Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Μάρτιο του 2026 δείχνουν εποχικά διορθωμένη ανεργία 9,0%, με 4.412.383 απασχολούμενους, 436.057 ανέργους και 2.876.809 άτομα εκτός εργατικού δυναμικού στο σχετικό μηνιαίο δελτίο. Σε ετήσια βάση, η εικόνα είναι καλύτερη από τον Μάρτιο του 2025, αλλά σε μηνιαία βάση υπήρξε μικρή επιδείνωση σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2026.
Εξετάζοντας τα πράγματα σε πιο ευρεία κλίμακα, η αγορά εργασίας έχει διανύσει τεράστια απόσταση από την περίοδο της κρίσης. Στο γράφημα της ίδιας της ΕΛΣΤΑΤ, η ανεργία για τον Μάρτιο είχε φτάσει το 27,6% το 2013, ενώ τώρα βρίσκεται στο 9,0%. Άρα το σημερινό πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στο σημείο κατάρρευσης της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά ότι παραμένει πάνω από τα ευρωπαϊκά επίπεδα παρά τη μεγάλη βελτίωση.
Αν προστεθούν απασχολούμενοι και άνεργοι, το εργατικό δυναμικό του Μαρτίου διαμορφώνεται περίπου στα 4,85 εκατομμύρια άτομα. Αυτό είναι το σωστό πεδίο αναφοράς για την ανεργία, γιατί ο δείκτης ανεργίας δεν είναι «άνεργοι προς συνολικό πληθυσμό», αλλά «άνεργοι προς εργατικό δυναμικό». Η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ ορίζει ότι οι οικονομικά ενεργοί είναι όσοι είτε εργάζονται είτε αναζητούν ενεργά εργασία, και ότι η ανεργία υπολογίζεται ως ποσοστό επί αυτού του συνόλου.
Τι μετρά και τι δεν μετρά το «4 εκατ. εργάζονται»
Η φράση «τέσσερα εκατομμύρια δουλεύουν και έξι κάθονται» δεν είναι στατιστικά ακριβής. Με όρους αγοράς εργασίας, οι μη απασχολούμενοι που καταγράφει η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ στο μηνιαίο δελτίο δεν είναι έξι εκατομμύρια, αλλά περίπου 3,31 εκατομμύρια: 436 χιλιάδες άνεργοι και 2,88 εκατομμύρια εκτός εργατικού δυναμικού. Το «σχεδόν έξι εκατομμύρια» προκύπτει μόνο αν αφαιρεθούν οι 4,41 εκατομμύρια απασχολούμενοι από τον συνολικό πληθυσμό της χώρας, που η τελευταία ετήσια εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας τον τοποθετεί στα 10.405.134 άτομα.
Αυτό όμως βάζει στο ίδιο καλάθι εντελώς διαφορετικές κατηγορίες: παιδιά, πολύ ηλικιωμένους, φοιτητές, συνταξιούχους και γενικά ανθρώπους που δεν ανήκουν στην αγορά εργασίας. Η ίδια η μεθοδολογία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού εξηγεί ότι ο βασικός στόχος είναι να χωρίσει τον πληθυσμό εργασιακής ηλικίας σε τρεις ομάδες — απασχολούμενους, ανέργους και εκτός εργατικού δυναμικού — και ότι ο δείκτης ανεργίας αναφέρεται στο εργατικό δυναμικό, όχι στο σύνολο των κατοίκων.
Αν παρ’ όλα αυτά γίνει η αδρή διαίρεση «απασχολούμενοι προς συνολικό πληθυσμό», οι εργαζόμενοι αντιστοιχούν περίπου στο 42,4% του συνολικού πληθυσμού. Αυτός ο λόγος είναι χρήσιμος μόνο ως πολύ γενική ένδειξη μεγέθους, όχι ως σωστός δείκτης αγοράς εργασίας. Για συγκρίσεις μεταξύ χωρών, ο κατάλληλος δείκτης είναι η απασχόληση στον πληθυσμό εργασιακής ηλικίας και η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό.
Η Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρώπη
Στην πιο πρόσφατη πλήρως συγκρίσιμη πανευρωπαϊκή μηνιαία εικόνα της Eurostat, για τον Φεβρουάριο του 2026, η ανεργία ήταν 5,9% στην ΕΕ και 6,2% στην ευρωζώνη. Η Ελλάδα βρισκόταν στο 8,5% τον Φεβρουάριο και στο 9,0% τον Μάρτιο με βάση την ΕΛΣΤΑΤ. Η Ισπανία ήταν υψηλότερα στο 9,8%, αλλά η Γαλλία χαμηλότερα στο 7,8%, η Πορτογαλία στο 5,8%, η Ιταλία στο 5,3% και η Γερμανία στο 4,0%. Άρα η Ελλάδα έχει μεν απομακρυνθεί από τις ακραίες τιμές του παρελθόντος, αλλά παραμένει στη ζώνη των χωρών με σχετικά υψηλή ανεργία στην ΕΕ.
