Πέμπτη, 28 Μαΐ, 2026
Σε ένα smartphone, η ιστοσελίδα της ισραηλινής εταιρείας NSO Group, η οποία διαθέτει το λογισμικό υποκλοπής Pegasus, σε έκθεση στο Παρίσι στις 21 Ιουλίου 2021. (Joel Saget/AFP μέσω Getty Images)

Από τους φυλακισμένους συνείδησης στην εποχή της ψηφιακής καταστολής

Η ελευθερία συνείδησης ως μέτρο πολιτισμού

Στις 28 Μαΐου 1961, μια εφημερίδα έγινε αφετηρία ενός παγκόσμιου κινήματος. Ο Βρετανός δικηγόρος Πήτερ Μπένενσον [Peter Benenson] δημοσίευσε στον Observer έκκληση για τους λησμονημένους φυλακισμένους [«Forgotten Prisoners»], καλώντας ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, ιδεολογίες και θρησκείες να υπερασπιστούν όσους κρατούνταν επειδή τόλμησαν να σκεφτούν, να πιστέψουν, να μιλήσουν ή να διαφωνήσουν ειρηνικά. Η Διεθνής Αμνηστία αναγνωρίζει αυτή τη δημοσίευση ως τη μικρή αρχή μιας μεγάλης εκστρατείας, που ξεκίνησε στις 28 Μαΐου 1961 και έδωσε γλώσσα, πρόσωπο και οργάνωση σε μια πανανθρώπινη αγωνία: να μη μένει κανείς μόνος απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας. 

Η φράση «φυλακισμένος συνείδησης» δεν ήταν απλώς ένας νομικός όρος. Ήταν μια ηθική επανάσταση. Έλεγε κάτι απλό αλλά βαθύ: ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στο σώμα του ούτε υποτάσσεται πλήρως στους μηχανισμούς του κράτους. Υπάρχει μέσα του ένας χώρος που δεν επιτρέπεται να φυλακίζεται: η συνείδηση. Η Διεθνής Αμνηστία ορίζει τον φυλακισμένο συνείδησης ως άνθρωπο που στερείται την ελευθερία του αποκλειστικά λόγω των πεποιθήσεών του ή λόγω διακρίσεων σχετικών με την ταυτότητά του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει χρησιμοποιήσει βία ούτε έχει υποκινήσει βία ή μίσος. 

Αυτός ο ορισμός παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρος. Διότι κάθε πολιτισμός κρίνεται, τελικά, όχι από τα μνημεία του ούτε από την τεχνολογική του πρόοδο ούτε από τους δείκτες ανάπτυξης, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται εκείνον που διαφωνεί. Η πραγματική δοκιμασία μιας κοινωνίας δεν είναι αν ανέχεται τη συμφωνία· αυτό είναι εύκολο. Η δοκιμασία είναι αν προστατεύει τη διαφωνία. Αν επιτρέπει στον πολίτη να λέει «όχι» χωρίς να μετατρέπεται σε εχθρό. Αν διακρίνει την κριτική από την προδοσία, την πίστη από τον φανατισμό, την ελευθερία από την ασυδοσία.

Στον 20ό αιώνα, ο φυλακισμένος συνείδησης συχνά είχε ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο: ήταν ο συγγραφέας στο κελί, ο ιερέας στην εξορία, ο φοιτητής στο στρατοδικείο, ο εργάτης που συνελήφθη επειδή μοίρασε μια προκήρυξη, ο δημοσιογράφος που αρνήθηκε να σιωπήσει. Η καταστολή είχε υλικότητα: χειροπέδες, φρουρούς, ανακρίσεις, συρματοπλέγματα. Η αδικία μπορούσε να κρυφτεί, αλλά όταν αποκαλυπτόταν είχε εικόνα. Ο κρατούμενος είχε όνομα, ημερομηνία σύλληψης, τόπο κράτησης. Γι’ αυτό και η πρώτη μεγάλη δύναμη της Διεθνούς Αμνηστίας ήταν η ανάκληση από τη λήθη: να γράφονται γράμματα, να δημοσιοποιούνται ονόματα, να πιέζονται κυβερνήσεις, να γίνεται ο άγνωστος κρατούμενος υπόθεση της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

Σήμερα, όμως, η καταστολή δεν χρειάζεται πάντοτε κάγκελα. Δεν αρχίζει πάντα με τη σύλληψη. Μπορεί να αρχίζει με την παρακολούθηση. Με ένα κινητό τηλέφωνο που γίνεται μάρτυρας εναντίον του κατόχου του. Με έναν αλγόριθμο που καταγράφει επαφές, μετακινήσεις, αναζητήσεις, φόβους, συνήθειες. Με ένα μήνυμα που δεν πρέπει να σταλεί, επειδή ο αποστολέας ξέρει ή υποψιάζεται ότι κάποιος τον βλέπει. Η πιο αποτελεσματική λογοκρισία δεν είναι πάντοτε εκείνη που κατεβάζει ένα άρθρο. Είναι εκείνη που κάνει τον άνθρωπο να μη γράψει ποτέ το άρθρο.

