινήτων και ηλεκτρικών οχημάτων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα βρίσκονται επί του παρόντος σε εμπορική εκεχειρία διάρκειας ενός έτους, συμφωνία που επιτεύχθηκε μετά από διμερή σύνοδο κορυφής μεταξύ του Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ τον Οκτώβριο του 2025 στη Νότια Κορέα. Εκτός από τη δέσμευση να επαναλάβει τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, το Πεκίνο συμφώνησε επίσης να περιορίσει τη ροή πρόδρομων χημικών ουσιών για την παραγωγή φαιντανύλης και να χαλαρώσει τους αυστηρούς ελέγχους εξαγωγών στις σπάνιες γαίες, οι οποίοι θα επηρέαζαν όλους τους εμπορικούς εταίρους της Κίνας.
Ο Γκριρ, πριν αναχωρήσει για το Παρίσι, ανέφερε ότι οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Πεκίνου είναι σήμερα πολύ πιο ισορροπημένες σε σύγκριση με πριν από έναν χρόνο και ότι οι εμπορικές συνομιλίες αποτελούν μέρος των προσπαθειών της κυβέρνησης Τραμπ να διασφαλίσει τη σταθερότητα της διμερούς σχέσης.
Σε συνέντευξή του στο CNBC στις 13 Μαρτίου σημείωσε ότι, όπως και σε πολλές από τις συναντήσεις με την κινεζική πλευρά τον τελευταίο χρόνο, στόχος είναι να διασφαλιστεί η συνέχιση της σταθερότητας στις σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας.
Πρόσθεσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις σπάνιες γαίες που χρειάζονται για τη βιομηχανική τους βάση, ότι η Κίνα θα συνεχίσει να αγοράζει προϊόντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως αναμένεται και ότι οι ηγέτες των δύο χωρών θα έχουν την ευκαιρία να συναντηθούν ώστε να διασφαλίσουν ότι η σχέση εξελίσσεται προς την κατεύθυνση που επιθυμούν.
Της Dorothy Li
Με τη συμβολή του Frank Fang








