Στην εποχή του Trump 2.0, ακόμη και οι πιο ισχυροί τραπεζίτες της Wall Street επιλέγουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν πρόκειται για πολιτικά ζητήματα. Η άτυπη στρατηγική μοιάζει να είναι μία: χαμογέλα, πες «ναι» και μην τραβάς την προσοχή επάνω σου.
Όμως, όταν μια πρόταση του Ντόναλντ Τραμπ για την αντιμετώπιση της ακρίβειας άγγιξε την ίδια την καρδιά των τραπεζικών κερδών, το κλίμα φάνηκε να αλλάζει και αρκετοί ισχυροί παράγοντες της Wall Street είπαν «όχι» στον Trump, δημοσίως και με έντονο τρόπο.
Το αποτέλεσμα ήταν την Πέμπτη ο Αμερικανός πρόεδρος να καταθέσει αγωγή κατά της JP Morgan Chase και του διευθύνοντος συμβούλου της, Τζέιμι Ντάιμον (Jamie Dimon), με αφορμή το λεγόμενο «debanking» — δηλαδή το κλείσιμο των λογαριασμών του Τραμπ μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Τώρα ο Τραμπ ζητά αποζημίωση 5 δισ. δολαρίων.
Η αγωγή πιθανότατα ετοιμαζόταν εδώ και καιρό, αφού ο Τραμπ είχε αφήσει υπαινιγμούς στο παρελθόν. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι ενδεικτική: κατατέθηκε μία ημέρα αφότου ο Ντίμον δήλωσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ότι η πρόταση Τραμπ να μειωθούν σχεδόν στο μισό τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών θα οδηγούσε σε «οικονομική καταστροφή».
Η δημόσια αυτή κριτική μοιάζει να έσπασε έναν άγραφο κανόνα που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των ηγετών της αμερικανικής επιχειρηματικής ελίτ: μην πας κόντρα στον Τραμπ, ακόμη κι αν οι πολιτικές του πλήττουν άμεσα τα συμφέροντα της εταιρείας σου.
Όταν, για παράδειγμα, επέβαλε την περασμένη άνοιξη υψηλούς δασμούς που απειλούσαν την κερδοφορία των επιχειρήσεων, οι CEO τήρησαν σιγή. Το ίδιο έγινε όταν επιτέθηκε στη Federal Reserve, της οποίας η ανεξαρτησία θεωρείται κρίσιμη για τη σταθερότητα της οικονομίας. Ακόμη κι όταν άρχισε να εμπλέκεται πιο ενεργά σε ιδιωτικές εταιρείες — ζητώντας μερίδιο από τα έσοδα κολοσσών όπως η Nvidia και η Intel — σχεδόν κανείς δεν αντέδρασε δημοσίως.
Η πραγματικότητα είναι πως ο Τραμπ έχει εξελιχθεί σε φόβητρο για πολλές μεγάλες επιχειρήσεις. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, αυτός και η κυβέρνησή του έχουν ερευνήσει, μηνύσει ή κατηγορήσει εταιρείες που θεωρούν εχθρικές, όπως το CBS, τους New York Times και τη Wall Street Journal. Παράλληλα, έχει απειλήσει εταιρείες όπως η Apple με βαρείς δασμούς, ενώ φέρεται να προσπάθησε να μπλοκάρει κινήσεις της Exxon στη Βενεζουέλα, επειδή δεν του άρεσε η στάση του διευθύνοντος συμβούλου της.
Στο παρασκήνιο, ορισμένες επιχειρηματικές ομάδες επεξεργάζονταν σχέδια αντίδρασης για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Όμως αυτά τα σχέδια δεν προχώρησαν, καθώς πολλοί CEO φοβούνται τις συνέπειες μιας πιθανής σύγκρουσης με τον Λευκό Οίκο.
Για τη Wall Street, η «κόκκινη γραμμή» ξεπεράστηκε όταν ο Τραμπ πρότεινε πλαφόν 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 9 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος υποστήριξε ότι οι εταιρείες καρτών «δεν θα κλέβουν πια τον κόσμο», αναφερόμενος στο μέσο επιτόκιο γύρω στο 20%. Αν και ένα τέτοιο μέτρο πιθανότατα απαιτεί έγκριση από το Κογκρέσο, η δήλωση ήταν αρκετή για να αναστατώσει τη Wall Street, οδηγώντας σε ασυνήθιστα επικριτικές τοποθετήσεις.
Η διευθύνων σύμβουλος της Citigroup, Τζέιν Φρέιζερ (Jane Fraser), δήλωσε ξεκάθαρα ότι το πλαφόν επιτοκίων «δεν είναι κάτι που μπορούν να στηρίξουν».
Ο διευθύνων σύμβουλος της Bank of America, Μπράιαν Μόυνιχαν (Brian Moynihan), τόνισε ότι ένα τέτοιο όριο θα οδηγούσε σε περιορισμό της πίστωσης: λιγότεροι άνθρωποι θα έπαιρναν κάρτες και θα μειωνόταν και το διαθέσιμο υπόλοιπο για χρήση.
Όμως η δήλωση του Ντάιμον στο Νταβός ήταν πιο «μετωπική». Και αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχεται από την πιο ισχυρή φιγούρα της Wall Street — και από κάποιον που έχει ήδη τεταμένο ιστορικό με τον Τραμπ:
Το 2018, σε σχόλιο που ανακάλεσε σχεδόν αμέσως, ο Ντάιμον είχε πει ότι θα μπορούσε να νικήσει τον Τραμπ σε εκλογική αναμέτρηση «γιατί είμαι εξίσου σκληρός, αλλά πιο έξυπνος».
Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, ο Ντάιμον προσπάθησε να κρατήσει πιο ισορροπημένη στάση. Στο Νταβός ανέφερε ότι διαφωνεί με κάποιες πολιτικές του προέδρου, ότι συμφωνεί με άλλες, όμως απέφυγε να εξηγήσει γιατί οι CEO δεν αντιδρούν περισσότερο.
Ίσως να είχε ήδη διδαχθεί. Ωστόσο, μετά από μια μάλλον ήπια δήλωσή του για τα επιτόκια καρτών — ότι θα ήταν «δραματικό για τις subprime κάρτες» — καθώς και τη στάση του σχετικά με την ποινική έρευνα κατά του προέδρου της Fed («δεν είναι καλή ιδέα»), ο Τραμπ έβαλε προσωπικά στο στόχαστρο τον Ντάιμον . Στις 15 Ιανουαρίου, είπε ότι ο Ντάιμον «πιθανόν θέλει υψηλότερα επιτόκια», υπαινισσόμενος πως έτσι κερδίζει περισσότερα χρήματα. Δύο ημέρες αργότερα, αφότου η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Τραμπ είχε προσφέρει στον Ντίμον τη θέση του επικεφαλής της Fed, ο πρόεδρος ανακοίνωσε πως θα προχωρήσει σε αγωγή, διαψεύδοντας την είδηση της προσφοράς θέσης.
«Δεν έγινε ποτέ τέτοια προσφορά και, στην πραγματικότητα, θα μηνύσω την JP Morgan Chase μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες για το λανθασμένο και ακατάλληλο DEBANKING μου μετά τη διαμαρτυρία της 6ης Ιανουαρίου», έγραψε ο Τραμπ στο Truth Social.








