Κυριακή, 02 Οκτ, 2022
"Οι Άνδεις του Εκουαδόρ" του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς, 1855. Λάδι σε καμβά. Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Reynolda House.(Public domail)

Πώς ο ζωγράφος του 19ου αιώνα Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς δημιούργησε τέχνη γεμάτη ομορφιά και ελπίδα

Το έργο του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς

Γράφει ο Bob Kirchman

Η ιστορία διαδραματίζεται στην έπαυλη του Ρίτσαρντ Τζόσουα Ρέινολντς, Αμερικανού επιχειρηματία και ιδρυτή της R.J. Reynolds Tobacco Company στην Βόρεια Καρολίνα. Ένα από τα μικρά παιδιά της οικογένειας κοιτούσε με προσοχή έναν εξαιρετικά μεγάλο καμβά στο σαλόνι της οικογένειας. Η μητέρα του το ρώτησε τι θαύμαζε στον πίνακα. Εκείνο απάντησε: «Δεν ξέρω: Κοιτάζω την εκκλησία». Πράγματι, κοιτούσε τις «Άνδεις του Εκουαδόρ», έναν πίνακα του μεγάλου καλλιτέχνη Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς. Σκεπτόμενη ότι το παιδί αντιλήφθηκε τον μεγάλο καλλιτέχνη σε τόσο τρυφερή ηλικία, τον συνόδευσε στην εξερεύνηση του έργου τέχνης – για να ανακαλύψει το εκκλησάκι με την κόκκινη κεραμοσκεπή, μια μικρή λεπτομέρεια στον τεράστιο πίνακα. Αυτή ήταν η «εκκλησία» που τράβηξε το παιδί. Οι επικοί πίνακες του Φρέντερικ Τσερτς κατέληξαν στα μεγαλοπρεπή σπίτια των πλούσιων πατρώνων, οι οποίοι πιθανώς να τους διέφυγαν πολλές από τις λεπτομέρειες στους πίνακες που είχαν αγοράσει. Ο τεράστιος όγκος των λεπτών λεπτομερειών που αποδόθηκαν, πιθανώς απαιτούσε «ένα μικρό παιδί [για να] τους οδηγήσει» (Ησαΐας 11:6). Η αλήθεια είναι ότι ο Τσερτς ήταν ένας πολύ πνευματικός άνθρωπος και το έργο του αντανακλούσε την αίσθηση του αόρατου χεριού πίσω από το τοπίο που τόσο όμορφα απέδιδε.

Ο Φρέντερικ Τσερτς έμαθε πολλά από τον Πρώσο φυσιοδίφη Αλεξάντερ φον Χούμπολντ, ο οποίος είχε γράψει για τη Νότια Αμερική και ενθάρρυνε τους ζωγράφους να πάνε και να αποτυπώσουν την ομορφιά του Νέου Κόσμου. Ο Χούμπολντ εκτιμούσε τα σκίτσα πεδίου στο έργο του, και ο Τσερτς επηρεάστηκε πολύ από αυτό. Στα δικά του ταξίδια, έκανε πολλά μικρά προπαρασκευαστικά έργα. Ποτέ δεν έκανε τους μεγάλους του καμβάδες plein air – επιτόπου στην ύπαιθρο, αλλά μάλλον ζωγράφιζε και ολοκλήρωνε τα έργα του από τις άφθονες μελέτες του στο πεδίο. Δουλεύοντας με αργούς ρυθμούς, συνήθως ολοκλήρωνε έναν από τους μεγάλους καμβάδες του στη διάρκεια ενός έτους. Οι ήρεμοι, φωτεινοί ουρανοί του είναι το αποτέλεσμα της υπομονετικής ανάμειξης των στρώσεων ελαιοχρώματος. Συχνά ζωγράφιζε τη χρυσή λάμψη του πρωινού ή του απογεύματος.

«Φυσική Γέφυρα, Βιρτζίνια» (Natural Bridge, Virginia) του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς, 1852. Λάδι σε καμβά. Μουσείο Τέχνης Fralin. (Public domain)

 

Ο Τσερτς άρχισε να ζωγραφίζει σε μια εποχή που οι περισσότεροι μεγάλοι στοχαστές εξακολουθούσαν να βλέπουν το χέρι του Θεού στη Δημιουργία. Ο Αμερικανός ιστορικός τέχνης Ντέβιντ Χάντιγκτον (David C. Huntington), σχολίασε το τοπίο των Άνδεων:

«Όπως ο Αδάμ στην αυγή της ανθρώπινης συνείδησης, ο θεατής αφυπνίζεται από την ομορφιά της γης που τόσο καιρό τον προετοίμαζε. Ωστόσο, αυτή η πρώτη αφύπνιση είναι, στην πραγματικότητα, μιας ανώτερης συνείδησης. Η συνείδηση μιας ψυχής που αναγεννιέται εν Χριστώ, καθώς με φρέσκα μάτια βλέπει τα πάντα με έναν καινούργιο τρόπο».