Η εποχή μας γέννησε έναν νέο τύπο ανελευθερίας: την ψηφιακή καταστολή. Δεν αντικατέστησε τις παλιές μορφές βίας· τις συμπλήρωσε. Σε πολλές χώρες, δημοσιογράφοι, ακτιβιστές, δικηγόροι, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικοί αντίπαλοι δεν αντιμετωπίζουν μόνο απειλές, διώξεις ή φυλακίσεις. Αντιμετωπίζουν και την αόρατη εισβολή στις συσκευές, στα δίκτυα, στις συνομιλίες, στην προσωπική τους σφαίρα. Το Pegasus Project, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, αποκάλυψε πώς το κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus χρησιμοποιήθηκε για να διευκολύνει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μεγάλη κλίμακα, με διαρροή 50.000 αριθμών τηλεφώνων πιθανών στόχων. 

Αυτό που κάποτε απαιτούσε ολόκληρο μηχανισμό παρακολούθησης, σήμερα μπορεί να επιτευχθεί με τεχνικά μέσα που μετατρέπουν το τηλέφωνο σε εργαλείο διαρκούς επιτήρησης. Η ίδια η Διεθνής Αμνηστία έχει επισημάνει ότι η σύγχρονη κατασκοπευτική τεχνολογία μπορεί να μετατρέψει ένα κινητό αφής σε συσκευή παρακολούθησης επί εικοσιτετραώρου βάσεως, ενώ η υπόθεση Pegasus έδειξε στόχευση ακτιβιστών, πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και δικηγόρων διεθνώς. 

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για τον πολιτισμό μας. Η ελευθερία της συνείδησης δεν απειλείται μόνο όταν κάποιος φυλακίζεται για τις ιδέες του. Απειλείται και όταν ξέρει ότι κάθε ιδέα του μπορεί να καταγραφεί προτού ακόμη εκφραστεί. Απειλείται όταν η ιδιωτικότητα αντιμετωπίζεται ως ύποπτη πολυτέλεια και όχι ως προϋπόθεση ελεύθερης σκέψης. Απειλείται όταν η κοινωνία συνηθίζει την ιδέα ότι «όποιος δεν έχει τίποτα να κρύψει, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί». Αυτή η φράση είναι από τις πιο επικίνδυνες της εποχής μας, διότι αντιστρέφει το βάρος της ελευθερίας. Δεν οφείλει ο πολίτης να αποδεικνύει διαρκώς την αθωότητά του. Οφείλει η εξουσία να δικαιολογεί αυστηρά κάθε περιορισμό δικαιώματος.

Η συνείδηση χρειάζεται εσωτερικό χώρο. Χρειάζεται σιωπή, δοκιμή, αμφιβολία, αναζήτηση. Κανένας άνθρωπος δεν σκέφτεται ελεύθερα όταν αισθάνεται ότι βρίσκεται μονίμως μπροστά σε έναν αόρατο ανακριτή. Η επιτήρηση δεν καταγράφει απλώς πράξεις· διαμορφώνει συμπεριφορές. Δεν τιμωρεί μόνο το παρελθόν· προλαμβάνει το μέλλον. Κάνει τον πολίτη προσεκτικό όχι με την έννοια της ευθύνης, αλλά με την έννοια του φόβου. Και μια κοινωνία φοβισμένων ανθρώπων μπορεί να είναι τεχνικά λειτουργική, αλλά δεν είναι πραγματικά ελεύθερη.

Γι’ αυτό τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ψηφιακή εποχή δεν είναι ένα «νέο» θέμα αποκομμένο από την παράδοση. Είναι η συνέχεια της ίδιας αρχής: ότι ο άνθρωπος έχει αξιοπρέπεια πριν από κάθε κρατική, οικονομική ή τεχνολογική χρησιμότητα. Όπως κάποτε η αυθαιρεσία ντυνόταν με τη γλώσσα της «τάξης» και της «εθνικής ασφάλειας», έτσι και σήμερα μπορεί να ντύνεται με τη γλώσσα της «καινοτομίας», της «πρόληψης», της «έξυπνης διακυβέρνησης». Όμως καμία τεχνολογία δεν είναι ηθικά ουδέτερη όταν χρησιμοποιείται χωρίς λογοδοσία. Και κανένα κράτος δεν γίνεται πιο δημοκρατικό επειδή απέκτησε πιο ακριβή μέσα επιτήρησης.

Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν προειδοποιήσει ότι χρειάζονται αποτελεσματικοί περιορισμοί στην ψηφιακή παρακολούθηση και αυστηρή αξιολόγηση των επιπτώσεων των τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης, στα ανθρώπινα δικαιώματα.  Ήδη από το 2022, το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είχε ζητήσει επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της διάδοσης κατασκοπευτικών εργαλείων, επαναλαμβάνοντας την ανάγκη μορατόριουμ στη χρήση και πώληση τέτοιων εργαλείων μέχρι να υπάρξουν επαρκείς εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων. 

