Η ρωσική πετρελαϊκή εταιρεία Lukoil συμφώνησε να μεταβιβάσει τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία στην αμερικανική εταιρεία επενδυτικών κεφαλαίων Carlyle Group, υπό το βάρος των κυρώσεων που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ εις βάρος της εταιρείας.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Lukoil, η σχετική συμφωνία υπεγράφη στις 29 Ιανουαρίου, ωστόσο τελεί υπό αιρέσεις, μεταξύ των οποίων η λήψη σχετικών εγκρίσεων από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, το οποίο διαχειρίζεται το καθεστώς των κυρώσεων.
Η εταιρεία δεν αποκάλυψε την αξία της συμφωνίας, διευκρίνισε όμως ότι τα περιουσιακά στοιχεία της στο Καζακστάν εξαιρούνται της πώλησης και θα παραμείνουν υπό τον έλεγχό της για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων. Πρόκειται για μη αποκλειστική συμφωνία, με τη Lukoil να δηλώνει ότι θα συνεχίσει διαπραγματεύσεις και με άλλους υποψήφιους αγοραστές.
Στην ανακοίνωσή της, η Lukoil υπογράμμισε: «Η Lukoil International GmbH διατίθεται προς πώληση λόγω των περιοριστικών μέτρων που έχουν υιοθετήσει ορισμένες χώρες κατά της εταιρείας και των θυγατρικών της».
Η Carlyle Group ανέφερε από την πλευρά της ότι, σε περίπτωση ολοκλήρωσης της εξαγοράς της Lukoil International, «προτεραιότητά μας θα είναι να διασφαλίσουμε τη συνέχεια της λειτουργίας, τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, τη σταθεροποίηση του χαρτοφυλακίου και τη στήριξη της ασφαλούς και αξιόπιστης λειτουργίας σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, αξιοποιώντας την εξειδικευμένη εποπτεία και τη διεθνή λειτουργική εμπειρία μας». Η Carlyle διευκρίνισε επίσης ότι η συναλλαγή παραμένει υπό τον όρο της ολοκλήρωσης του οικονομικού και νομικού ελέγχου (due diligence), αλλά και της χορήγησης των απαραίτητων κανονιστικών εγκρίσεων.
Το Κρεμλίνο απέφυγε να σχολιάσει ευθέως τη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την «επιχειρηματική υπόθεση», επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι δυτικές κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας είναι παράνομες. Όπως δήλωσε με άτυπη τοποθέτησή του ο εκπρόσωπος Ντμίτρι Πεσκόφ, «για εμάς το σημαντικότερο είναι να διασφαλιστούν και να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα της ρωσικής εταιρείας».
Η Lukoil είχε ανακοινώσει στις 27 Οκτωβρίου 2025 την πρόθεσή της να αποεπενδύσει από τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία, έπειτα από το νέο κύμα κυρώσεων που επέβαλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σε βάρος της Lukoil και της Rosneft, των δύο μεγαλύτερων ενεργειακών ομίλων της Ρωσίας.
Οι κυρώσεις εντάχθηκαν στη στρατηγική πίεσης των ΗΠΑ, με στόχο τον τερματισμό των ρωσικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία. Επρόκειτο για τα πρώτα εκτεταμένα οικονομικά μέτρα κατά της Μόσχας μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο για τη δεύτερη θητεία του.
«Απλώς αισθάνθηκα πως ήρθε η ώρα. Πρόκειται για εξαιρετικά αυστηρές κυρώσεις. Ελπίζουμε να μην διαρκέσουν πολύ, ελπίζουμε ότι ο πόλεμος θα λήξει», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, στις 22 Οκτωβρίου 2025, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε.

Η Lukoil και η Rosneft αντιπροσωπεύουν μαζί πάνω από το ήμισυ των εξαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου. Οι κυρώσεις περιπλέκουν τις δραστηριότητές τους εκτός Ρωσίας και εγκυμονούν τον κίνδυνο επιβολής δευτερογενών κυρώσεων σε ξένες τράπεζες και εταιρείες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με τις εν λόγω εταιρείες.
Τα μέτρα αυτά επηρεάζουν άμεσα τις εισροές εσόδων στον ρωσικό κρατικό προϋπολογισμό, καθώς τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο καλύπτουν σχεδόν το ένα τρίτο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της Μόσχας, χρηματοδοτώντας, μεταξύ άλλων, και τις αμυντικές δαπάνες.
Το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) έχει δώσει προθεσμία στη Lukoil έως τις 28 Φεβρουαρίου για να ολοκληρώσει τη διαδικασία αποεπένδυσης των διεθνών της δραστηριοτήτων.
Με τη συμβολή του Tom Ozimec και πληροφορίες από το Reuters