Το ίδιο φαίνεται και στον σωστότερο δείκτη, δηλαδή στην απασχόληση των ηλικιών 20-64. Το 2025, η Ελλάδα είχε ετήσιο ποσοστό απασχόλησης 71%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 76,1%. Ειδικά στις γυναίκες, η υστέρηση είναι εντονότερη: η γυναικεία απασχόληση στην Ελλάδα ήταν 62,3%, ενώ η διαφορά ανδρών-γυναικών στην απασχόληση έφτανε τις 17,4 ποσοστιαίες μονάδες, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 9,6 μονάδες. Με άλλα λόγια, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η ανεργία, αλλά και το ότι μικρότερο τμήμα του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας βρίσκεται πράγματι σε δουλειά.
Ένα πολύ χρήσιμο αντιπαράδειγμα είναι η Ιταλία. Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ιταλία εμφάνιζε χαμηλότερη ανεργία από την Ελλάδα, μόλις 5,3%, αλλά το ετήσιο ποσοστό απασχόλησής της το 2025 ήταν 67,6%, δηλαδή χαμηλότερο ακόμη και από το ελληνικό 71,0%. Αυτό δείχνει γιατί το «χαμηλή ανεργία» δεν ταυτίζεται πάντα με το «περισσότεροι δουλεύουν»: μπορεί να σημαίνει και ότι λιγότεροι καταγράφονται ως ενεργά διαθέσιμοι για εργασία. Το σωστό δίπολο δεν είναι μόνο ανεργία ή όχι, αλλά ανεργία μαζί με συμμετοχή και απασχόληση.
ΑΕΠ, χρέος και δημογραφία αλλάζουν εντελώς την ανάγνωση
Το ελληνικό πρόβλημα βαραίνει επειδή συνδυάζεται με χαμηλότερο κατά κεφαλήν προϊόν και πολύ βαρύτερο δημόσιο χρέος από το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Το 2024 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης ήταν περίπου 44,3 χιλ. δολάρια για την Ελλάδα, έναντι 51,7 χιλ. στην Πορτογαλία, 58,0 χιλ. στην Ισπανία, 62,0 χιλ. στην Ιταλία, 62,6 χιλ. στη Γαλλία και 73,6 χιλ. στη Γερμανία. Σε ευρωπαϊκούς όρους, η Eurostat εκτιμά ότι το 2025 η Ελλάδα και η Βουλγαρία βρίσκονταν στο 68% του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ σε όρους PPS, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο της Ένωσης.
Στο δημόσιο χρέος, η θέση της Ελλάδας είναι ακόμη πιο βαριά. Στο τέλος του 2025 η Ελλάδα είχε λόγο χρέους προς ΑΕΠ 146,1%, τον υψηλότερο στην ΕΕ. Η Ιταλία βρισκόταν στο 137,1%, η Γαλλία στο 115,6%, η Ισπανία στο 100,7%, η Πορτογαλία στο 89,7% και η Γερμανία στο 63,5%. Άρα η συζήτηση για το πόσοι εργάζονται δεν γίνεται σε ουδέτερο έδαφος: στην Ελλάδα, κάθε αδυναμία της αγοράς εργασίας πέφτει πάνω σε μια οικονομία με χαμηλότερο εισόδημα ανά κάτοικο και με το υψηλότερο δημόσιο βάρος χρέους στην ΕΕ.
Επιπλέον, η Ελλάδα έχει έντονο δημογραφικό βάρος. Η Eurostat κατατάσσει τη χώρα στις πιο γηρασμένες της ΕΕ, με διάμεση ηλικία 46,9 έτη το 2024, ενώ το ποσοστό των ατόμων 65+ είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση. Σε επίπεδο ΕΕ, μόλις το 63,6% του πληθυσμού είναι ηλικίας 15-64 το 2025 και το 22,0% είναι ήδη 65+. Αυτό σημαίνει ότι η απλή σύγκριση εργαζομένων με τον συνολικό πληθυσμό είναι εξαρχής παραπλανητική, και ακόμη περισσότερο σε μια χώρα που γερνά τόσο γρήγορα όσο η Ελλάδα.
Το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι πόσοι δουλεύουν, αλλά πόσο παράγουν
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται να κινητοποιήσει μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας, μέσα από καλύτερη επαγγελματική κατάρτιση, αναγνώριση δεξιοτήτων και ενίσχυση των δομών φροντίδας παιδιών, ενώ ταυτόχρονα τονίζει ότι το επίπεδο παραγωγικότητας και επενδύσεων παραμένει χαμηλό. Στην ίδια κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι, παρά την ισχυρή ανάπτυξη μετά το 2021, η ελληνική παραγωγικότητα δεν συγκλίνει ακόμη με την υπόλοιπη ΕΕ και ότι το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει το δεύτερο χαμηλότερο στην Ένωση σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Αυτό είναι το σημείο που αλλάζει την ουσία της συζήτησης. Μια χώρα μπορεί να έχει σχετικά μικρό ποσοστό εργαζομένων στον συνολικό πληθυσμό και παρ’ όλα αυτά να αντέχει, αν έχει πολύ υψηλή παραγωγικότητα, υψηλή γυναικεία συμμετοχή, χαμηλή ανεργία και βιώσιμο δημοσιονομικό βάρος. Η Ελλάδα δεν έχει ακόμη αυτό το πακέτο. Έχει βελτιωθεί πάρα πολύ στην ανεργία σε σχέση με την εποχή της κρίσης, αλλά συνεχίζει να έχει χαμηλότερη απασχόληση από την ΕΕ, χαμηλότερο κατά κεφαλήν προϊόν και πολύ υψηλότερο χρέος.








