Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ανέφερε ότι η επιστροφή στις προπολεμικές συνθήκες των παγκόσμιων μεταφορών θα είναι δύσκολη, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα και η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας προειδοποίησαν ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ωθεί προς τα πάνω τις τιμές της ενέργειας και διαταράσσει την παγκόσμια προσφορά.
Το ΔΝΤ σημείωσε στις 29 Απριλίου ότι οι διαταραχές στην Ερυθρά Θάλασσα, ιδίως γύρω από τη διαδρομή της Διώρυγας του Σουέζ, προσφέρουν μια πιθανή εικόνα τού πώς η μακροπρόθεσμη αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να επηρεάσει το παγκόσμιο εμπόριο.
Επεσήμανε τις επιθέσεις σε πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα που ξεκίνησαν το 2023, οι οποίες ανάγκασαν τα πλοία να αλλάξουν πορεία, κάνοντας τον γύρο της Αφρικής αντί να διέρχονται από τη Διώρυγα του Σουέζ, με αποτέλεσμα η κυκλοφορία μέσω των Στενών Μπαμπ Ελ Μαντέμπ να παραμένει περίπου στο μισό των επιπέδων πριν από τις επιθέσεις ακόμη και περισσότερα από δύο χρόνια μετά.
Ο οργανισμός ανέφερε ότι αυτή η παρατεταμένη διαταραχή αναδεικνύει τον κίνδυνο βασικά σημεία διέλευσης, όπως τα Στενά του Ορμούζ, να δυσκολευτούν εξίσου να ανακάμψουν.
Σε σχετική ανάρτηση στο ιστολόγιό του, το ΔΝΤ ανέφερε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει διαταράξει σοβαρά τη θαλάσσια και εναέρια κυκλοφορία, έχει προκαλέσει ζημιές στις υποδομές και έχει διακόψει διαδρόμους μεταφοράς κρίσιμης σημασίας για την παγκόσμια ενέργεια και τα αγαθά, προσθέτοντας ότι ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση δεν θα υπάρξει ομαλή επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση.
Σημείωσε ότι οι διαταραχές στη ναυτιλία και την αεροπορία αυξάνουν το κόστος και επιβραδύνουν το εμπόριο, ιδίως για οικονομίες που εξαρτώνται από τον τουρισμό και τις εισαγωγές, ενώ οι καταναλωτές ήδη αντιμετωπίζουν υψηλότερες τιμές σε βασικά αγαθά και τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος υφίστανται το μεγαλύτερο βάρος των επιπτώσεων.
Πιέσεις σε ενέργεια, τρόφιμα και πρώτες ύλες
Η σύγκρουση εντείνει τους κινδύνους για την παγκόσμια ενεργειακή προσφορά, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε συμφωνία.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξή του στις 29 Απριλίου στο Axios ότι το Ιράν επιδιώκει τον τερματισμό του αποκλεισμού μέσω συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν είναι διατεθειμένος να τον άρει, επικαλούμενος ανησυχίες για το ενδεχόμενο η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Στην έκθεσή της για τις αγορές εμπορευμάτων στις 28 Απριλίου, η Παγκόσμια Τράπεζα ανέφερε ότι οι τιμές της ενέργειας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 24% το 2026, ενώ συνολικά οι τιμές των εμπορευμάτων εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 16%, λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας και των λιπασμάτων.
Οι τιμές του αργού πετρελαίου τύπου Brent παρέμειναν στα μέσα Απριλίου πάνω από 50% υψηλότερες σε σχέση με την αρχή του έτους και προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στα 86 δολάρια ανά βαρέλι το 2026, από 69 δολάρια το 2025, σύμφωνα με την έκθεση.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ιντερμίτ Γκιλ, δήλωσε ότι ο πόλεμος πλήττει την παγκόσμια οικονομία σε διαδοχικά κύματα, αρχικά μέσω των υψηλότερων τιμών ενέργειας, στη συνέχεια μέσω των αυξημένων τιμών τροφίμων και, τέλος, μέσω της ανόδου του πληθωρισμού, που θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων και θα καταστήσει το χρέος ακόμη πιο δαπανηρό. Πρόσθεσε ότι οι φτωχότεροι άνθρωποι, οι οποίοι δαπανούν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε τρόφιμα και καύσιμα, θα πληγούν περισσότερο.
Οι τιμές των λιπασμάτων αναμένεται να αυξηθούν κατά 31% το 2026, ενώ οι τιμές της ουρίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 60%, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, εξέλιξη που αναμένεται να μειώσει την οικονομική δυνατότητα των αγροτών και να επηρεάσει τις αποδόσεις των καλλιεργειών.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει παρουσιάσει μέτρα για την αντιμετώπιση των κινδύνων στην προμήθεια λιπασμάτων.
Η υπουργός Γεωργίας των ΗΠΑ Μπρουκ Ρόλλινς δήλωσε στις 29 Απριλίου ότι η κυβέρνηση εργάζεται για την επαναφορά της παραγωγής λιπασμάτων εντός της χώρας, εκτιμώντας σημαντική αύξηση της εγχώριας παραγωγής τα επόμενα χρόνια.
Ανέφερε ότι, σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ενός έως δύο ετών, η εγχώρια παραγωγή αζώτου θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περισσότερο από 30%, η παραγωγή φωσφορικών κατά πάνω από 200% και η παραγωγή ποτάσας κατά περισσότερο από 100%, ενώ, όπως δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα σε υποεπιτροπή πιστώσεων της Γερουσίας, οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες συντονίζονται καθημερινά με τον Λευκό Οίκο σε αυτό που χαρακτήρισε ως προσέγγιση «ολόκληρης της κυβέρνησης» για την πολιτική λιπασμάτων.
Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποίησε επίσης ότι οι παρατεταμένες διαταραχές θα μπορούσαν να οδηγήσουν έως και 45 εκατομμύρια περισσότερους ανθρώπους σε οξεία επισιτιστική ανασφάλεια μέσα στο έτος, επικαλούμενη εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος, ενώ οι τιμές των μετάλλων, όπως το αλουμίνιο και ο χαλκός, προβλέπεται επίσης να αυξηθούν και ο πληθωρισμός στις αναπτυσσόμενες οικονομίες εκτιμάται ότι θα φτάσει το 5,1% το 2026.
Η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 3,6%, χαμηλότερα από προηγούμενες προβλέψεις, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, με τον αναπληρωτή επικεφαλής οικονομολόγο της Τράπεζας, Αϊχάν Κόσε, να δηλώνει στις 28 Απριλίου ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν σε στοχευμένα μέτρα στήριξης.
Οι δηλώσεις του έγιναν την ώρα που ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, Τζέιμι Ντάιμον, ανέφερε στις 28 Απριλίου ότι, παρότι δεν ανησυχεί επί του παρόντος για τον πληθωρισμό, εξακολουθεί να θεωρεί τον στασιμοπληθωρισμό ως πιθανό δυσμενές οικονομικό σενάριο.
Αγορές φυσικού αερίου
Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας ανέφερε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η σύγκρουση έχει μεταβάλει σημαντικά τις παγκόσμιες αγορές φυσικού αερίου και έχει καθυστερήσει την αναμενόμενη αύξηση της προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ έχουν αφαιρέσει σχεδόν το 20% της παγκόσμιας προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου, συμβάλλοντας στην αύξηση των τιμών στην Ευρώπη και την Ασία, με τις τιμές του φυσικού αερίου στις περιοχές αυτές να αυξάνονται τον Μάρτιο στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιανουάριο του 2023.
Η παγκόσμια παραγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου μειώθηκε κατά 8% σε ετήσια βάση, λόγω της μείωσης των εξαγωγών από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας εκτίμησε ότι οι ζημιές στις υποδομές θα καθυστερήσουν την επέκταση της δυναμικότητας προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου κατά τουλάχιστον δύο έτη και προβλέπεται σωρευτική απώλεια προσφοράς περίπου 120 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων την περίοδο 2026–2030.