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο μακρινά αυταρχικά καθεστώτα. Αφορά κάθε κοινωνία που επιτρέπει στην ευκολία να προηγείται της ελευθερίας. Αφορά κάθε πολίτη που δέχεται αδιάφορα την παρακολούθηση επειδή γίνεται σταδιακά, αθόρυβα, με όρους χρήσης που κανείς δεν διαβάζει και με συστήματα που κανείς δεν ελέγχει ουσιαστικά. Αφορά κάθε δημοκρατία που κινδυνεύει να κρατήσει τις εκλογές, τα κοινοβούλια και τους θεσμούς της, αλλά να χάσει το ήθος της ελευθερίας.

Η επέτειος της 28ης Μαΐου μάς θυμίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συχνά αρχίζει από μια φαινομενικά μικρή πράξη: μια δημοσίευση, μια υπογραφή, μια επιστολή, μια δημόσια μαρτυρία. Ο Μπένενσον δεν απελευθέρωσε μόνος του τους φυλακισμένους της συνείδησης. Άνοιξε όμως έναν δρόμο. Έδειξε ότι η λήθη είναι σύμμαχος της καταπίεσης και ότι η μνήμη μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης. Κάθε όνομα που ανασύρεται από τη σιωπή, κάθε υπόθεση που γίνεται γνωστή, κάθε άνθρωπος που παύει να είναι αόρατος, είναι μια μικρή νίκη του πολιτισμού.

Στην εποχή της ψηφιακής καταστολής, το ίδιο καθήκον επιστρέφει με νέα μορφή. Να δώσουμε ορατότητα όχι μόνο στον φυλακισμένο πίσω από τα κάγκελα, αλλά και στον άνθρωπο που ζει υπό διαρκή παρακολούθηση. Να υπερασπιστούμε όχι μόνο την ελευθερία του λόγου, αλλά και τις προϋποθέσεις του λόγου: την ιδιωτικότητα, την ασφάλεια των επικοινωνιών, τη δυνατότητα ανώνυμης αναζήτησης, τη μη στοχοποίηση της διαφωνίας. Να απαιτήσουμε διαφάνεια από τις κυβερνήσεις, ευθύνη από τις εταιρείες, ανεξάρτητο έλεγχο από τους θεσμούς και παιδεία δικαιωμάτων από την κοινωνία.

Η ελευθερία συνείδησης είναι μέτρο πολιτισμού επειδή αποκαλύπτει τι πιστεύουμε πραγματικά για τον άνθρωπο. Αν τον θεωρούμε πρόσωπο, τότε τον σεβόμαστε και όταν διαφωνεί. Αν τον θεωρούμε απλώς δεδομένο προς επεξεργασία, πληθυσμό προς διαχείριση ή κίνδυνο προς πρόβλεψη, τότε η τεχνολογία γίνεται φυλακή χωρίς τοίχους. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο να μπορούμε να κάνουμε περισσότερα. Είναι να ξέρουμε τι δεν επιτρέπεται να κάνουμε στον άνθρωπο, ακόμη κι όταν μπορούμε.

Εξήντα πέντε χρόνια μετά την έκκληση για τους «λησμονημένους φυλακισμένους», το αίτημα παραμένει το ίδιο: κανένας άνθρωπος να μη διώκεται για την ειρηνική του συνείδηση. Μόνο που σήμερα πρέπει να προσθέσουμε: κανένας άνθρωπος να μη φυλακίζεται με αόρατο τρόπο μέσα στα δεδομένα του, στις συσκευές του, στον φόβο ότι η σκέψη του παρακολουθείται. Η ελευθερία δεν χάνεται πάντα με θόρυβο. Κάποτε χάνεται σιωπηρά, με ένα κλικ, με μια άδεια πρόσβασης, με μια τεχνολογία που κανείς δεν λογοδοτεί για τη χρήση της.

Απέναντι σε αυτό, η απάντηση δεν είναι ο τεχνοφοβικός πανικός. Είναι η δημοκρατική εγρήγορση. Η τεχνολογία μπορεί να υπηρετήσει την ελευθερία, την υγεία, τη γνώση, την επικοινωνία, την αλληλεγγύη, αλλά μόνο όταν υποτάσσεται σε αρχές. Και η πρώτη αρχή είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι αντικείμενο παρακολούθησης, αλλά φορέας αξιοπρέπειας.

Η 28η Μαΐου 1961 μάς κληροδότησε ένα καθήκον μνήμης. Η 28η Μαΐου 2026 μάς καλεί σε ένα καθήκον διάκρισης. Να αναγνωρίσουμε τις νέες φυλακές, ακόμη κι όταν δεν μοιάζουν με φυλακές. Να προστατεύσουμε τη συνείδηση, ακόμη κι όταν η απειλή δεν φορά στολή. Και να θυμηθούμε ότι η ελπίδα γεννιέται κάθε φορά που κάποιος αρνείται να θεωρήσει φυσιολογική την αδικία.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε