Παρασκευή, 22 Μαΐ, 2026
Οι Τάκης Θεοδωρικάκος (δ) και Ρομάλ Λεσκύρ (α) υπογράφουν δήλωση προθέσεων για την πυρηνική τεχνολογία. Πίσω διακρίνονται οι Εμμανουέλ Μακρόν (α) και Κυριάκος Μητσοτάκης (δ). (Υπουργείο Ανάπτυξης & Επενδύσεων)

Η Ελλάδα μπροστά στην πυρηνική εποχή: H γαλλική συνεργασία, οι ελληνικές δυνατότητες και τα μεγάλα ερωτήματα

Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα έχει περάσει σε μια νέα φάση. Για δεκαετίες, η λέξη «πυρηνικά» προκαλούσε σχεδόν αυτόματα αμηχανία, φόβο ή απόρριψη. Στη δημόσια συζήτηση ταυτιζόταν συχνά με τα μεγάλα ατυχήματα του Τσερνόμπιλ και της Φουκουσίμα, με την πυρηνική απειλή και με μια τεχνολογία που θεωρούνταν ξένη προς τις ελληνικές ανάγκες. Σήμερα, χωρίς να έχει ληφθεί καμία απόφαση για κατασκευή πυρηνικού σταθμού στην Ελλάδα, το θέμα επιστρέφει με διαφορετικούς όρους: ως ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας, τεχνολογικής προετοιμασίας, βιομηχανικής συμμετοχής και στρατηγικών συμμαχιών.

Η πρόσφατη συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης. Τον Απρίλιο του 2026, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψης του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, υπεγράφη δήλωση προθέσεων μεταξύ του Έλληνα υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου και του Γάλλου υπουργού Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανικής, Ενεργειακής και Ψηφιακής Κυριαρχίας Ρολάν Λεσκύρ, στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Ανάπτυξης, η συνεργασία αφορά την έρευνα, την καινοτομία, την πυρηνική ασφάλεια, την ανταλλαγή τεχνογνωσίας, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και τη διαμόρφωση θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου για τις ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής τεχνολογίας.

Αυτό είναι το πρώτο σημείο που πρέπει να ξεκαθαριστεί: η ελληνογαλλική συμφωνία δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα αποφάσισε να κατασκευάσει πυρηνικό εργοστάσιο. Δεν πρόκειται για ένα έργο άμεσης υλοποίησης. Πρόκειται για ένα πλαίσιο συνεργασίας με μια χώρα που διαθέτει βαθιά τεχνογνωσία στην πυρηνική ενέργεια και έχει οικοδομήσει επί δεκαετίες ένα από τα ισχυρότερα πυρηνικά οικοσυστήματα στην Ευρώπη. Η Γαλλία παράγει εδώ και πολλά χρόνια μεγάλο μέρος της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνικούς σταθμούς και παραμένει η κατεξοχήν πυρηνική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι’ αυτό και για την Ελλάδα η συνεργασία αυτή έχει αξία κυρίως ως «γέφυρα γνώσης»: εκπαίδευση, ρυθμιστική εμπειρία, τεχνική κουλτούρα, ασφάλεια, έρευνα και πρόσβαση σε ένα ώριμο ευρωπαϊκό μοντέλο.

Η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική χώρα με την έννοια της ηλεκτροπαραγωγής. Δεν διαθέτει πυρηνικούς σταθμούς και δεν έχει σήμερα εμπορικό πυρηνικό πρόγραμμα. Έχει όμως επαφή με τις ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής τεχνολογίας. Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας είναι η εθνική ρυθμιστική αρχή που έχει αρμοδιότητα για τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την εποπτεία στους τομείς της πυρηνικής ενέργειας, της πυρηνικής τεχνολογίας, της ακτινοπροστασίας και της πυρηνικής και ραδιολογικής ασφάλειας. Επίσης, στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» υπάρχει ο ερευνητικός αντιδραστήρας GRR-1, ο οποίος όμως δεν συνιστά πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή και βρίσκεται εκτός του πλαισίου ενός εμπορικού ενεργειακού προγράμματος. Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας έχει επισημάνει ότι η Ελλάδα έχει δημιουργήσει βάση για την ασφαλή διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων, αλλά και ότι υπάρχουν πεδία που απαιτούν περαιτέρω βελτίωση.

Με απλά λόγια, η χώρα διαθέτει ρυθμιστική και επιστημονική εμπειρία σε ζητήματα ακτινοπροστασίας, ιατρικών και ερευνητικών εφαρμογών, αλλά δεν διαθέτει ακόμη το θεσμικό, τεχνικό και κοινωνικό υπόβαθρο που θα απαιτούσε ένα κανονικό πυρηνικό πρόγραμμα ηλεκτροπαραγωγής. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία της τρέχουσας συζήτησης: πριν μιλήσει κανείς για αντιδραστήρες, πρέπει να μιλήσει για θεσμούς, ανθρώπινο δυναμικό, ασφάλεια, αδειοδοτήσεις, διαχείριση αποβλήτων, διεθνείς συμφωνίες, χρηματοδότηση και κοινωνική αποδοχή.

Η αλλαγή στάσης της ελληνικής κυβέρνησης φάνηκε καθαρά τον Μάρτιο του 2026, όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε στο 2ο Nuclear Energy Summit στο Παρίσι. Εκεί ανέφερε ότι η Ελλάδα γυρίζει σελίδα και ότι ήρθε η ώρα να εξεταστεί αν η πυρηνική ενέργεια, και ειδικότερα οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, οι γνωστοί SMR, μπορούν να παίξουν ρόλο στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Ανακοίνωσε επίσης τη σύσταση υψηλού επιπέδου διυπουργικής επιτροπής που θα καταθέσει συγκεκριμένη εισήγηση προς την κυβέρνηση. Λίγες εβδομάδες αργότερα, σε συζήτηση στο Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe, ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι δεν υπάρχουν ειλημμένες αποφάσεις και ότι η διερεύνηση της μη στρατιωτικής πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι υπόθεση δεκαετίας, όχι άμεσο σχέδιο.

Το ενδιαφέρον για τους SMR δεν είναι ελληνική ιδιοτροπία. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή και διεθνή συζήτηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημιουργήσει την Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Συμμαχία για τους Μικρούς Μορφωτικούς Αντιδραστήρες [European Industrial Alliance on Small Modular Reactors], με στόχο να επιταχύνει την ανάπτυξη, την επίδειξη και την εγκατάσταση μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι επενδυτικές ανάγκες για την πυρηνική ενέργεια στην ΕΕ έως το 2050 ανέρχονται περίπου στα 241 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται πλήρως οι πρόσθετες ανάγκες για SMR, προηγμένους αρθρωτούς αντιδραστήρες και μικροαντιδραστήρες.

Οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες παρουσιάζονται διεθνώς ως μια πιο ευέλικτη μορφή πυρηνικής τεχνολογίας. Σε αντίθεση με τους μεγάλους συμβατικούς πυρηνικούς σταθμούς, οι SMR υπόσχονται μικρότερη ισχύ ανά μονάδα, δυνατότητα τυποποιημένης παραγωγής, δυνητικά χαμηλότερο αρχικό κόστος ανά έργο και εφαρμογές πέρα από την κλασική ηλεκτροπαραγωγή. Μπορούν θεωρητικά να χρησιμοποιηθούν για σταθερή ηλεκτρική ισχύ, βιομηχανική θερμότητα, παραγωγή υδρογόνου, αφαλάτωση, ενεργειακή στήριξη απομονωμένων περιοχών, λιμένων ή μεγάλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

Ωστόσο, η λέξη «θεωρητικά» έχει μεγάλη σημασία. Ο ΟΟΣΑ και ο Οργανισμός Πυρηνικής Ενέργειας [Nuclear Energy Agency – NEA] επισημαίνουν ότι η μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη των SMR εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεχνικές, οικονομικές, ρυθμιστικές και εφοδιαστικές προκλήσεις. Η οικονομική τους βιωσιμότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν θα δημιουργηθεί πραγματική διεθνής αγορά, αν θα υπάρξει σειριακή παραγωγή και αν τα κράτη θα διαμορφώσουν αποτελεσματικά πλαίσια αδειοδότησης και συνεργασίας. Άρα, δεν μιλάμε για μια ώριμη λύση που μπορεί αύριο το πρωί να εγκατασταθεί οπουδήποτε χωρίς κόστος, ρίσκο και μεγάλη προετοιμασία. Μιλάμε για μια τεχνολογία με προοπτικές, αλλά και με αβεβαιότητες.

Γιατί, λοιπόν, η Ελλάδα να μπει σε αυτή τη συζήτηση; Ο πρώτος λόγος είναι η ενεργειακή ασφάλεια. Η χώρα έχει κάνει εντυπωσιακή πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο ήλιος και ο άνεμος είναι μεγάλα ελληνικά πλεονεκτήματα. Όμως οι ΑΠΕ είναι μεταβλητές. Παράγουν όταν υπάρχουν οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες, όχι όταν το σύστημα έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη. Η αποθήκευση ενέργειας αναπτύσσεται, αλλά παραμένει ακριβή και ακόμη δεν μπορεί να καλύψει όλα τα σενάρια μεγάλης διάρκειας. Το φυσικό αέριο προσφέρει ευελιξία, αλλά είναι εισαγόμενο, εκτεθειμένο σε γεωπολιτικούς κινδύνους και δεν είναι μηδενικού άνθρακα. Η πυρηνική ενέργεια, αντίθετα, προσφέρει σταθερή παραγωγή χαμηλών εκπομπών. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυτομάτως κατάλληλη για την Ελλάδα, αλλά εξηγεί γιατί επανέρχεται η συζήτηση για την ισχύ βάσης.

Ο δεύτερος λόγος είναι βιομηχανικός. Η πυρηνική τεχνολογία δεν αφορά μόνο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αφορά εφοδιαστικές αλυσίδες, ειδικά υλικά, βαριά βιομηχανία, μεταλλουργία, μηχανολογικό εξοπλισμό, ναυπηγεία, λιμενικές υποδομές, ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια και εταιρείες τεχνολογίας. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Directus.gr, που αναφέρεται στις διεργασίες γύρω από το ελληνικό πυρηνικό εγχείρημα, στην Ελλάδα εξετάζεται η σύσταση δύο επιτροπών: μιας διυπουργικής που θα χαρτογραφήσει θεσμικές και τεχνολογικές ανάγκες και μιας δεύτερης ομάδας εργασίας με συμμετοχή αγοράς, βιομηχανίας, πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων, ναυπηγείων και Πολιτείας. ([Directus][9])

Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση είναι ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται στο αν θα εγκατασταθεί κάποτε ένας αντιδραστήρας στην Ελλάδα. Αφορά και το αν η χώρα μπορεί να αποκτήσει ρόλο στην αλυσίδα αξίας των νέων πυρηνικών τεχνολογιών. Το ίδιο δημοσίευμα κάνει λόγο για ένα πιθανό «made in Greece» αποτύπωμα στον τομέα των SMRs, μέσω συμμετοχής ελληνικών βιομηχανιών στην παραγωγή εξαρτημάτων, υποδομών ή ειδικών υλικών. Αναφέρει επίσης ενδιαφέρον από ενεργειακές εταιρείες, τσιμεντοβιομηχανίες, μεταλλουργίες, ναυπηγεία και βιομηχανίες βαριάς κατασκευής. ([Directus][9]) Αυτό το σενάριο ίσως είναι πιο ρεαλιστικό βραχυπρόθεσμα από την ίδια την πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή: όχι απαραίτητα «πυρηνικός σταθμός στην Ελλάδα», αλλά ελληνική συμμετοχή σε μια νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική αλυσίδα.

Υπάρχουν και πιο ειδικά σενάρια που δείχνουν το εύρος της συζήτησης. Πιθανές εφαρμογές είναι οι πλωτοί μικροί πυρηνικοί αντιδραστήρες σε λιμένες ή θαλάσσιες ενεργειακές υποδομές, η αξιοποίηση SMR σε νησιωτικές περιοχές, η αφαλάτωση, η παραγωγή υδρογόνου, η υποστήριξη μεγάλων κέντρων δεδομένων και η παροχή ενέργειας σε ενεργοβόρες βιομηχανικές δραστηριότητες. Το Directus.gr αναφέρει ότι στο μικροσκόπιο βρίσκονται, σε επίπεδο συζήτησης, μεγάλοι λιμένες όπως ο Πειραιάς και το Ηράκλειο Κρήτης, ενώ η Δυτική Μακεδονία εμφανίζεται επίσης ως περιοχή ενδιαφέροντος λόγω της ενεργειακής της παράδοσης και της μετάβασης στη μεταλιγνιτική εποχή.

Αυτά τα σενάρια ακούγονται φιλόδοξα, αλλά χρειάζεται προσοχή. Η Ελλάδα είναι σεισμογενής χώρα, με έντονη νησιωτικότητα, ευαίσθητα οικοσυστήματα και κοινωνίες που συχνά αντιδρούν σε μεγάλα έργα υψηλής επικινδυνότητας/όχλησης. Ένα πυρηνικό εγχείρημα δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε τεχνικές μελέτες ή κυβερνητικές αποφάσεις. Χρειάζεται εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με επικοινωνιακές καμπάνιες, αλλά με διαφάνεια, ανεξάρτητη εποπτεία, δημόσια διαβούλευση, επιστημονική σοβαρότητα και καθαρούς κανόνες.

Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι η ασφάλεια. Η πυρηνική ενέργεια μπορεί να έχει πολύ χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά δεν είναι μια απλή τεχνολογία. Απαιτεί διαρκή έλεγχο, αυστηρή αδειοδότηση, εξειδικευμένο προσωπικό, σχέδια έκτακτης ανάγκης, κουλτούρα ασφαλείας και ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή με επαρκείς πόρους. Η Ελλάδα θα έπρεπε να αναβαθμίσει σημαντικά το θεσμικό της πλαίσιο αν ήθελε κάποια στιγμή να περάσει από τη θεωρητική διερεύνηση στην πρακτική εφαρμογή.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι τα απόβλητα. Σήμερα, τα ραδιενεργά απόβλητα της χώρας προέρχονται κυρίως από περιορισμένες ιατρικές, ερευνητικές και βιομηχανικές εφαρμογές, όχι από πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή. Ένα εμπορικό πυρηνικό πρόγραμμα θα άλλαζε ριζικά την κλίμακα και τη φύση της διαχείρισης. Θα απαιτούσε μακροχρόνια στρατηγική, διεθνείς συμφωνίες, ειδικές υποδομές και θεσμική συνέχεια για δεκαετίες. Σε μια χώρα όπου συχνά δυσκολευόμαστε να συντηρήσουμε βασικές δημόσιες υποδομές, το ερώτημα της μακροχρόνιας αξιοπιστίας του κράτους δεν είναι δευτερεύον. Είναι κεντρικό.

Το τρίτο ζήτημα είναι το κόστος. Η πυρηνική ενέργεια έχει υψηλό αρχικό κόστος, μεγάλους χρόνους αδειοδότησης και συχνά σημαντικές υπερβάσεις προϋπολογισμού σε διεθνή έργα. Οι SMR υπόσχονται ότι θα μειώσουν μέρος αυτών των προβλημάτων μέσω τυποποίησης και μικρότερης κλίμακας, αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί στην πράξη. Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίξει μια τέτοια επιλογή σε υποθέσεις. Θα πρέπει να εξετάσει με ψυχραιμία το συνολικό κόστος ανά μεγαβατώρα, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση, την ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος, τη διαχείριση αποβλήτων και το κόστος αποξήλωσης στο τέλος της ζωής μιας εγκατάστασης.

Υπάρχει και η αμυντική διάσταση των ελληνογαλλικών σχέσεων, που συχνά μπερδεύεται με την ενεργειακή. Η Γαλλία είναι πυρηνική δύναμη και το τελευταίο διάστημα διεξάγεται ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για τον ρόλο της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής στην ασφάλεια της Ευρώπης. Όμως αυτό πρέπει να διαχωρίζεται καθαρά από τη συνεργασία στις ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής τεχνολογίας. Άλλο η πυρηνική ενέργεια, άλλο η πυρηνική αποτροπή. Μπορεί γεωπολιτικά να συνδέονται στο πλαίσιο μιας στρατηγικής σχέσης με τη Γαλλία, αλλά τεχνολογικά, θεσμικά και ηθικά είναι διαφορετικά πεδία.

Πού βρισκόμαστε, λοιπόν; Βρισκόμαστε στην αρχή μιας διερεύνησης. Η Ελλάδα δεν έχει αποφασίσει να γίνει πυρηνική χώρα στην ηλεκτροπαραγωγή. Έχει όμως αρχίσει να εγκαταλείπει την παλιά παθητικότητα. Συμμετέχει στον ευρωπαϊκό διάλογο, αναζητά συνεργασίες, εξετάζει τους SMR, συζητά τη δημιουργία επιτροπών, ενδιαφέρεται για την αλυσίδα αξίας και επιχειρεί να καταλάβει αν η πυρηνική τεχνολογία μπορεί να συνδεθεί με την ενεργειακή ασφάλεια, την απανθρακοποίηση και τη βιομηχανική αναβάθμιση.

Πού πάμε; Το πιο πιθανό είναι ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι δεκαετία προετοιμασίας και όχι άμεσης υλοποίησης. Η Ελλάδα θα χρειαστεί να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Θέλει απλώς να αποκτήσει τεχνογνωσία; Θέλει να συμμετάσχει στην ευρωπαϊκή βιομηχανική αλυσίδα των SMR; Θέλει να εξετάσει ειδικές εφαρμογές σε λιμένες, νησιά, ναυτιλία ή βιομηχανία; Ή θέλει, μακροπρόθεσμα, να ανοίξει πραγματικά τον δρόμο για πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή στο έδαφός της; Κάθε απάντηση οδηγεί σε διαφορετική πολιτική, διαφορετικό κόστος και διαφορετικό βαθμό κοινωνικής δυσκολίας.

Μπροστά σε αυτές τις προοπτικές, απαιτείται να αφήσουμε στην άκρη τόσο τον ενθουσιασμό όσο και τον φόβο. Ο ενθουσιασμός μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση των κινδύνων και του κόστους. Ο φόβος μπορεί να αποκλείσει τη χώρα από μια τεχνολογική και βιομηχανική εξέλιξη που ήδη προχωρά στην Ευρώπη. Για να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της πυρηνικής ανάπτυξης, καλούμαστε να το γνωρίσουμε πρώτα σε βάθος: να μελετήσουμε, να εκπαιδεύσουμε ανθρώπους, να ενισχύσουμε τους θεσμούς, να συνεργαστούμε με χώρες που ξέρουν, να ενημερώσουμε την κοινωνία και να αποφασίσουμε χωρίς ιδεοληψίες.

Η ελληνογαλλική συνεργασία είναι, σε αυτό το πλαίσιο, ένα σημαντικό βήμα. Όχι επειδή λύνει το πυρηνικό ζήτημα, αλλά επειδή το ανοίγει με θεσμικό τρόπο. Η Ελλάδα αποκτά πρόσβαση σε τεχνογνωσία, σε ευρωπαϊκό διάλογο και σε μια χώρα που έχει χτίσει επί δεκαετίες πυρηνική εμπειρία. Το αν αυτό θα οδηγήσει σε ελληνική συμμετοχή στην αλυσίδα αξίας των SMR, σε ειδικές εφαρμογές ή κάποτε σε πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή, θα εξαρτηθεί από την τεχνολογία, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική βούληση.

Η πυρηνική ενέργεια είναι ένα ερώτημα μακροπρόθεσμο. Δεν απαντάται με συνθήματα. Απαντάται με πεντηκονταετές σχέδιο. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα και τους πολίτες της: όχι απλώς αν μπορεί να συζητήσει για την πυρηνική ενέργεια, αλλά αν μπορεί να σχεδιάσει με σοβαρότητα ένα μέλλον πέρα από τον επόμενο εκλογικό κύκλο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε