Η Ελλάδα μπορεί να καμαρώνει — και δικαίως — ότι έχει μπει στην πρώτη γραμμή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Όμως η μεγάλη πολιτική και κοινωνική ερώτηση δεν είναι μόνο πόσα φωτοβολταϊκά και αιολικά έχουμε εγκαταστήσει. Είναι γιατί, ενώ παράγουμε τόσο πολύ φθηνή πράσινη ενέργεια, ο πολίτης δεν αισθάνεται αντίστοιχη ανακούφιση στον λογαριασμό του. Γιατί η επιτυχία στην παραγωγή δεν μετατρέπεται σε απτά αποτελέσματα για το νοικοκυριό και τη μικρή επιχείρηση;
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, δήλωσε πρόσφατα ότι η Ελλάδα ανήκει στους «παγκόσμιους πρωταθλητές» των ΑΠΕ και ότι, ως προς το μερίδιο της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή, είναι 3η στον κόσμο στην ηλιακή και 9η στην αιολική. Στην ίδια παρέμβαση είπε και κάτι εξίσου αποκαλυπτικό: ότι η χώρα προσπαθεί τώρα να βάλει «κάποια τάξη», με ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ που θα ανακοινωθεί αυτές τις ημέρες.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει πράγματι εντυπωσιακή επίδοση. Σύμφωνα με την ετήσια Παγκόσμια Επισκόπηση Ηλεκτρικής Ενέργειας του Ember για το 2025, η χώρα βρίσκεται στην 3η θέση παγκοσμίως στο ποσοστό ηλιακής ενέργειας στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, με 22%, όταν ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι 8,7% και ο μέσος όρος της ΕΕ 13,1%. Στην αιολική ενέργεια βρίσκεται στην 9η θέση, με 20%, έναντι 8,5% παγκοσμίως και 17,1% στην ΕΕ.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν παράγουμε πράσινη ενέργεια. Ωστόσο, ακόμη δεν έχουμε φτιάξει ένα σύστημα που να μεταφέρει καθαρά και σταθερά το όφελος αυτής της παραγωγής στον καταναλωτή.
Η πρώτη αιτία βρίσκεται στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η ευρωπαϊκή χονδρεμπορική αγορά λειτουργεί με το μοντέλο της οριακής τιμολόγησης, δηλαδή όλοι οι παραγωγοί πληρώνονται την ίδια τιμή, η οποία καθορίζεται από την τελευταία και ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί ότι οι ΑΠΕ μπαίνουν πρώτες στην αγορά, επειδή έχουν σχεδόν μηδενικό κόστος παραγωγής, όμως η τελική τιμή συχνά καθορίζεται από ακριβότερες μονάδες, ιδίως όταν χρειάζεται φυσικό αέριο.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί το μεσημέρι η χώρα να έχει άφθονο ήλιο και φθηνή παραγωγή, αλλά το βράδυ, όταν πέφτει ο ήλιος και αυξάνεται η ζήτηση, το σύστημα να χρειάζεται μονάδες φυσικού αερίου. Τότε ο λογαριασμός του καταναλωτή δεν αντανακλά απλώς το κόστος του ήλιου και του ανέμου, αλλά το κόστος ενός ολόκληρου συστήματος που ακόμη στηρίζεται στην ακριβή εφεδρεία, στις εισαγωγές, στα δίκτυα, στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και στους φόρους.
Η δεύτερη αιτία είναι ότι η πράσινη ενέργεια δεν αρκεί να παράγεται. Πρέπει να αποθηκεύεται, να μεταφέρεται και να καταναλώνεται τη στιγμή που παράγεται. Εκεί η Ελλάδα υστερεί. Το αποτέλεσμα είναι οι λεγόμενες περικοπές ΑΠΕ: ενέργεια που θα μπορούσε να παραχθεί από ήλιο και άνεμο, αλλά τελικά δεν μπαίνει στο σύστημα, επειδή το δίκτυο δεν την αντέχει ή επειδή δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση και αποθήκευση εκείνη τη στιγμή. Ο ΑΔΜΗΕ δημοσιεύει πλέον μηνιαίες αναφορές περιορισμών ΑΠΕ, κάτι που δείχνει ότι το φαινόμενο έχει γίνει μόνιμο κομμάτι της λειτουργίας του συστήματος.
Τα μεγέθη είναι εντυπωσιακά. Το Green Tank, αξιοποιώντας στοιχεία ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ, κατέγραψε ότι στους πρώτους εννέα μήνες του 2025 οι ΑΠΕ είχαν το μεγαλύτερο μερίδιο στην κάλυψη της ζήτησης με 47,5%, ενώ οι καθαρές πηγές συνολικά κάλυψαν το 53,2% της εγχώριας ζήτησης. Την ίδια στιγμή, όμως, οι περικοπές ΑΠΕ έφτασαν τις 1.786 GWh, δηλαδή 7,9% της συνολικής παραγωγής από ΑΠΕ, ποσότητα υπερδιπλάσια από την αντίστοιχη περίοδο του 2024 και σχεδόν ίση με την ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη στο ίδιο διάστημα.
Με απλά λόγια, έχουμε φθηνή πράσινη ενέργεια, αλλά πετάμε ένα μέρος της. Και όταν πετάς ενέργεια, πετάς και κοινωνικό όφελος. Πετάς χαμηλότερες τιμές, πετάς ενεργειακή ασφάλεια, πετάς την ευκαιρία να μειώσεις την εξάρτηση από ακριβότερα καύσιμα.
Η τρίτη αιτία είναι το χωροταξικό. Η χώρα είχε Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ από το 2008, όμως μιλάμε για ένα πλαίσιο άλλης εποχής: πριν από την έκρηξη των φωτοβολταϊκών, πριν από τη μαζική πίεση για νέες αιολικές εγκαταστάσεις, πριν από τις σημερινές ανάγκες αποθήκευσης, δικτύων, προστασίας τοπίου και συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών.
Όταν η πολιτεία τρέχει πίσω από την αγορά και όχι μπροστά της, τα έργα μοιάζουν να «φυτρώνουν» αποσπασματικά. Άλλοτε συγκεντρώνονται υπερβολικά σε περιοχές που ήδη σηκώνουν μεγάλο βάρος. Άλλοτε προκαλούν αντιδράσεις, επειδή οι τοπικές κοινωνίες θεωρούν ότι δεν ρωτήθηκαν. Άλλοτε μπλοκάρουν, επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμο ηλεκτρικό δίκτυο. Και άλλοτε δημιουργούν την αίσθηση ότι η πράσινη μετάβαση δεν γίνεται με σχέδιο, αλλά με άδειες, πιέσεις και τετελεσμένα.
Αυτό είναι πολιτικά επικίνδυνο. Διότι οι ΑΠΕ είναι αναγκαίες για την ενεργειακή ανεξαρτησία και τη μείωση των εκπομπών. Αν όμως ο πολίτης τις βλέπει ως αδικία, ως εισβολή στο τοπίο ή ως κερδοφορία λίγων χωρίς όφελος για τους πολλούς, τότε η κοινωνική αποδοχή της πράσινης μετάβασης υπονομεύεται. Η λύση δεν είναι λιγότερες ΑΠΕ. Η λύση είναι σωστές ΑΠΕ, σωστά χωροθετημένες, με κανόνες, αποθήκευση, ανταποδοτικότητα και λογοδοσία.
Η καθυστέρηση γίνεται ακόμη πιο βαριά αν σκεφτεί κανείς ότι άλλες χώρες της περιοχής, όπως η Αλβανία, η Μολδαβία και η Βόρεια Μακεδονία, κινούνται πλέον με εθνικά σχέδια ενέργειας και κλίματος, δημόσιες διαβουλεύσεις ή εργαλεία χαρτογράφησης για τις ΑΠΕ. Η Αλβανία έχει Εθνικό Σχέδιο Ενέργειας και Κλίματος με έκδοση του 2024, η Μολδαβία έθεσε σε δημόσια διαβούλευση το αντίστοιχο σχέδιο 2025-2030, ενώ η Βόρεια Μακεδονία υιοθέτησε νέο NECP για την περίοδο 2025-2030.
Η τέταρτη αιτία είναι ότι η τιμή που βλέπει ο πολίτης δεν είναι μόνο η τιμή της παραγωγής. Είναι το τελικό προϊόν ενός σύνθετου λογαριασμού: ενέργεια, προμήθεια, δίκτυα, ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόροι, ΦΠΑ, επιδοτήσεις που ανεβοκατεβαίνουν, εμπορική πολιτική παρόχων. Η Eurostat σημείωσε ότι, στην ΕΕ, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά παρέμειναν το 2025 πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ η μείωση των προ φόρων τιμών δεν πέρασε πλήρως στον τελικό καταναλωτή λόγω φόρων και χρεώσεων.
Εδώ βρίσκεται το οξύμωρο. Ο πολίτης ακούει ότι η Ελλάδα είναι 3η στον ήλιο και 9η στον άνεμο, αλλά ανοίγει τον λογαριασμό και βλέπει ένα ποσό που δεν του επιτρέπει να αισθανθεί «πρωταθλητής». Η επιτυχία της χώρας εμφανίζεται στα συνέδρια, στα ποσοστά και στις διεθνείς κατατάξεις, αλλά όχι στο πορτοφόλι του νοικοκυριού.
Η ενεργειακή φτώχεια είναι ο πιο σκληρός καθρέφτης. Το 2024, ο μέσος όρος της ΕΕ για τους πολίτες που δεν μπορούσαν να κρατήσουν το σπίτι τους επαρκώς ζεστό ήταν 9,2%. Στην Ελλάδα, όμως, περίπου ένας στους πέντε πολίτες δήλωνε ότι δεν μπορούσε να θερμάνει ικανοποιητικά το σπίτι του, ποσοστό 19%, μαζί με τη Βουλγαρία στην κορυφή της ΕΕ. Στα χαμηλότερα εισοδήματα, το ποσοστό στην Ελλάδα έφτανε το 43,6%.
Αυτή είναι η ουσία του ελληνικού παράδοξου: από τη μία, πρωταθλητισμός στις ΑΠΕ· από την άλλη, νοικοκυριά που κρυώνουν. Από τη μία, φωτοβολταϊκά που παράγουν φθηνή ενέργεια· από την άλλη, περικοπές επειδή δεν υπάρχει αρκετό δίκτυο και αποθήκευση. Από τη μία, διεθνείς διακρίσεις· από την άλλη, χωροταξική αργοπορία και τοπικές κοινωνίες που αισθάνονται ότι η ανάπτυξη περνάει δίπλα τους.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θέλουμε ΑΠΕ. Τις θέλουμε. Τις χρειαζόμαστε. Η Ελλάδα έχει ήλιο, αέρα, τεχνογνωσία, επενδυτικό ενδιαφέρον και γεωγραφική θέση που μπορεί να την κάνει ενεργειακό κόμβο. Το ερώτημα είναι ποιος ωφελείται, πότε και με ποιους κανόνες.
Μια ενεργειακή πολιτική πρέπει να ξεκινά από πέντε απλά πράγματα. Πρώτον, γρήγορη και σοβαρή ολοκλήρωση του νέου χωροταξικού για τις ΑΠΕ, με καθαρές ζώνες, απαγορεύσεις, προτεραιότητες και σεβασμό στο τοπίο. Δεύτερον, επιτάχυνση αποθήκευσης και δικτύων, ώστε η φθηνή παραγωγή να μη χάνεται. Τρίτον, διαφάνεια στις περικοπές, στις τιμές και στα περιθώρια κέρδους. Τέταρτον, πραγματική ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων, των δήμων, των αγροτών και των νοικοκυριών, ώστε ο πολίτης να γίνει συμμέτοχος και όχι απλός πελάτης. Πέμπτον, στοχευμένη προστασία των ενεργειακά φτωχών, όχι με αποσπασματικά επιδόματα, αλλά με μόνιμη μείωση κατανάλωσης μέσω ανακαινίσεων, μόνωσης, αντλιών θερμότητας και αυτοπαραγωγής.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι μόνο υπόθεση μεγαβάτ. Δεν αρκεί να είμαστε τρίτοι στον κόσμο στον ήλιο, αν ο ήλιος αυτός δεν φωτίζει τον λογαριασμό του πολίτη. Δεν αρκεί να είμαστε ένατοι στον άνεμο, αν ο άνεμος δεν φυσά υπέρ της κοινωνίας. Και δεν αρκεί να λέμε ότι έχουμε καθαρή ενέργεια, αν η καθαρή ενέργεια παράγεται χωρίς καθαρούς κανόνες.
Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να μετατρέψει το ενεργειακό της πλεονέκτημα σε κοινωνικό πλεονέκτημα. Αλλά αυτό απαιτεί σχέδιο, όχι πανηγυρισμούς. Απαιτεί χωροταξία, όχι αταξία. Απαιτεί δίκτυα, όχι περικοπές. Απαιτεί αποθήκευση, όχι χαμένη παραγωγή. Και πάνω απ’ όλα, απαιτεί να μετράμε την επιτυχία όχι μόνο με το πόση πράσινη ενέργεια παράγουμε, αλλά με το αν ο πολίτης ζει καλύτερα, πληρώνει λιγότερα και αισθάνεται ότι η μετάβαση γίνεται και για εκείνον.








