Ο Ρόμπερτ Κιγιοσάκι, συγγραφέας ενός από τα πιο επιτυχημένα βιβλία οικονομικής διαχείρισης όλων των εποχών, του Rich Dad Poor Dad («Πλούσιος μπαμπάς, φτωχός μπαμπάς»), έχει βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους να σκέφτονται όπως οι πλούσιοι και να αναλαμβάνουν τον έλεγχο των προσωπικών τους οικονομικών. Τώρα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για αυτό που, όπως λέει, είναι κρυφές κομμουνιστικές μέθοδοι που καταλαμβάνουν τα χρηματοπιστωτικά συστήματα του έθνους και ληστεύουν σιωπηρά τους Αμερικανούς από την αγοραστική τους δύναμη.
Ο Κιγιοσάκι διέγνωσε τη δημοσιονομική υγεία των Ηνωμένων Πολιτειών σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Γιαν Γιεκέλεκ, παρουσιαστή του «American Thought Leaders», στην EpochTV. Περιέγραψε συμπτώματα σε όλη τη χώρα, όπως αυξημένη έλλειψη στέγης, μια εύθραυστη οικονομία και χαμηλότερη ποιότητα ζωής για πολλούς Αμερικανούς.
Η γνώση είναι δύναμη
Όταν ο Κιγιοσάκι σπούδαζε στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 18 ετών, ένας καθηγητής Οικονομικών τον συμβούλευσε να διαβάσει το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του Καρλ Μαρξ, επειδή είναι σημαντικό να «γνωρίζεις τον εχθρό σου». Έμαθε το μάθημα και μετέπειτα επαφές με τον κομμουνισμό ενίσχυσαν την αποφασιστικότητά του να καταπολεμήσει την κομμουνιστική ιδεολογία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στο Σώμα Πεζοναυτών στο Βιετνάμ, πολεμώντας τους κομμουνιστές του Βορείου Βιετνάμ, στη Μάχη του Κουάνγκ Τρι μεταξύ άλλων. «Χάσαμε πολλούς άνδρες εκείνη την ημέρα. […] Από τότε πολεμώ τον κομμουνισμό διδάσκοντας τον καπιταλισμό», είπε.
Σύμφωνα με τον Κιγιοσάκι, οι κομμουνιστικές ιδεολογίες είναι πλέον ριζωμένες στην ακαδημαϊκή κοινότητα σε όλη τη χώρα. «Διδάσκω τον καπιταλισμό, αλλά στα σχολεία μας διδάσκουν μαρξιστές», επεσήμανε, παρατηρώντας ότι «το πρόβλημα είναι το σχολικό σύστημα· οι κομμουνιστές είναι ακαδημαϊκοί… [είναι] οι καθηγητές μας». Ορισμένοι, είπε, δεν αντιλαμβάνονται τη μολυσματική εξάπλωση της ιδεολογίας ή τις συνέπειές της, επειδή δεν έχουν ζήσει ποτέ υπό κομμουνιστική διακυβέρνηση. Είναι καλοί άνθρωποι, αλλά δεν αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρο το αξιακό τους σύστημα βασίζεται στο μορφωτικό τους επίπεδο και σε αυτό που θεωρούν νοημοσύνη. «Δεν ξέρουν τίποτα για τα χρήματα», κατέληξε.

Το μοντέλο για τον «φτωχό μπαμπά» στο βιβλίο του ήταν ο ίδιος ο πατέρας του, ο Ραλφ — ένας ακαδημαϊκός που έφτασε στη θέση του επιθεωρητή εκπαίδευσης στη Χαβάη. Ο «πλούσιος μπαμπάς» ήταν ο επιχειρηματίας πατέρας ενός φίλου, ο οποίος δίδαξε στον νεαρό Κιγιοσάκι πώς να χρησιμοποιεί τα χρήματα και το χρέος προς όφελός του.
Η κατανόηση του χρήματος και της νομισματικής πολιτικής είναι ουσιώδης για τη δημιουργία πλούτου, σύμφωνα με τον μεγιστάνα, ο οποίος υπέδειξε ότι το σημερινό δημοσιονομικό σύστημα της χώρας υποτιμά το δολάριο.
Έλεγχος του χρήματος
Ο Κιγιοσάκι περιγράφει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (U.S. Federal Reserve Bank – Fed) — η οποία ιδρύθηκε το 1913 με στόχο να σταθεροποιήσει τη νομισματική προσφορά του έθνους ύστερα από χρόνια ακραίας μεταβλητότητας και να αποτρέψει πανικούς — ως μαρξιστική οργάνωση. «Όταν η Fed ήρθε στην Αμερική, σήμανε το τέλος της Αμερικής — κλέβοντας την ελευθερία μας μέσω των χρημάτων μας», είπε. «Όπως γνωρίζουν οι περισσότεροι, υπάρχει ένα μεγάλο κίνημα για να καταργηθεί η Ομοσπονδιακή Τράπεζα, επειδή δεν είναι ομοσπονδιακή, δεν είναι αποθεματική και δεν είναι τράπεζα».

Επικαλέστηκε τον Νόμο του Γκρέσαμ — μια χρηματοοικονομική αρχή που πήρε το όνομά της από τον σερ Τόμας Γκρέσαμ, σύμφωνα με την οποία το υποτιμημένο ή «κακό» χρήμα εκτοπίζει το «καλό» από τα οικονομικά συστήματα —προειδοποιώντας για τις νομισματικές πολιτικές της κεντρικής τράπεζας.
Το αμερικανικό νόμισμα ήταν κάποτε ανταλλάξιμο με ασήμι ή χρυσό. Τα χαρτονομίσματα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας που κυκλοφορούν σήμερα, ωστόσο, δεν φέρουν εγγυήσεις, κάτι που οδηγεί σε σημαντικά υποτιμημένο νόμισμα, παρατήρησε ο Κιγιοσάκι. Οι μαρξιστές θέλουν να αποσταθεροποιήσουν την κοινωνία «παίρνοντας το χρήμα», είπε. «Κάνεις το χρήμα ψεύτικο, και αυτό συνέβη όταν μπήκε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα».
Ο Κιγιοσάκι ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο παρατηρώντας πώς η νομισματική πολιτική και οι αυταρχικές ιδεολογίες επηρεάζουν την οικονομία. Η παραμονή του στη Ζιμπάμπουε κατά την περίοδο της ακραίας υπερπληθωριστικής κρίσης τού έδωσε μια «εκ των έσω» εικόνα της κατάστασης, η οποία του φαίνεται παρόμοια με αυτήν στις Ηνωμένες Πολιτείες: «Συνέχισαν να τυπώνουν χρήμα και… η Ζιμπάμπουε κατέρρευσε. Η Αμερική κάνει το ίδιο».

Σύμφωνα με τον Κιγιοσάκι, η χαλαρή νομισματική πολιτική των τελευταίων πέντε ετών επιδείνωσε τις ανισότητες πλούτου και συνέβαλε στη δημιουργία κοινωνικών προβλημάτων. «Η έλλειψη στέγης εκτοξεύεται, γιατί κάθε φορά που τυπώνεις χρήμα δύο πράγματα ανεβαίνουν: οι φόροι και ο πληθωρισμός».
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για το πρόβλημα στέγασης δείχνουν ότι ο αριθμός των αστέγων αυξήθηκε κατά 18% σε εθνικό επίπεδο μεταξύ 2023 και 2024· τουλάχιστον 770.000 άνθρωποι ζουν στον δρόμο σε όλη τη χώρα, σύμφωνα με το υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης (Department of Housing and Urban Development).
Όσον αφορά τη φορολόγηση, ο Κιγιοσάκι προτείνει να μελετήσουν όλοι την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών και την ίδρυση της IRS. Προειδοποίησε ότι οι φόροι είναι ζωτικά συστατικά των κομμουνιστικών συστημάτων και είπε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «ιδρύθηκαν ως φορολογική εξέγερση κατά της Μητέρας Αγγλίας», με μακρά ιστορία διαμαρτυρίας κατά της φορολόγησης. Ο ίδιος συμβουλεύει την ομάδα των λογιστών του να αποφεύγει τη φορολογία χρησιμοποιώντας κάθε νόμιμη επιλογή που είναι διαθέσιμη.
Είπε: «Είμαι καπιταλιστής. Πληρώνω μηδενικούς φόρους νόμιμα [και] αρνούμαι να παίξω αυτό το παιχνίδι, γιατί αυτό για το οποίο χρησιμοποιούνται αυτοί οι φόροι είναι να δημιουργούν πολέμους. Είναι τραγικό».
Κατανοώντας τον καπιταλισμό
Παρότι προειδοποιεί για αυτά τα προβληματικά εσωτερικά συστήματα, ο Κιγιοσάκι είπε ότι ενθαρρύνει τους ανθρώπους να παραμένουν αισιόδοξοι και προσηλωμένοι. Η επιτυχία σε καπιταλιστικές προσπάθειες, είπε, απαιτεί σχεδιασμό και κατανόηση του χρέους, της χρηματοδότησης και του τρόπου χρήσης του χρήματος ώστε να παράγει θετική ταμειακή ροή.
Η αξιοποίηση της ίδιας συμμετοχής για την απόκτηση περισσότερων περιουσιακών στοιχείων — δανειζόμενος χρήματα όταν αυξάνονται, για παράδειγμα, οι αξίες των κατοικιών, ώστε να αγοράσει περισσότερα ακίνητα προς ενοικίαση — είναι μια μέθοδος που, όπως είπε, τού απέφερε σημαντικές ανταμοιβές σε όλη την καριέρα του, αν και η διαδικασία δεν γίνεται εύκολα κατανοητή σε όσους δεν ασχολούνται με αυτή.

Ο Κιγιοσάκι έχτισε την αυτοκρατορία του αποταμιεύοντας χρήματα για να επενδύει σε απτά περιουσιακά στοιχεία, όπως οικιστικά και εμπορικά ακίνητα, ασήμι και χρυσό, κτηνοτροφικά ράντσα, πετρελαιοπηγές και άλλα. Δήλωσε ότι είναι «άνθρωπος που θέλει να βλέπει, να αγγίζει και να νιώθει», και ότι μένει σε ό,τι του αρέσει και σε ό,τι τον ενδιαφέρει.
Προτάσεις για επενδυτές
Δεν υπάρχουν δύο ίδιες διαδρομές και ότι κάθε άτομο πρέπει να βρει αυτό που είναι κατάλληλο για τον εκείνον, επεσήμανε. «Υπάρχουν ένα εκατομμύριο δρόμοι προς τον οικονομικό παράδεισο [και] ένα δισεκατομμύριο δρόμοι προς την οικονομική κόλαση· οι περισσότεροι άνθρωποι πηγαίνουν στην οικονομική κόλαση».
Αυτό που προέβλεψε είναι μεταβλητότητα στο χρηματιστήριο, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά πολλούς σημερινούς και μελλοντικούς συνταξιούχους που επένδυσαν τις αποταμιεύσεις τους σε δείκτες, σε προγράμματα 401(k), σε ατομικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς (Individual Retirement Account – IRA) και σε άλλα παραδοσιακά χρηματοοικονομικά μέσα. «Η γενιά μου, η μεταπολεμική γενιά, θα τους τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια. […] Όταν αυτή η αγορά πέσει, κάτι που συμβαίνει τώρα, δεν θα έχουν σύνταξη».

Είπε ότι τα ομόλογα είναι υπερβολικά ριψοκίνδυνα για τα δικά του γούστα, επειδή η Κίνα και η Ιαπωνία είναι πωλητές. Προτιμά τις επενδύσεις σε ακίνητα και διαχειρίζεται ένα χαρτοφυλάκιο περίπου 1.500 ακινήτων προς ενοικίαση.
Η συμβουλή του σε όσους επιθυμούν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του είναι να βρουν ένα θέμα που τους παθιάζει και να αφιερώσουν χρόνο και πόρους για να εντοπίσουν ευκαιρίες.
«Μέχρι σήμερα — μπορείς να ρωτήσεις τους βοηθούς μου — το μόνο που κάνω είναι να κοιτάω συμφωνίες. […] Γίνεται συνήθεια […] Εκπαιδεύεις τον εαυτό σου να έχει τις δεξιότητες και τη νοοτροπία ενός πλούσιου ανθρώπου, αλλά πρέπει να καταβάλλεις κόπο».
Όπως είπε, το επιτραπέζιο παιχνίδι Monopoly τού έμαθε πολλά για τον καπιταλισμό και την οικονομική ελευθερία και εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του ένα 10χρονο αγόρι που παίζει ένα παιχνίδι.
«Έχω χάσει πολλά χρήματα στη ζωή μου. Έκανα πολλά λάθη, αλλά ακόμα παίζω Monopoly. Μερικές φορές κερδίζεις και μερικές φορές χάνεις, αλλά κάθε φορά που χάνεις, γίνεσαι πιο έξυπνος».
Των Travis Gillmore και Jan Jekielek








