Παρά τη σαφή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα και την ευρωζώνη, διατηρούνται πιέσεις στην κατανάλωση και στη λειτουργία της αγοράς, όπως σημειώνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) στην ανάλυσή του, με βάση στοιχεία της Eurostat και τις ευρωπαϊκές προβλέψεις. Όπως επισημαίνει, η μείωση του πληθωρισμού δεν μεταφράζεται αυτόματα σε φθηνότερες τιμές, αναδεικνύοντας το φαινόμενο του λεγόμενου «έρποντος πληθωρισμού».
Το ΕΒΕΠ συγκρίνει την πορεία των τιμών στην Ελλάδα με την ευρωζώνη και εστιάζει στις επιπτώσεις για την ελληνική επιχειρηματικότητα.
Όπως τονίζεται σε ανακοίνωσή του, «το επιμελητήριο δεν περιορίζεται στην παρακολούθηση του πληθωρισμού, αλλά αναλαμβάνει ενεργό ρόλο μέσω της ανάλυσης των εξελίξεων, της ενημέρωσης των επιχειρήσεων, της διατύπωσης προτάσεων προς τα αρμόδια όργανα και της ανάδειξης μέτρων που μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις της ακρίβειας στην αγορά».
Αναλυτικά, αναφέρονται τα εξής:
Θεωρητικά, ακρίβεια χωρίς πληθωρισμό δεν υπάρχει. Ωστόσο, σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, το παράδοξο της ελληνικής αγοράς είναι ότι, ενώ ο ρυθμός του πληθωρισμού υποχωρεί, το κόστος ζωής δεν ακολουθεί αντίστοιχα. Έτσι, παραμένει η πίεση στα νοικοκυριά, με μεγάλο ποσοστό πολιτών να προσαρμόζει τον οικογενειακό προϋπολογισμό του, ενώ παράλληλα επιχειρήσεις διαμαρτύρονται για μείωση του όγκου πωλήσεων, αλλά και για τις επιβαρύνσεις από το κόστος στέγασης και ενέργειας.
Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, στο 2,9% διατήρησε η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) την εκτίμησή της για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο 2025. Την ίδια περίοδο, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στο 1,9%, από 2,1% τον Νοέμβριο, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα βρισκόταν στο 2,4%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,3% τον Δεκέμβριο, έναντι του 2,4% του Νοεμβρίου και του 2,7% του Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, επιβεβαιώνοντας τη γενικότερη τάση αποκλιμάκωσης των τιμών.
Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι τη μεγαλύτερη συμβολή στον ετήσιο πληθωρισμό της ευρωζώνης, τον Δεκέμβριο του 2025, είχαν οι υπηρεσίες, προσθέτοντας 1,54 ποσοστιαίες μονάδες. Ακολούθησαν τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός με 0,49 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά με 0,09 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, η ενέργεια είχε αρνητική συμβολή, αφαιρώντας 0,18 ποσοστιαίες μονάδες.
Τα στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει αισθητά σε σύγκριση με τα υψηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών και κινείται πλέον πιο κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στις τρέχουσες οικονομικές πολιτικές όσο και σε εξωγενείς παράγοντες, όπως η μείωση των τιμών της ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Μετά από την περίοδο των έντονων πληθωριστικών πιέσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα κινηθεί κοντά στο 2,1% τα επόμενα χρόνια, στο πλαίσιο σταθεροποίησης και σταδιακής αποκλιμάκωσης. Στο ίδιο πλαίσιο, ο λεγόμενος «έρπων πληθωρισμός», δηλαδή οι ήπιες αυξήσεις τιμών, θεωρείται μια ελεγχόμενη και λειτουργική συνθήκη για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, οι συσσωρευμένες ανατιμήσεις των τελευταίων ετών, σε συνδυασμό με τις συνεχείς αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες δαπανών, εξακολουθούν να επηρεάζουν το διαθέσιμο εισόδημα και να δυσκολεύουν το αποτέλεσμα των μέτρων αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με σχετικά ισχυρούς ρυθμούς, της τάξης του 2,2% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα ακολουθήσει σταδιακά πτωτική πορεία τα επόμενα χρόνια. Κεντρικός στόχος της οικονομικής πολιτικής παραμένει ο περιορισμός των πληθωριστικών πιέσεων μέσω δημοσιονομικής σταθερότητας και διατήρησης πρωτογενούς πλεονάσματος, ώστε να αποφευχθούν ανισορροπίες που προκύπτουν από αυξημένη ζήτηση χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της προσφοράς.
Τα μέχρι σήμερα μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας περιλαμβάνουν φορολογικές ελαφρύνσεις, παρεμβάσεις ενίσχυσης της εποπτείας στην αγορά και δράσεις για την προστασία των καταναλωτών, καθώς και πρωτοβουλίες για τη στήριξη των εισοδημάτων τη διετία 2026-2027.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, σημειώνει ότι για την αντιμετώπιση της «πενταετούς ακρίβειας» απαιτείται, σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, συνδυασμός αυξήσεων μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στοχευμένων ρυθμίσεων τιμών, εντατικοποίησης των ελέγχων στην αγορά, μειώσεων φορολογικών βαρών και ενισχύσεων εισοδήματος για ευάλωτες ομάδες και τη μεσαία τάξη. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθοριστικής σημασίας είναι οι μεταρρυθμίσεις στην παραγωγικότητα και τον ανταγωνισμό.
Όπως υπογραμμίζει, η ακρίβεια στην τελική τιμή των προϊόντων οφείλεται σε ποσοστό περίπου 80% στο κόστος παραγωγής και στις τιμές των εισαγόμενων αγαθών. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει τη μεταρρύθμιση του ΦΠΑ με δύο συντελεστές και αναδιάταξη των βασικών αγαθών, με στόχο την αντιμετώπιση της «παγιωμένης ακρίβειας», διατηρώντας παράλληλα την ανοδική πορεία των ετήσιων εσόδων από ΦΠΑ, που ανέρχονται σε περίπου 29 δισ. ευρώ.
Τέλος, εκφράζει την προσδοκία ότι η νέα Εθνική Αρχή Εποπτείας της Αγοράς, με ισχυρές αρμοδιότητες και επαρκή στελέχωση, θα ενισχύσει τους ελέγχους, τη διαφάνεια και τον υγιή ανταγωνισμό, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών στην αγορά.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ








