Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Παρασκευή διάταγμα με το οποίο ακυρώνει την εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων μικροτσίπ και παραγωγής ημιαγωγών της εταιρείας Emcor από την εταιρεία HieFo, επικαλούμενος ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Η εν λόγω απόφαση απαγορεύει στη HieFo, η οποία έχει έδρα στο Ντέλαγουερ αλλά ελέγχεται από Κινέζο υπήκοο, να κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνουν τις ψηφιακές μονάδες μικροτσίπ και τις σχετιζόμενες δραστηριότητες σχεδιασμού, παραγωγής και επεξεργασίας, τα οποία είχαν αγοραστεί από την Emcor, εταιρεία με έδρα το Νιου Τζέρσεϋ.
Στο προεδρικό διάταγμα επισημαίνεται πως υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι η HieFo, αποκτώντας τα περιουσιακά στοιχεία της Emcor, θα μπορούσε να προβεί σε ενέργειες που απειλούν να βλάψουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, ορίζεται δε πως η εταιρεία έχει προθεσμία 180 ημερών για να εκποιήσει όλα τα εν λόγω στοιχεία, εκτός εάν η Επιτροπή Ξένων Επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες (CFIUS) παρατείνει τη διορία.
Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί διυπηρεσιακό όργανο το οποίο εξετάζει ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ ως προς τους πιθανούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια. Ο πρόεδρος πήρε την απόφαση έπειτα από σχετική γνωμοδότηση της CFIUS, που διαπίστωσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια λόγω της συναλλαγής, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών. Οι ανησυχίες αφορούσαν όχι μόνο την πρόσβαση της HieFo στη πνευματική ιδιοκτησία, τεχνογνωσία και ειδικές γνώσεις της Emcor, αλλά και τον κίνδυνο να μεταφερθούν τα μικροτσίπ που παράγει η Emcor εκτός ΗΠΑ.
Σύμφωνα με το διάταγμα, η HieFo και οι συνδεδεμένες εταιρείες της υποχρεούνται να εκποιήσουν κάθε συμφέρον και δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων της Emcor, όπου κι αν αυτά βρίσκονται. Σε αυτά περιλαμβάνονται συμβόλαια, αποθέματα, υλικά αγαθά, εξοπλισμός, πάγια, απαιτήσεις, άδειες λειτουργίας, ακίνητα (μισθωμένα ή ιδιόκτητα της Emcor) και διανοητική ιδιοκτησία.
Με ανακοίνωσή της το 2024, η HieFo είχε γνωστοποιήσει την ολοκλήρωση της εξαγοράς σχεδόν όλων των μη βασικών και παροπλισμένων δραστηριοτήτων παραγωγής μικροτσίπ και της μονάδας επεξεργασίας δισκίων NP της Emcor. Η συμφωνία προέβλεπε τη μεταβίβαση εξοπλισμού, συμβολαίων, διανοητικής ιδιοκτησίας και αποθεμάτων από τις εγκαταστάσεις της Emcor στην Αλάμπρα της Καλιφόρνια. Στην ίδια ανακοίνωση, οι Γκονζάο Ζανγκ και Χάρρυ Μουρ αναφέρονταν ως συνιδρυτές της νέας εταιρείας. Ο Ζανγκ, μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος μηχανικής της Emcor, ανέλαβε διευθύνων σύμβουλος της HieFo.
«Με αξιοποίηση περισσότερων από σαράντα ετών καινοτομίας της Emcor στα οπτικο-ηλεκτρονικά, θα συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τις πιο καινοτόμες και ανατρεπτικές λύσεις για τους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, της διασύνδεσης δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε ο Ζανγκ. «Διαθέτοντας έμπειρη βασική ομάδα και ισχυρή οικονομική στήριξη, θα επανεκκινήσουμε τις λειτουργίες με ταχύ ρυθμό».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ μπλοκάρει ανάλογη συμφωνία. Τον Ιούλιο είχε εκδώσει διάταγμα που ακύρωνε την εξαγορά της εταιρείας Jupiter Systems του Ντέλαγουερ από την κινεζικών συμφερόντων Suirui International. Η απόφαση ελήφθη κατόπιν γνωμοδότησης της CFIUS, η οποία διαπίστωσε κινδύνους λόγω της πιθανής χρήσης προϊόντων της Jupiter σε στρατιωτικά συστήματα και κρίσιμες υποδομές. Με το διάταγμα, ο πρόεδρος διέταξε την ακύρωση της εξαγοράς, η οποία είχε ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του 2020, και την υποχρέωση της εταιρείας με έδρα το Χονγκ Κονγκ να εκποιήσει όλα τα δικαιώματά της στη Jupiter.
Στις 21 Φεβρουαρίου 2025, ο Τραμπ είχε υπογράψει υπόμνημα για την αντιμετώπιση των απειλών στην εθνική ασφάλεια που πηγάζουν από κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το υπόμνημα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αξιοποιήσουν κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της CFIUS, για να περιορίσουν τις κινεζικές επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνολογία, οι υποδομές, η υγεία, η γεωργία, η ενέργεια και οι πρώτες ύλες».
Όπως τόνισε ο Λευκός Οίκος σε ενημερωτικό σημείωμα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεσπίσουν νέους κανόνες για να αποτρέψουν την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, της τεχνολογίας και της γνώσης της χώρας από εχθρικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, διασφαλίζοντας ότι μόνο επενδύσεις που εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα θα εγκρίνονται».








