Η δεύτερη ημέρα της συνόδου κορυφής μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του ηγέτη της Κίνας Σι Τζινπίνγκ λαμβάνει χώρα σήμερα, 15 Μαΐου, στο Τζονγκνανχάι, τα κεντρικά του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στο Πεκίνο, με τον πρώτο να εμφανίζεται ικανοποιημένες από τις εμπορικές συμφωνίες στις οποίες κατέληξαν οι δύο πλευρές.
Μετά από την πρώτη ημέρα των συνομιλιών, ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι ο Κινέζος ηγέτης εμφανίστηκε θετικός σε αγορές αμερικανικής σόγιας, πετρελαίου και αεροσκαφών της Boeing. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν επίσης ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι ο διάπλους των Στενών του Ορμούζ πρέπει να γίνεται απρόσκοπτα, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο.
Ιράν
Ο πόλεμος στο Ιράν — που πλησιάζει πλέον τη 12η εβδομάδα — έχει κρίσιμες συνέπειες στις διεθνείς αγορές ενέργειας: οι παγκόσμιες τιμές πετρελαίου ξεπερνούν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το κόστος διάφορων κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών έχει εκτοξευθεί.
Σε συνέντευξή του στον παρουσιαστή του Fox News Σον Χάννιτυ στις 14 Μαΐου, ο πρόεδρος Τραμπ ανέφερε ότι ο Σι είπε πως δεν πρόκειται να παράσχει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν, χαρακτηρίζοντας τη δήλωση αυτή ιδιαίτερα σημαντική. Ωστόσο, σημείωσε ακόμη ότι ο Σι δεν προτίθεται να σταματήσει τις αγορές ιρανικού πετρελαίου.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιχειρήσει να πείσει το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας ότι η συμβολή του στην εκτόνωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή εξυπηρετεί τα δικά του συμφέροντα. Η Κίνα αποτελεί τον βασικό αγοραστή ιρανικού αργού πετρελαίου. Το 2024, περίπου το 10% των κινεζικών εισαγωγών προήλθε από το Ιράν, ενώ περίπου το 90% των εξαγωγών αργού πετρελαίου της Τεχεράνης κατευθύνεται προς την Κίνα, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Αναφορές υποστηρίζουν ότι πριν από τον πόλεμο σχεδόν το ένα πέμπτο των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου του Πεκίνου προερχόταν από το Ιράν, φτάνοντας κατά μέσο όρο έως και τα 1,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Μία βασική πολιτική που επέβαλε το Ιράν, με την οποία διαφωνεί η Κίνα, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο πρόεδρος Τραμπ στον Χάννιτυ, είναι η επιβολή διοδίων στα Στενά του Ορμούζ. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει τέλος 10% σε όλα τα πλοία που διέρχονται από τον εν λόγω πορθμό, ενώ οι αρχές δημιούργησαν νέο γραφείο για τη διευκόλυνση της ασφαλούς διέλευσης εμπορικών πλοίων από την περιοχή. Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι ο Σι δεν ήταν ευχαριστημένος με το γεγονός ότι επιβάλλονται τέλη διέλευσης.
Tα Στενά του Ορμούζ, που χωρίζουν το Ιράν και την Αραβική Χερσόνησο, αποτελούν παγκόσμιο σημείο στρατηγικής σημασίας για τη μεταφορά πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου, πετροχημικών προϊόντων, λιπασμάτων και άλλων εμπορευμάτων.
Κατά τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, είναι σαφώς προς το συμφέρον της Κίνας να ελευθερωθεί ο πορθμός. Όπως δήλωσε στο «Squawk Box» του CNBC, στις 14 Μαΐου, εκτιμά ότι το Πεκίνο θα κινηθεί παρασκηνιακά στον βαθμό που διαθέτει επιρροή στην ιρανική ηγεσία, σημειώνοντας ότι το άνοιγμα του Ορμούζ είναι πολύ πιο σημαντικό για την Κίνα παρά για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Επιπλέον, ενημέρωση του Λευκού Οίκου αναφέρει ότι «και οι δύο χώρες [Κίνα και ΗΠΑ] συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».