Ο Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς γεννήθηκε στις 4 Μαΐου 1826 στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και του παρείχε άφθονες ευκαιρίες για να σπουδάσει. Στο Γυμνάσιο του Χάρτφορντ έγινε αντιληπτό το καλλιτεχνικό του ταλέντο- σε ηλικία 15 ετών του ζητήθηκε να διδάξει μια τάξη ζωγραφικής. Την επόμενη χρονιά, ο Τσερτς μαθήτευσε με δύο τοπικούς ζωγράφους, τον Μπέντζαμιν Κόου και τον Αλεξάντερ Έμονς. Ο πατέρας του Τσερτς, ο Τζόζεφ, ήταν φίλος με έναν χορηγό τέχνης, τον Ντάνιελ Γουάντσγουορθ. Όταν ο Φρέντερικ εξέφρασε την επιθυμία του να κάνει καριέρα στη ζωγραφική, ο Γουάντσγουορθ του έγραψε μια συστατική επιστολή γνωριμίας με τον μεγάλο ζωγράφο Τόμας Κόουλ. Σε ηλικία 18 ετών, ο Τσερτς έγινε μαθητής του Κόουλ και έζησε στην ιδιοκτησία του Κόουλ στο Κάτσκιλ της Νέας Υόρκης.

Πορτρέτο του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς από τον Ναπόλεον Σαρόνι, 1868. (Βιβλιοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης της Τέχνης, Ουάσινγκτον, DC.)

 

Ο Κόουλ δίδασκε τον νεαρό για δύο χρόνια, μεταδίδοντάς του έναν πλούτο από διάφορες τεχνικές και χρωματικές παλέτες. Αυτή την εκπαίδευση την ενίσχυσε με μια εντατική διδασκαλία στην τέχνη του σκίτσου. Το πιο σημαντικό, επέτρεψε στον νεαρό καλλιτέχνη να απορροφήσει την πίστη του στη μεγάλη δύναμη και την ομορφιά του φυσικού κόσμου. Το πρώιμο έργο του Τσερτς ήταν αρκετά παρόμοιο με αυτό του Κόουλ, καθώς αναπτύχθηκε η Σχολή του ποταμού Χάντσον, ο Τσερτς ανέδειξε το δικό του ύφος. Ο λουμινισμός, ένα στυλ ζωγραφικής που έδινε έμφαση στο φως στην απεικόνιση του τοπίου, οδήγησε τον Τσερτς να ζωγραφίζει πολύ μεγάλους καμβάδες με αρμονικές, ελάχιστα αισθητές πινελιές.

Αρχικά, ο Φρέντερικ Τσερτς ζωγράφισε τον Χάντσον και τα γύρω βουνά, καθώς και άλλες σκηνές της Νέας Αγγλίας. Ο Βρετανός κριτικός τέχνης Τζον Ράσκιν είπε για αυτά τα έργα, που συχνά ζωγραφίζονταν στο λυκόφως ή στο χρυσαφένιο φως της αυγής, ότι υπονοούσαν «[την] άμεση παρουσία του ίδιου του Θεού που μας επισκέπτεται, μας κρίνει και μας ευλογεί». Ο Ράσκιν πίστευε ότι τα τοπία ήταν ο ιδανικός τρόπος έκφρασης της πνευματικής πρόθεσης. Ο Τσερτς σίγουρα ανέπτυξε αυτή τη μεταφορά, αλλά σε αντίθεση με τους παλαιότερους ζωγράφους του 19ου αιώνα, δεν δημιούργησε αλληγορικά έργα. Προτιμούσε να αναπτύσσει τη ζωγραφική του με μια διακριτική ανθρώπινη παρουσία, συχνά ελάχιστα ορατή, η οποία προσκαλούσε τους θεατές να εισέλθουν στους απέραντους πίνακες και να κάνουν τις δικές τους ανακαλύψεις. Ο Τσερτς ήταν ο νεότερος που εισήχθη στην Εθνική Ακαδημία Σχεδίου το 1848. Αφού εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, πήρε τον πρώτο του μαθητή, τον Γουίλιαμ Στίλμαν. Ο Τσερτς εγκατέλειπε το στούντιό του την άνοιξη και ταξίδευε όλο το καλοκαίρι, συχνά με τα πόδια. Κάθε χειμώνα επέστρεφε στο στούντιο για να ζωγραφίσει και να πουλήσει τα έργα του.

«Η καρδιά των Άνδεων»του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς, 1859. Λάδι σε καμβά. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης. (Public domain)

 

Σε αντίθεση με πολλούς νέους καλλιτέχνες, ο Τσερτς είχε τα μέσα να ταξιδέψει. Τα απέραντα τοπία της Δύσης τον καλούσαν, καθώς και τα «άγρια» τοπία. Συχνά ταξίδευε σε απομακρυσμένες τοποθεσίες με μια ομάδα φίλων του, κάνοντας πολυάριθμες μελέτες και σκίτσα ενώ κατασκήνωνε επιτόπου. Αυτά τα ταξίδια συνήθως διαρκούσαν μήνες. Από τις πολλές μελέτες του, ολοκλήρωνε τους μεγάλους καμβάδες του όταν επέστρεφε στο στούντιό του. Δεν ήταν ασυνήθιστο για τον ίδιο να περάσει ένα χρόνο για να ολοκληρώσει ένα από τα μεγάλα έργα του. Ήταν σθεναρός παρατηρητής. Όταν ζωγράφισε τη Φυσική Γέφυρα της Βιρτζίνια, αποτύπωσε τα λεπτά στοιχεία της βραχώδους αψίδας, έτσι ώστε όλοι όσοι την γνωρίζουν σήμερα να αναγνωρίζουν μικρολεπτομέρειες του μεγάλου φυσικού θαύματος.

Καθώς ο Τσερτς ανέπτυξε σημαντική πελατεία, οι πίνακές του πωλούνταν σε πολύ υψηλές τιμές. Ένας από τους προστάτες του, ο Σάιρους Γουέστ Φιλντ, επεδίωκε να αναπτύξει επιχειρηματικές δραστηριότητες στη Νότια Αμερική. Προκειμένου να προσελκύσει επενδυτές, χρηματοδότησε τα ταξίδια του Τσερτς εκεί. Ο Τσερτς πραγματοποίησε στην πραγματικότητα δύο ταξίδια στη Νότια Αμερική, το 1853 και το 1857. Το 1859 παρουσίασε τον πίνακα «Η καρδιά των Άνδεων». Πέντε μέτρα ύψος και σχεδόν 10 μέτρα πλάτος. Οι λάτρεις της τέχνης πλήρωναν είσοδο για να τον δουν και τους δίνονταν γυαλιά όπερας προκειμένου να απολαύσουν τις λεπτομέρειες του πίνακα. Η αίθουσα ήταν σκοτεινή και ο πίνακας ήταν ακάλυπτος και φωτισμένος με προβολείς για να εντείνει την δραματικότητα. Το έργο τέχνης σημείωσε μεγάλη επιτυχία και πωλήθηκε για 10.000 δολάρια – την υψηλότερη τιμή που είχε λάβει ποτέ Αμερικανός καλλιτέχνης εκείνη την εποχή. Ο Τσερτς θα παρουσίαζε τα μεγάλα έργα του στις ετήσιες εκθέσεις της Εθνικής Ακαδημίας Σχεδίου, της Αμερικανικής Ένωσης Τέχνης και της Λέσχης Τέχνης της Βοστώνης. Μοιράστηκε τη σκηνή με φωστήρες της Σχολής του ποταμού Χάντσον, όπως ο Τόμας Κόουλ, ο Τζάσπερ Κρόπσι, ο Τζον Φ. Κένσετ και ο Άσερ Μπράουν Ντουράντ.

“Mt. Ktaadn” του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς, 1853. Λάδι σε καμβά. Πινακοθήκη του Πανεπιστημίου Γέιλ. (Ευγενική παραχώρηση του Πανεπιστημίου Yale, New Haven, Conn.)

 

Ο Φρέντερικ Τσερτς παντρεύτηκε την Ισαμπέλ Καρνς το 1860. Αγόρασε ένα αγρόκτημα στο Χάντσον της Νέας Υόρκης και έχτισε ένα σχετικά ταπεινό σπίτι, ως καταφύγιο για την οικογένειά του. Η ζωή του Τσερτς άλλαζε -και ο κόσμος γύρω του άλλαζε επίσης. Στον πίνακα του 1860 με τίτλο «Λυκόφως στην ερημιά» (Twilight in the Wilderness), το τοπίο του Τσερτς αντανακλά τη μεγάλη αναταραχή της χώρας που θα ξεσπούσε στον Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Τσερτς δεν ταξίδεψε κατά τα χρόνια του πολέμου. Ενώ ο ίδιος δεν υπηρέτησε, έχασε έναν στενό του φίλο στη σύγκρουση. Τα δύο παιδιά του πέθαναν από διφθερίτιδα τον Μάρτιο του 1865. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι περισσότεροι στη χώρα είχαν συγκινηθεί από την τραγωδία. Το κτίριο του Καπιτωλίου του Τόμας Τζέφερσον στο Ρίτσμοντ υψωνόταν πάνω από ένα ερημωμένο σκηνικό – μιας ερήμωσης που μιλούσε για την ευθραυστότητα του πολιτισμού.

Μετά τον πόλεμο, ο Τσερτς γοητεύτηκε από τη μελέτη των πολιτισμών του παρελθόντος. Το 1867 πραγματοποίησε προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ και στη Μέση Ανατολή, ταξιδεύοντας με την οικογένειά του. Τα σκίτσα και οι μελέτες του εκεί και αργότερα στην Ευρώπη του επέτρεψαν να ζωγραφίσει μεγάλους καμβάδες -έναν το χρόνο για τα επόμενα χρόνια. Αυτοί οι πίνακες δεν ήταν οι παρθένες φυσικές σκηνές που συνέθεσε στις αρχές της καριέρας του- ήταν η απεικόνιση των ερειπίων και των αντικειμένων των αρχαίων πολιτισμών. Μελέτησε την περσική αρχιτεκτονική και τα ελληνικά και ρωμαϊκά ερείπια. Έγιναν το θέμα για μια νέα σειρά έργων που απομακρύνθηκαν από την αθωότητα της προηγούμενης δουλειάς του.

«Η Συρία δίπλα στη θάλασσα» του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς, 1873. Λάδι σε καμβά. Ινστιτούτο Τεχνών του Ντιτρόιτ. (Public domain)

 

«Ο Παρθενώνας» του Φρέντερικ Έντουιν Τσερτς, 1871. Λάδι σε καμβά. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης. (Public domain)

 

Σύμφωνα με τον Κένεθ Μέγερς, επιμελητή του Ινστιτούτου Τεχνών του Ντιτρόιτ, «ο Τσερτς ζωγράφισε έξι σημαντικούς πίνακες, ουσιαστικά έναν κάθε χρόνο στα χρόνια που ακολούθησαν τα ταξίδια του. Η «Συρία δίπλα στη θάλασσα» (ο πέμπτος πίνακας), σε αντίθεση με κάποιους από τους προηγούμενους πίνακές του, είναι ένα εντελώς επινοημένο τοπίο. Ο Τσερτς συνδυάζει αρχιτεκτονικά ερείπια που αντικατοπτρίζουν τα πρώιμα ελληνορωμαϊκά ερείπια, τα ύστερα ρωμαϊκά ερείπια, τα οθωμανικά ερείπια και τα ερείπια της εποχής των Σταυροφόρων. Τα συγκεντρώνει όλα αυτά σε έναν πίνακα με τρόπο που μοιάζει να μας προσκαλεί να διαβάσουμε αυτόν τον πίνακα ως πίνακα που αφορά το πέρασμα του χρόνου», και συνεχίζει:

«Το πρώτο πλάνο είναι γεμάτο με αρχιτεκτονικά ερείπια. Νομίζω ότι θα έμοιαζε στους αρχικούς θεατές του Τσερτς πολύ με φωτογραφίες που είχαν δει από το Φρέντερικσμπεργκ ή το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, όταν οι πόλεις κείτονταν σε ερείπια. Έτσι, αυτοί οι πίνακες νομίζω ότι αφορούν τη φρίκη της ιστορίας, την καταστροφικότητα της ιστορίας, και όμως, όπως πάντα στους μεγάλους τελειωμένους πίνακες του Τσερτς, έχετε αυτό το λαμπρό φως του ήλιου που λάμπει πάνω από τα πάντα. Αυτό υποδηλώνει ότι παρά τον πόνο και την αγωνία της ανθρώπινης ζωής που είναι πραγματικές, και το γεγονός ότι όλοι γεννιόμαστε για να πεθάνουμε, παρ’ όλα αυτά υπάρχει ένας σκοπός στη ζωή και ένας σκοπός στην ιστορία».

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε