Η πολύωρη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με είκοσι πέντε αγρότες που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου, αντί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» για εκτόνωση της έντασης, φαίνεται πως άνοιξε έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης μέσα στο ίδιο το αγροτικό κίνημα. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση παρουσίασε τη συνάντηση ως ένδειξη ότι κρατά ανοιχτούς τους διαύλους διαλόγου και ανακοίνωσε ένα πακέτο μέτρων που — κατά την ίδια — βελτιώνει τις συνθήκες παραγωγής, ειδικά σε ρεύμα, πετρέλαιο και αποζημιώσεις. Από την άλλη πλευρά, πολλοί αγρότες, ιδιαίτερα η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, εμφανίζονται να απορρίπτουν τόσο τη διαδικασία όσο και το αποτέλεσμα, μιλώντας για προσχηματική συνάντηση και «επιλεγμένους συνομιλητές» που δεν τους εκπροσωπούν.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά μετά το τέλος της συζήτησης, τα βασικά σημεία του κυβερνητικού πακέτου επικεντρώνονται στο αγροτικό ρεύμα, στο πετρέλαιο και στις αποζημιώσεις. Υπάρχει πρόβλεψη ώστε να ενταχθεί περίπου ένα 10% αγροτών που μέχρι τώρα έμεναν εκτός ευνοϊκής τιμολόγησης λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ γίνεται αναφορά σε διευκολύνσεις στο αγροτικό πετρέλαιο, με στόχο να υπάρξει μείωση στο κόστος που επιβαρύνει την παραγωγή. Παράλληλα, έχει τεθεί θέμα επιτάχυνσης των αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ μέσα από αλλαγές στον κανονισμό, αλλά και ειδικές προβλέψεις για απώλεια εισοδήματος, ιδιαίτερα για όσους επηρεάστηκαν από την ευλογιά στα κοπάδια, ένα ζήτημα που — όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι συνομιλητές — έχει μπροστά του χρονικούς περιορισμούς λόγω ευρωπαϊκών κανόνων για την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να υποστηρίζει ότι έκανε το «μέγιστο δυνατό» εντός των ορίων που θέτουν τα δημόσια οικονομικά, τονίζοντας ότι ήδη υπάρχουν σημαντικές ενισχύσεις, αποζημιώσεις 100% για φυσικές καταστροφές, χαμηλή τιμή κιλοβατώρας και η πρόθεση για ρύθμιση ζητημάτων γύρω από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Στο ίδιο μήκος κύματος, κυβερνητικά στελέχη επιμένουν ότι η πόρτα του διαλόγου είναι ανοιχτή και ότι θα συνεχιστούν οι επαφές για εξειδίκευση των μέτρων, με νέες συναντήσεις τόσο με αγρότες όσο και με κτηνοτρόφους τις επόμενες ημέρες.
Ωστόσο, η εικόνα στο αγροτικό κίνημα δεν είναι διόλου ενιαία. Η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, που δηλώνει ότι εκπροσωπεί περίπου 60 μπλόκα και κινητοποιήσεις πολλών εβδομάδων, παίρνει αποστάσεις από τη συνάντηση, υποστηρίζοντας ότι δεν τους εκπροσωπεί. Εκπρόσωποί της δηλώνουν ευθέως ότι η πλειοψηφία των μπλόκων δεν συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη διαδικασία και ότι δεν γνωρίζουν ποιοι πραγματικά ήταν οι αγρότες που πήγαν στο Μαξίμου και ποια ακριβώς συμφέροντα εκπροσωπούσαν.
Στην ίδια γραμμή, αγροτοσυνδικαλιστές χαρακτηρίζουν τη συνάντηση «επικοινωνιακή διαχείριση χωρίς ουσία», υποστηρίζοντας ότι επαναλήφθηκαν μέτρα που ήταν ήδη γνωστά, χωρίς να δοθούν πραγματικές απαντήσεις σε κρίσιμα αιτήματα. Για την Επιτροπή των Μπλόκων, το ζήτημα δεν είναι απλώς να γίνει μια συνάντηση, αλλά να υπάρξουν δεσμευτικές λύσεις, αφού — όπως λένε — η κατάσταση στον πρωτογενή τομέα έχει φτάσει σε σημείο «επιβίωσης».
Αυτό που έκανε τη διαφωνία ακόμη πιο έντονη ήταν το θέμα της εκπροσώπησης. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μίλησε με «εκπροσώπους των αγροτών» που ήθελαν να συμμετάσχουν στον διάλογο. Από την άλλη, οι αγρότες των μπλόκων μιλούν για «πλυντήριο» και μια προσπάθεια να παρουσιαστεί μια εικόνα κανονικότητας, χωρίς να συζητηθούν τα πιο δύσκολα ζητήματα. Ενδεικτικό είναι ότι καταγγέλλεται πως στη συζήτηση — που διήρκεσε 3,5 ώρες — δεν θίχτηκε καν ένα από τα σημαντικότερα θέματα για την ελληνική αγροτική παραγωγή, όπως η συμφωνία Mercosur, την οποία αρκετοί αγρότες θεωρούν απειλή που μπορεί να τους βγάλει «εκτός επαγγέλματος».
Η αντιπαράθεση, όμως, δεν περιορίστηκε μόνο στο αν τα μέτρα είναι αρκετά. Πήρε και πολιτική διάσταση. Σε τηλεοπτικές παρεμβάσεις, καταγράφηκαν σκληρές κουβέντες για το ποιοι είναι οι «πραγματικοί αγρότες» και ποιοι δήθεν κινητοποιούνται με κομματικά κίνητρα. Από κυβερνητικής πλευράς διατυπώθηκαν αιχμές ότι μια μειοψηφία προσπαθεί να αξιοποιήσει τις κινητοποιήσεις για πολιτικά οφέλη, ενώ από την πλευρά των αγροτών υπήρξαν κατηγορίες για «κοινωνικό αυτοματισμό», δηλαδή προσπάθεια να στραφεί η κοινωνία απέναντι στις κινητοποιήσεις, παρουσιάζοντάς τες ως υπερβολικές ή υποκινούμενες.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο φαίνεται να δημιουργείται η μεγαλύτερη δυσκολία για το επόμενο βήμα. Οι αγρότες των μπλόκων δηλώνουν ότι αποφασίζουν συλλογικά και όχι ατομικά, και ότι κάθε κίνηση —ακόμη και η πιθανή κάθοδος τρακτέρ στην Αθήνα — θα κριθεί από τη συνέλευσή τους και τις αποφάσεις των ίδιων των μπλόκων. Παράλληλα, η κυβέρνηση δείχνει να υπολογίζει ότι με τα πρώτα μέτρα «επιβολής του νόμου» ή με αυστηρότερη στάση των αρχών, θα υπάρξει κάμψη των πιο σκληρών ομάδων και σταδιακά θα αρχίσει η φθορά των κινητοποιήσεων.
Η κρίση στον πρωτογενή τομέα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως οικονομικό πρόβλημα, αλλά ως πεδίο έντονης πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης. Η κυβέρνηση προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική πίεση και στην ανάγκη στήριξης των παραγωγών, παρουσιάζοντας βελτιώσεις σε ρεύμα, καύσιμα και αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, ένα μεγάλο μέρος των αγροτών δηλώνει ότι αυτά δεν φτάνουν, ότι τα βασικά αιτήματα μένουν εκτός τραπεζιού και ότι η συνάντηση στο Μαξίμου μάλλον «έσπασε» την ενότητα του κινήματος παρά έφερε λύση. Το αν θα υπάρξει αποκλιμάκωση ή κλιμάκωση τις επόμενες ημέρες θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τα μέτρα που συζητήθηκαν, αλλά από το αν το αγροτικό κίνημα θα καταφέρει να κρατήσει κοινή γραμμή και από το αν η κυβέρνηση θα επιδιώξει νέα, πιο ουσιαστική διαπραγμάτευση με όσους βρίσκονται πραγματικά στα μπλόκα.