Ταϊβάν
Κατά την έναρξη της συνόδου ΗΠΑ–Κίνας, ο Σι Τζινπίνγκ προειδοποίησε τον πρόεδρο Τραμπ ότι οι διαφωνίες για την Ταϊβάν θα μπορούσαν να βλάψουν τις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Σε ανακοίνωση του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών αναφέρεται ότι η αμερικανική πλευρά πρέπει να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στον χειρισμό του ζητήματος της Ταϊβάν. Στην ίδια ανακοίνωση σημειώνεται ότι, εάν το θέμα αντιμετωπιστεί σωστά, οι διμερείς σχέσεις θα παραμείνουν γενικά σταθερές. Διαφορετικά, ενδέχεται να ανακύψουν αντιπαραθέσεις ή ακόμη και συγκρούσεις που θα έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο το σύνολο της σινοαμερικανικής σχέσης.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, επιβεβαίωσε ότι ο Σι έθεσε το ζήτημα, αλλά διευκρίνισε ότι οι πωλήσεις όπλων δεν αποτέλεσαν βασικό θέμα στις συνομιλίες της Πέμπτης. Ο Ρούμπιο δήλωσε στο NBC News ότι η αμερικανική πολιτική στο ζήτημα της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη, τόσο σήμερα όσο και μετά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε. Ανέφερε ότι κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της Ταϊβάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκαθαρίζουν πως οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος του νησιού μέσω στρατιωτικής βίας θα ήταν προβληματική και τόνισε ότι η προσέγγιση της Ουάσιγκτον υποστηρίζεται από κάθε κυβέρνηση της χώρας.
Ωστόσο, αρκετοί γερουσιαστές κάλεσαν τον πρόεδρο Τραμπ να καταστήσει σαφές προς την Κίνα ότι η αμερικανική στήριξη προς την Ταϊβάν δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Σε επιστολή της 8ης Μαΐου ανέφεραν ότι, όπως οι ηγέτες της Ταϊβάν επέδειξαν ενότητα στην υποστήριξη της άμυνας του λαού τους, έτσι και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προχωρήσουν στις εκκρεμείς πωλήσεις όπλων που είναι ζωτικής σημασίας για τα εθνικά τους συμφέροντα. Υπογράμμισαν επίσης ότι, προς όφελος όλων των Αμερικανών, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να συνεχίσουν να βοηθούν την Ταϊβάν να αμύνεται.
Στο πλαίσιο της πολιτικής της «μίας Κίνας», οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν τον ισχυρισμό του Πεκίνου ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της κινεζικής επικράτειας. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν έχει αποδεχθεί ποτέ επισήμως τον ισχυρισμό του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας περί κυριαρχίας επί του νησιού, το οποίο λειτουργεί ως δημοκρατικό, ανεξάρτητο κράτος.
Εμπόριο
Παρά το γεγονός ότι Ουάσιγκτον και Πεκίνο βρίσκονται σε εμπορική αντιπαράθεση τον τελευταίο χρόνο, οι Τραμπ και Σι επιχείρησαν να βελτιώσουν τη σχέση. Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε στη συνέντευξή του στο Fox News ότι ο Σι συμφώνησε να αγοράσει διακόσια αεροσκάφη της Boeing, κάτι που χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη που συνεπάγεται πολλές θέσεις εργασίας. ανέφερε δε ότι η Boeing επιθυμούσε παραγγελία εκατόν πενήντα αεροσκαφών, αλλά τελικά εξασφαλίστηκαν διακόσια.
Ο Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να διευκρινίσει ποια αεροσκάφη συγκεκριμένα σκοπεύει να αγοράσει το Πεκίνο από την αμερικανική εταιρεία.
Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης επενδυτών στις 22 Απριλίου, ο διευθύνων σύμβουλος της Boeing Ρόμπερτ Κέλλυ Όρτμπεργκ είχε δηλώσει σε αναλυτές ότι η συνάντηση Τραμπ–Σι θα μπορούσε να είναι μια σημαντική ευκαιρία για την εταιρεία. Ο Όρτμπεργκ, ο οποίος συνόδευσε τον πρόεδρο Τραμπ και άλλους κορυφαίους Αμερικανούς επιχειρηματίες στο ταξίδι, δήλωσε κατά την τηλεδιάσκεψη ότι δεν επρόκειτο να αποκαλύψει τον αριθμό των αεροσκαφών, αλλά έκανε λόγο για «μεγάλο αριθμό».
Ο Μπέσσεντ αποκάλυψε επίσης ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο δημιουργίας επενδυτικού συμβουλίου με την Κίνα, με στόχο την ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Όπως δήλωσε στο CNBC, ο σκοπός θα είναι διττός: αφ’ ενός η αντιμετώπιση ζητημάτων ασφάλειας και αφ’ ετέρου η εκ των προτέρων απόφαση σχετικά με τους μη στρατηγικούς και μη ευαίσθητους τομείς στους οποίους θα μπορούσαν να επενδύσουν κινεζικές εταιρείες.
Ο Μπέσσεντ δήλωσε ότι υπάρχουν πολλοί τομείς στους οποίους η Κίνα θα μπορούσε να επενδύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει να κάνει το ίδιο στην άλλη πλευρά. Προσέθεσε ότι ο πρόεδρος Τραμπ είπε στον Σι Τζινπίνγκ πως επιθυμεί το άνοιγμα της κινεζικής αγοράς και ότι η Κίνα πρέπει να ανοίξει την οικονομία της.
Ένας ακόμη βασικός τομέας στον οποίο θα επικεντρωθούν οι δύο χώρες είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Ο Μπέσσεντ δήλωσε στο οικονομικό δίκτυο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον παγκόσμιο ηγέτη στην τεχνητή νοημοσύνη. Ανέφερε ότι οι δύο κορυφαίες δυνάμεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης θα ξεκινήσουν επίσημες συνομιλίες και θα δημιουργήσουν πλαίσιο συνεργασίας για κοινές βέλτιστες πρακτικές, με στόχο να αποτραπεί η πρόσβαση μη κρατικών φορέων σε προηγμένα μοντέλα.
Ο Μπέσσεντ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να έχουν ουσιαστικές συζητήσεις με την Κίνα για την τεχνητή νοημοσύνη επειδή διατηρούν το προβάδισμα, σημειώνοντας ότι αυτές οι συνομιλίες δεν θα ήταν εφικτές, κατά την εκτίμησή του, αν η Κίνα βρισκόταν στο ίδιο τεχνολογικό επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τζίμμυ Λάι
Ο Ρούμπιο δήλωσε επίσης στο NBC News ότι ο Τραμπ έθεσε στον Σι το ζήτημα της απελευθέρωσης του Τζίμμυ Λάι, επικριτή του ΚΚ Κίνας και ιδρυτή της φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily.
Όπως είπε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήθελαν να δουν τον Λάι να απελευθερώνεται και ελπίζουν ότι το κινεζικό σύστημα θα ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα. Προσέθεσε ότι η Ουάσιγκτον θα ήταν ανοικτή σε οποιαδήποτε ρύθμιση θα ήταν αποδεκτή από την κινεζική πλευρά, αρκεί να του δοθεί η ελευθερία του, τονίζοντας ότι πρόκειται κυρίως για ανθρωπιστικό ζήτημα λόγω της ηλικίας και της κατάστασης της υγείας του.
Ο Λάι, 78 ετών, καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο σε εικοσαετή φυλάκιση βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας του Χονγκ Κονγκ. Στις 13 Μαΐου, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία των ΗΠΑ ενέκριναν ψηφίσματα με τα οποία καλούν τον πρόεδρο Τραμπ να αντιμετωπίσει τον Σι για πέντε πολιτικούς κρατούμενους: τον Λάι, τους Κινέζους πάστορες Τζιν Μινγκρί και Γκάο Τσουανφού, τη σύζυγο του Γκάο, Πανγκ Γιου, και τη συνταξιούχο Ουιγούρα γιατρό Γκουλσάν Αμπάς.
Με τη συμβολή των Frank Fang, Emel Akan, Ryan Morgan και πληροφορίες από το Reuters








