Ολόκληρη δεκαετία βρισκόταν στο στόχαστρο των αρχών ο επονομαζόμενος «Έλληνας Εσκομπάρ», κατά κόσμον Αλέξανδρος Αγγελόπουλος, 61 ετών, που συνελήφθη πρόσφατα στην Κατερίνη για τη μεταφορά τεράστιας ποσότητας κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική προς την Ευρώπη. Η σύλληψή του δεν αποτελεί μόνο μια μεγάλη επιχειρησιακή επιτυχία για τις ελληνικές και τις διεθνείς Αρχές, αλλά αποκαλύπτει και μια πολυστρωματική, ιδιαίτερα εξελιγμένη δομή διακίνησης ναρκωτικών, η οποία φέρεται να λειτουργούσε για χρόνια με βιτρίνα τις αλιευτικές δραστηριότητες και με βαθιές διασυνδέσεις με καρτέλ της Λατινικής Αμερικής. Η υπόθεση του αλιευτικού «Ουρανία Α» καταγράφεται ήδη ως ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα στη διεθνή διακίνηση κοκαΐνης των τελευταίων ετών και προσφέρει ένα σπάνιο «παράθυρο» στον τρόπο δράσης ενός σύγχρονου ναρκοδικτύου με ελληνική υπογραφή.
Ο Αλέξανδρος Αγγελόπουλος είναι γνωστός στις ελληνικές και ξένες αρχές από τη δεκαετία του ’80. Το παρατσούκλι «Έλληνας Εσκομπάρ» δεν είναι επικοινωνιακή υπερβολή: το όνομά του έχει συνδεθεί με μερικές από τις μεγαλύτερες υποθέσεις κοκαΐνης που πέρασαν από τα ελληνικά δικαστήρια, ενώ κατά καιρούς έχει εμφανιστεί και σε δικογραφίες για λαθρεμπόριο τσιγάρων και εμπόριο όπλων. Παρά τις καταδίκες και τις διώξεις, κατόρθωνε να επανέρχεται στο προσκήνιο της παρανομίας, χτίζοντας κάθε φορά ένα πιο σύνθετο πλέγμα επαφών και μεσολαβητών.
Κεντρικό ρόλο στο δίκτυο που φέρεται να είχε στήσει τα τελευταία χρόνια είχε ένας στόλος αλιευτικών σκαφών. Σκάφη που στα χαρτιά εμφανίζονταν ως επαγγελματικά καΐκια ή ακόμη και ως σκάφη αναψυχής, στην πράξη όμως λειτουργούσαν ως «ναρκοσκάφη», αναλαμβάνοντας να παραλαμβάνουν κοκαΐνη από διεθνή ύδατα ανοιχτά της Λατινικής Αμερικής ή των δυτικοαφρικανικών ακτών και να τη μεταφέρουν προς την Ευρώπη. Ο μηχανισμός ακολουθούσε τα νέα πρότυπα των καρτέλ: νομιμοφανής επιχειρηματική δραστηριότητα, διακριτικότητα, διαρκείς αλλαγές σημαίας και εταιρειών, διαδρομές που περνούσαν από λιμάνια με περιορισμένους ελέγχους.
Η σχέση του Αγγελόπουλου με τη διακίνηση κοκαΐνης έγινε πρώτη φορά φανερή το 2004, όταν οι ισπανικές αρχές εντόπισαν το πλοίο «Africa 1», ελληνικών συμφερόντων, να μεταφέρει περίπου 5,4 τόνους κοκαΐνης — μια από τις μεγαλύτερες ποσότητες που είχαν εντοπιστεί τότε σε ελληνική υπόθεση. Το σκάφος είχε αποπλεύσει από τον Πειραιά με προορισμό που στα χαρτιά ήταν η Τουρκία, όμως μέσω δορυφορικής παρακολούθησης αποκαλύφθηκε ότι είχε αλλάξει πορεία προς τον Ατλαντικό και τις δυτικές ακτές της Αφρικής. Ακολούθησε πολυήμερη παρακολούθηση, που οδήγησε στη σύλληψη του Αγγελόπουλου στη Στουτγκάρδη και στην καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη, ποινή η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε 22 έτη.
Η υπόθεση «Africa 1» θεωρείται σημείο καμπής. Μετά την αποκάλυψή της, οι μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης άρχισαν να μεταφέρονται κυρίως μέσα σε εμπορευματοκιβώτια, τα οποία ήταν κρυμμένα μέσα σε νόμιμα φορτία εμπορικών πλοίων. Ο Αγγελόπουλος, όμως, φέρεται να προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα. Αποφυλακίστηκε το 2015, έχοντας εκτίσει 11 χρόνια με βάση ευνοϊκές ρυθμίσεις, και σύμφωνα με τις Αρχές άρχισε σταδιακά να επανασυνδέεται με δίκτυα της Λατινικής Αμερικής, αξιοποιώντας παλιές γνωριμίες που, όπως λένε καλά ενημερωμένες πηγές, φτάνουν μέχρι τους διαδόχους του καρτέλ Μεντεγίν στην Κολομβία.
Η επιχείρηση με το «Ουρανία Α» ξεκίνησε, κατά τα φαινόμενα, από τη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Το σκάφος, ελληνικών συμφερόντων αλλά με πολωνική σημαία, απέπλευσε με δηλωμένη χρήση σκάφους αναψυχής, γεγονός που του επέτρεπε να κινείται με ακόμη λιγότερους ελέγχους. Από τις ακτές της Ελλάδας κινήθηκε προς τη Δυτική Αφρική και τη Σενεγάλη και στη συνέχεια μπήκε βαθιά στον Ατλαντικό με κατεύθυνση προς τις ακτές της Νότιας Αμερικής. Εκτιμάται ότι παρέλαβε το φορτίο κοκαΐνης περίπου 200 ναυτικά μίλια από τη στεριά, σε διεθνή ύδατα.
Εκείνη τη στιγμή είχε ήδη ενεργοποιηθεί ένας ευρύς μηχανισμός διεθνούς συνεργασίας. Η ελληνική αστυνομία, που — σύμφωνα με τις ίδιες πηγές — παρακολουθούσε τον Αγγελόπουλο και το δίκτυό του επί χρόνια, ενημέρωσε τις αμερικανικές αρχές (DEA), τη FRONTEX και το διακρατικό κέντρο MAOC-N, το οποίο συντονίζει επιχειρήσεις κατά της θαλάσσιας διακίνησης ναρκωτικών στον Ανατολικό Ατλαντικό. Το «Ουρανία Α» άλλαξε ρότα προς τις Αζόρες, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπο με κακοκαιρία και δεν μπόρεσε να ακολουθήσει το αρχικό σχέδιο. Γαλλικό πολεμικό πλοίο, στο πλαίσιο αποστολής επιτήρησης στην περιοχή, πραγματοποίησε ρεσάλτο, συνέλαβε τους πέντε επιβαίνοντες — τέσσερις Έλληνες και έναν Βούλγαρο — και ρυμούλκησε το σκάφος στη Μαρτινίκα.
Στο αμπάρι βρέθηκαν αρχικά περίπου πέντε τόνοι κοκαΐνης, με την ποσότητα να εκτιμάται ότι μπορεί να φτάνει συνολικά μέχρι και τους επτά τόνους, εφόσον εντοπιστούν όλα τα σημεία απόκρυψης. Η αξία του φορτίου στην ευρωπαϊκή χονδρική αγορά υπολογίζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα, αστυνομικοί της Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος σταμάτησαν το αυτοκίνητο του Αγγελόπουλου στην Πιερία και τον συνέλαβαν, ενώ παράλληλες επιχειρήσεις σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Πιερία και Θήβα οδήγησαν στη σύλληψη ακόμη πέντε προσώπων. Συνολικά, δέκα άτομα κατηγορούνται για συμμετοχή στο κύκλωμα.
Η δικογραφία αποτυπώνει μια πολυεπίπεδη δομή. Στην κορυφή βρίσκεται ο Αγγελόπουλος, ο οποίος φέρεται να είχε τον ρόλο του «στρατηγού»: επαφές με προμηθευτές στη Λατινική Αμερική, συντονισμός παραλαβών εν πλω, επιλογή διαδρομών, καθοδήγηση της μεταφοράς και της παράδοσης των φορτίων σε ευρωπαϊκό έδαφος. Δίπλα του, ένας 73χρονος συνεργάτης λειτουργούσε ως μόνιμος σύνδεσμος στις χώρες προέλευσης, ερχόμενος σε απευθείας επαφή με εκπροσώπους των καρτέλ και αναζητώντας δυνητικούς παραλήπτες στην Ευρώπη. Ένα νεότερο μέλος είχε την ευθύνη για τα σκάφη: αγορά, μετασκευές, τεχνικές παρεμβάσεις, εξοπλισμό, έκδοση εγγράφων.
Κομβικό ρόλο είχαν και οι λεγόμενοι «αχυράνθρωποι», δύο άνδρες που εμφανίζονταν τυπικά ως ιδιοκτήτες εταιρειών οι οποίες κατείχαν τα αλιευτικά. Εκτός από τη νομική κάλυψη, συμμετείχαν και ως μέλη πληρωμάτων στα ταξίδια, αναλαμβάνοντας παραλαβές, αποθήκευση και παράδοση των ναρκωτικών σε προκαθορισμένα σημεία στην ΕΕ. Τα κέρδη, σύμφωνα με την αστυνομία, εν μέρει νομιμοποιούνταν μέσω επενδύσεων-βιτρίνων και χορηγιών — μεταξύ άλλων σε τοπική ποδοσφαιρική ομάδα, όπου ο Αγγελόπουλος εμφανιζόταν ως γενναιόδωρος χρηματοδότης και «άνθρωπος της γειτονιάς».
Το προφίλ του κυκλώματος παραπέμπει σε δομές που συναντώνται εδώ και χρόνια στη Λατινική Αμερική: βαθιά γνώση των θαλάσσιων διαδρομών, χρήση «προπαρασκευαστικών» ταξιδιών για δοκιμή νέων δρόμων, εκμετάλλευση λιμανιών και σημείων με ελλιπείς ελέγχους, συνδυασμός νόμιμων και παράνομων δραστηριοτήτων. Στον Ατλαντικό, με κόμβους όπως η Σενεγάλη, η Γουινέα και τα νησιά της Καραϊβικής, βρίσκεται πλέον μία από τις βασικές οδούς της κοκαΐνης που κατευθύνεται προς την Ευρώπη. Εκεί ακριβώς έχουν εντατικοποιηθεί οι επιχειρήσεις του MAOC-N, του γαλλικού και άλλων ευρωπαϊκών Πολεμικών Ναυτικών, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Στην κατάθεση και την απολογία του, ο Αγγελόπουλος αρνήθηκε κάθε εμπλοκή, υποστηρίζοντας ότι είχε ήδη πουλήσει το συγκεκριμένο σκάφος και ότι δεν έχει καμία σχέση με το φορτίο που εντοπίστηκε. Η γραμμή της πλήρους άρνησης είναι αναμενόμενη σε τέτοιες υποθέσεις, ωστόσο οι Αρχές δηλώνουν ότι έχουν στη διάθεσή τους δορυφορικά δεδομένα, οικονομικά ίχνη και τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις που «δένουν» το παζλ της δράσης του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η πληροφορία ότι ο Αγγελόπουλος φαίνεται να ενεργούσε, τουλάχιστον την τελευταία περίοδο, για λογαριασμό ενός άγνωστου «επενδυτή», ένδειξη ότι πίσω από το κύκλωμα μπορεί να βρίσκονται ακόμη ισχυρότεροι παίκτες της παγκόσμιας αγοράς κοκαΐνης.
Οι οικονομικές διαστάσεις της υπόθεσης είναι τεράστιες. Μόνο από την επιχείρηση του «Ουρανία Α» το προσδοκώμενο παράνομο όφελος υπολογίζεται σε πάνω από 100 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά, αν επιβεβαιωθεί ότι παρόμοιες αποστολές είχαν γίνει και στο παρελθόν, τα κέρδη του δικτύου μπορεί να φτάνουν σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της υπόθεσης «Africa 1». Στον υπολογισμό πρέπει να προστεθεί και η αυξημένη παραγωγή κοκαΐνης τα τελευταία χρόνια — η Ευρώπη θεωρείται εξαιρετικά κερδοφόρα αγορά για τα καρτέλ, με τη ζήτηση να παραμένει υψηλή και τις τιμές σταθερά ελκυστικές για τους διακινητές.
Η επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του «Έλληνα Εσκομπάρ» δείχνει ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο διαμετακομιστικός κόμβος υπό παρακολούθηση, αλλά και ενεργός εταίρος στο διεθνές πλέγμα δίωξης των ναρκωτικών. Η ελληνική αστυνομία επικαλείται πλέον με αυτοπεποίθηση τον όρο «ελληνικό FBI» για τις υπηρεσίες της Δίωξης, καθώς σε αυτή την υπόθεση η ροή πληροφοριών ξεκίνησε από την Αθήνα προς τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες και όχι το αντίστροφο, όπως συνέβαινε συνήθως.
Η υπόθεση «Ουρανία Α» δείχνει πόσο ανθεκτικά, ευέλικτα και διεθνοποιημένα είναι τα σύγχρονα κυκλώματα. Ακόμη κι αν συγκεκριμένα δίκτυα εξαρθρωθούν, νέοι παίκτες σπεύδουν να καλύψουν το κενό, χρησιμοποιώντας τις ίδιες διαδρομές ή δημιουργώντας νέες. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ένας από τους πιο παλιούς παίκτες του ελληνικού υποκόσμου βρίσκεται ξανά αντιμέτωπος με βαρύ κατηγορητήριο, στέλνει ένα σαφές μήνυμα: ότι η εποχή που τέτοιες διαδρομές μπορούσαν να μένουν στο σκοτάδι επί δεκαετίες, με τη βοήθεια σημαδιών, εταιρειών-βιτρινών και κλειστών κοινοτήτων, δείχνει να τελειώνει. Το αν αυτό θα αποτυπωθεί και σε μείωση της ροής της κοκαΐνης προς την Ευρώπη, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί μόνο σε βάθος χρόνου.








