Οι βιομηχανικές πολιτικές της Κίνας απειλούν τη μεταποιητική παραγωγή των ανεπτυγμένων οικονομιών με απώλεια κερδών της τάξεως των 650 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με νέα έκθεση. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει αλλαγές στους κανόνες δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα για τη βαριά βιομηχανία, εν μέσω αυξημένων ανησυχιών για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Η ανάλυση, που δημοσιεύθηκε από το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ και εκπονήθηκε από την ερευνητική εταιρεία Rhodium Group, αναφέρει ότι η στρατηγική του Πεκίνου ενέχει τον κίνδυνο αποδυνάμωσης των βιομηχανικών δυνατοτήτων των χωρών G7 έως το 2030. Σύμφωνα με την έκθεση, οι κινεζικές πολιτικές γίνονται πιο συστηματικές και διάχυτες, ενώ το Πεκίνο ενισχύει ενεργά τον έλεγχο των αλυσίδων αξίας μέσω κανονισμών και οικονομικού εξαναγκασμού.
Η ομάδα G7 περιλαμβάνει τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το ποσό των 650 δισ. δολαρίων να αντιστοιχεί περίπου στο 12% των μεταποιητικών εξαγωγών τους, εφ’ όσον συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις.
Η αυτοκινητοβιομηχανία, τα μηχανήματα και τα χημικά συγκαταλέγονται μεταξύ των τομέων που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο από τους Κινέζους ανταγωνιστές. Η έκθεση ζητά καλύτερο συντονισμό μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών· αν και πολλές κυβερνήσεις έχουν ήδη αντιδράσει με εμπορικά μέτρα, βιομηχανικές πολιτικές και προσπάθειες για τη μείωση των κινδύνων στις αλυσίδες εφοδιασμού, οι ενέργειες αυτές παραμένουν αποσπασματικές.
Οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι χωρίς πιο συντονισμένη δράση η βιομηχανική πολιτική της Κίνας θα συνεχίσει κατά πάσα πιθανότητα να αναδιαμορφώνει τις παγκόσμιες αγορές, να παγιώνει εξαρτήσεις και να διαβρώνει τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες. Μεταξύ των πιθανών συνεπειών περιλαμβάνονται η μείωση των επενδύσεων, η αποδυνάμωση της καινοτομίας και η απώλεια βιομηχανικών δυνατοτήτων στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η έκθεση, με τίτλο «China’s Next-Generation Industrial Policy» («Η κινεζική βιομηχανική πολιτική της επόμενης γενιάς»), περιγράφει την προσέγγιση του Πεκίνου ως «βιομηχανική πολιτική των πάντων», η οποία εκτείνεται στις πρώτες ύλες, στον εξοπλισμό, στις τελικές εφαρμογές, στις υπηρεσίες και στην τεχνολογία αιχμής. Η στρατηγική αυτή βασίζεται στο σχέδιο «Made in China 2025», που ξεκίνησε το 2015, και έχει βοηθήσει τη χώρα να αποκτήσει ηγετική θέση στα ηλιακά πάνελ, στα τρένα υψηλής ταχύτητας και στις μπαταρίες λιθίου, ενώ παράλληλα έχει σημειώσει πρόοδο στα φαρμακευτικά προϊόντα και στην τεχνητή νοημοσύνη.
Αξιολόγηση της Rhodium Group για λογαριασμό του Εμπορικού Επιμελητηρίου των ΗΠΑ, το 2025, διαπίστωσε ότι το «Made in China 2025» πέτυχε σημαντική πρόοδο στη μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε τομείς όπως τα οχήματα νέας ενέργειας.
Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας στη μεταποίηση έχει περίπου διπλασιαστεί από το 2019, φθάνοντας περίπου τα 2 τρισ. δολάρια, ενώ ο αριθμός των προϊόντων στα οποία η Κίνα αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 50% των παγκόσμιων εξαγωγών σχεδόν διπλασιάστηκε (από 192 σε 315) μεταξύ 2021 και 2024. Οι προειδοποιήσεις για τις συνέπειες της κινεζικής βιομηχανικής στρατηγικής έχουν διατυπωθεί εδώ και χρόνια.
Έκθεση του Mercator Institute for China Studies το 2016 ανέφερε ότι, εάν η Κίνα πετύχει με το «Made in China 2025», οι ξένες εταιρείες και οι βιομηχανικές χώρες θα βρεθούν αντιμέτωπες με έναν ισχυρό ανταγωνιστή, υποστηριζόμενο από μαζική κρατική στήριξη σε ευρύ φάσμα προηγμένων μεταποιητικών βιομηχανιών.
Το Εμπορικό Επιμελητήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κίνα προειδοποίησε το 2017 για τον κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο θεμιτός ανταγωνισμός, ενώ το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ επεσήμανε τη στροφή της Κίνας προς αποτελέσματα που κατευθύνονται από το κράτος. Η νέα έκθεση υπογραμμίζει ότι το κόστος των καθυστερημένων αντιδράσεων είναι πλέον ορατό μέσω της απώλειας ανταγωνιστικότητας και των στρατηγικών ευπαθειών.
Αντιδράσεις στην Ευρώπη για το σύστημα εκπομπών ETS
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να επικαιροποιήσει τους κανόνες που καθορίζουν πόσα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών άνθρακα θα λαμβάνουν οι βαριές βιομηχανίες έως το 2030, καθώς οι Βρυξέλλες επιχειρούν να διατηρήσουν σε τροχιά τη βασική τους κλιματική πρωτοβουλία εν μέσω πίεσης για βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι ξεκίνησε διαβούλευση για επικαιροποιημένες τιμές αναφοράς του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ (ETS) για την περίοδο 2026–2030.
Το ETS είναι το σύστημα ανώτατου ορίου και εμπορίας εκπομπών της ΕΕ για τομείς όπως η ενέργεια, η βαριά βιομηχανία και οι αερομεταφορές. Στο πλαίσιο του συστήματος, οι εταιρείες οφείλουν να παραδίδουν δικαιώματα για τις εκπομπές τους και να αγοράζουν διαπραγματεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, γνωστά ως δικαιώματα εκπομπών της ΕΕ, προκειμένου να καλύπτουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Οι ηγέτες της ΕΕ έχουν δώσει προτεραιότητα σε μια ενεργειακή προσέγγιση που βασίζεται κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές, στο πλαίσιο του στόχου της Ένωσης να καταστεί «κλιματικά ουδέτερη» έως το 2050, που αποτελεί κεντρικό στόχο της Πράσινης Συμφωνίας της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Το πρόγραμμα ETS αποτελεί βασικό μοχλό για την απανθρακοποίηση και η ΕΕ υποστηρίζει ότι έχει μειώσει μαζικά την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων. Οι φορείς εκμετάλλευσης που δεν καλύπτουν τις εκπομπές τους αντιμετωπίζουν πρόστιμο 100 ευρώ για κάθε μετρικό τόνο υπερβάλλουσας εκπομπής.
Σύμφωνα με την πρόταση, η βιομηχανία θα συνεχίσει κατά μέσο όρο να λαμβάνει δωρεάν δικαιώματα που καλύπτουν περίπου το 75% των εκπομπών. Αυτό σημαίνει ότι, εάν ένα εργοστάσιο εκπέμπει 100 μετρικούς τόνους, η βιομηχανία θα εξακολουθήσει να λαμβάνει δωρεάν δικαιώματα για περίπου 75 μετρικούς τόνους, ενώ η εταιρεία θα πρέπει να αγοράζει δικαιώματα για τους υπόλοιπους 25 μετρικούς τόνους, εκτός εάν μειώσει τις εκπομπές της.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος για το κλίμα, τις μηδενικές καθαρές εκπομπές και την καθαρή ανάπτυξη, Βόπκε Χούκστρα, δήλωσε ότι αυτό διασφαλίζει πως το ETS της ΕΕ θα συνεχίσει να προωθεί την απανθρακοποίηση, την ανταγωνιστικότητα και τις καθαρές επενδύσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι τα μέτρα θα συμβάλουν στη στήριξη της «ανταγωνιστικότητας και απανθρακοποίησης» της βιομηχανίας της ΕΕ, ενισχύοντας παράλληλα τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα της ευρωπαϊκής αγοράς άνθρακα. Οι τιμές αναφοράς προηγούνται της αναθεώρησης του ETS της ΕΕ, η οποία αναμένεται τον Ιούλιο.
Το σχέδιο αντιμετωπίζει έντονες πολιτικές πιέσεις από κυβερνήσεις και βιομηχανίες που ανησυχούν για τις υψηλές τιμές ενέργειας. Σύμφωνα με έκθεση της S&P Global, εξετάζονταν αλλαγές καθώς η αγορά άνθρακα της ΕΕ δεχόταν ισχυρές πολιτικές πιέσεις. Όπως ανέφερε η έκθεση, εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της ΕΕ, πολλές κυβερνήσεις πιέζουν για μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την προβλεψιμότητα των τιμών.
Δέκα χώρες της ΕΕ — η Πολωνία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Αυστρία, η Κροατία, η Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Ιταλία — υπέγραψαν επιστολή ζητώντας αλλαγές στο σύστημα. Στην επιστολή αναφέρεται ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, ενώ οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις υπογραμμίζουν εκ νέου την ευθραυστότητα των σημερινών οικονομικών οικοσυστημάτων και το δύσκολο περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις.
Οι χώρες ανέφεραν ακόμη ότι η κλιματική αλλαγή πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά, προειδοποίησαν όμως ότι η Ευρώπη θα πετύχει την πράσινη μετάβαση μόνο εάν παραμείνει ισχυρή η βιομηχανική της βάση.
Παράλληλα, υποστήριξαν ότι ο κόσμος έχει αλλάξει σημαντικά από τότε που υπογράφηκε η Πράσινη Συμφωνία. Σύμφωνα με την επιστολή, οι τιμές ενέργειας έχουν εκτοξευθεί, ο πληθωρισμός έχει καταστήσει ακόμη πιο δαπανηρές τις επενδύσεις που απαιτούνται για τη μετάβαση και οι σημερινές λύσεις απανθρακοποίησης δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί επαρκώς ώστε να είναι οικονομικά βιώσιμες για βιομηχανίες όπου η μείωση εκπομπών είναι δύσκολη.
Στην επιστολή υποστηρίζεται ότι η πορεία του ETS έως το 2034 είναι «υπερβολικά απότομη και φιλόδοξη», και ότι το σημερινό πλαίσιο έχει εξελιχθεί σε «υπαρξιακό κίνδυνο για πολλούς στρατηγικούς βιομηχανικούς τομείς της Ευρώπης».
Την ίδια στιγμή, ομάδες που εκπροσωπούν συμφέροντα στους τομείς της αιολικής ενέργειας, της ηλιακής ενέργειας και του υδρογόνου επικρίνουν τις κινήσεις υπέρ της χαλάρωσης των κανόνων του ETS. Σε κοινή ανακοίνωση, οι ομάδες παρατηρούν ότι το ETS υπήρξε «καθοριστικό» στην προώθηση της στροφής της Ευρώπης προς την καθαρή ενέργεια, μειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Προειδοποιούν δε ότι η «υπονόμευση του ETS της ΕΕ ή η εισαγωγή βραχυπρόθεσμων διορθωτικών παρεμβάσεων» θα αυξήσει το κόστος κεφαλαίου και θα καθυστερήσει τις τελικές επενδυτικές αποφάσεις για έργα καθαρής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια αστάθεια θα υπονόμευε τη χρηματοδοτική βιωσιμότητα έργων καθαρής ενέργειας και βιομηχανικής απανθρακοποίησης.
Των James Xu και Owen Evans








