Το περιστατικό με το μη επανδρωμένο θαλάσσης που εντοπίστηκε ανοιχτά της Λευκάδας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απομονωμένη είδηση ή ως ένα τεχνικό ζήτημα που αφορά μόνο τις στρατιωτικές υπηρεσίες. Όταν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας δηλώνει δημόσια ότι οι ελληνικές αρχές γνωρίζουν τι είναι και τι περίπου περιέχει ένα τέτοιο μη επανδρωμένο σκάφος, η συζήτηση ξεπερνά το επίπεδο της απλής περιέργειας. Αφορά την εθνική ασφάλεια, την προστασία των πολιτών και τη θέση της Ελλάδας μέσα σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο.
Οι υποθέσεις δεν αποτελούν αποδείξεις. Το περιστατικό στη Λευκάδα δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε πεδίο μυστικών επιχειρήσεων. Δεν αποδεικνύει ότι περνούν συγκεκριμένα πολεμικά φορτία από ελληνικά τρένα. Δεν αποδεικνύει σύνδεση με τα Τέμπη ή με οποιαδήποτε άλλη υπόθεση.
Από την άλλη, η απουσία τελεσίδικης απόδειξης δεν αντιστρατεύεται το δικαίωμα της κοινωνίας να ρωτά. Αντιθέτως, σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι δεν διεξάγονται πλέον μόνο με επίσημες ανακοινώσεις, σημαίες και συμβατικά μέτωπα, τα ερωτήματα των πολιτών γίνονται μέρος της δημοκρατικής άμυνας μιας χώρας. Το ζητούμενο δεν είναι να καλλιεργηθεί πανικός, αλλά να υπάρξει αφύπνιση: να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε, τι κινδύνους δημιουργεί η νέα στρατηγική πραγματικότητα και ποια ευθύνη έχει το κράτος να προστατεύει τους πολίτες του.
Η τραγωδία των Τεμπών άλλαξε οριστικά το πλαίσιο αυτής της συζήτησης. Μετά την 28η Φεβρουαρίου 2023, το ερώτημα «τι κουβαλάνε τα τρένα;» δεν είναι υπερβολή ούτε θεωρία συνωμοσίας. Είναι ερώτημα δημόσιας ασφάλειας. Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, όπως παρουσιάστηκε δημόσια, ανέδειξε σοβαρές ελλείψεις ασφάλειας, υποστελέχωση, προβλήματα στη διερεύνηση και απώλεια κρίσιμων στοιχείων. Παράλληλα, στη δημόσια συζήτηση αναδείχθηκε το ζήτημα πιθανής παρουσίας άγνωστου εύφλεκτου υλικού και ιχνών υδρογονανθράκων, μεταξύ αυτών και ξυλολίου,που συνδέθηκαν με ερωτήματα γύρω από την πυρόσφαιρα και την καύσιμη ύλη που ενεπλάκη στο δυστύχημα. Δημοσιεύματα που επικαλούνται το πόρισμα ανέφεραν ότι η φωτιά άφησε διαφορετικά υπολείμματα και ότι η παρουσία ξυλολίου χαρακτηρίστηκε μη φυσιολογική ή ασυνήθιστη στο συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί δικαστικά η μεταφορά παράνομου φορτίου.
Το ξυλόλιο δεν αποδεικνύει στρατιωτικό φορτίο. Δεν αποδεικνύει ουκρανική εμπλοκή. Δεν αποδεικνύει δόλο. Καταδεικνύει, όμως, ότι οι πολίτες έχουν πλέον κάθε λόγο να απαιτούν πλήρη και αξιόπιστη ασφάλεια στις μεταφορές υψηλού κινδύνου. Όχι απλώς «διαφάνεια» με τη γενική έννοια, αλλά ασφάλεια στην πράξη: έλεγχο φορτίων, καταγραφή επικίνδυνων υλικών, πρωτόκολλα για εύφλεκτες, εκρηκτικές ή διπλής χρήσης ουσίες, λογοδοσία όταν κάτι πάει στραβά. Και, κυρίως, ένα κράτος που δεν ζητά τυφλή εμπιστοσύνη από τους πολίτες, αλλά την κερδίζει με αποδείξεις.
Το ερώτημα για τις στρατιωτικές μεταφορές μέσω ελληνικού εδάφους είναι επίσης απολύτως θεμιτό. Η Ελλάδα δεν είναι εκτός χάρτη. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ, βρίσκεται σε κομβική γεωγραφική θέση, διαθέτει λιμάνια στρατηγικής σημασίας και αποτελεί πέρασμα προς τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη. Το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει παρουσιάσει την Αλεξανδρούπολη ως κόμβο στρατηγικής ανάπτυξης, με τακτικά και υλικοτεχνικά οχήματα να φεύγουν από το λιμάνι σιδηροδρομικώς στο πλαίσιο άσκησης.
Επομένως, το ερώτημα «γίνονται στρατιωτικές μεταφορές και μέσω τρένων;» δεν είναι ακραίο. Είναι αυτονόητο. Το κρίσιμο δεν είναι να δαιμονοποιηθεί κάθε στρατιωτική μεταφορά, αφού κράτη και συμμαχίες έχουν νόμιμες υποχρεώσεις και επιχειρησιακές ανάγκες. Το κρίσιμο είναι αν υπάρχει επαρκές πλαίσιο ασφάλειας. Ποιος γνωρίζει τι μεταφέρεται; Ποιος εγκρίνει τη διέλευση; Ποιος πιστοποιεί το φορτίο; Ποια υπηρεσία ενημερώνεται όταν υπάρχει επικίνδυνο υλικό; Ποια μέτρα λαμβάνονται για εργαζόμενους, κατοικημένες περιοχές, σταθμούς, σήραγγες και κρίσιμες υποδομές;
Η ευρωπαϊκή συζήτηση κινείται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το Military Mobility Package με στόχο την ταχεία, συντονισμένη και ασφαλή μετακίνηση στρατιωτικού προσωπικού και εξοπλισμού μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας ότι οι μεταφορές στρατιωτικού υλικού δεν είναι περιθωριακό θέμα, αλλά μέρος της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας. Άρα, η Ελλάδα δεν μπορεί να προσποιείται ότι τέτοια ζητήματα δεν την αφορούν. Την αφορούν άμεσα.
Το διεθνές περιβάλλον κάνει αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Στον Περσικό Κόλπο βλέπουμε μια επικίνδυνη μετάβαση από την κλασική διπλωματία και την ανοιχτή στρατιωτική αντιπαράθεση σε κάτι πιο θολό: περιορισμένα πλήγματα, μυστικές επιχειρήσεις, μη ανακοινωμένες ανταποδόσεις, χρήση μη επανδρωμένων, επιθέσεις σε υποδομές και διαρκή αμφισημία. Ο Guardian ανέφερε, επικαλούμενος τη Wall Street Journal, ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέρονται να πραγματοποίησαν μυστική επίθεση κατά ιρανικού στόχου, μεταξύ άλλων στο νησί Λαζάν, λίγο πριν από την ανακοίνωση εκεχειρίας στις 7 Απριλίου. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει και τη σύλληψη μελών των Φρουρών της Επανάστασης που φέρονται να επιχείρησαν ενέργειες στο Κουβέιτ.
Ακόμη και αν ορισμένες από αυτές τις πληροφορίες παραμένουν αντικείμενο δημοσιογραφικής και διπλωματικής επιβεβαίωσης, η μεγάλη εικόνα είναι σαφής: η περιοχή μας μπαίνει σε περίοδο γκρίζου πολέμου. Δημόσια, οι κυβερνήσεις μπορεί να μιλούν για αποκλιμάκωση. Παρασκηνιακά, όμως, προετοιμάζονται για πλήγματα, αντίποινα, κυβερνοεπιθέσεις, σαμποτάζ και επιχειρήσεις χαμηλής ορατότητας. Το Al Jazeera μετέδωσε ότι κράτη του Κόλπου ανέφεραν επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα ακόμη και μετά την ανακοίνωση προσωρινής εκεχειρίας ΗΠΑ–Ιράν, ενώ η Defense News έχει καταγράψει ιρανικά πλήγματα σε υποδομές που υποστηρίζουν την αμερικανική αεροπορική ισχύ στην περιοχή.
Αυτό έχει άμεση σημασία για την Ελλάδα. Όχι επειδή πρέπει να μεταφερθούν μηχανικά όλα τα σενάρια του Κόλπου στο Ιόνιο ή στο ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Αλλά επειδή η λογική του σύγχρονου πολέμου είναι πλέον διακλαδική και υβριδική. Ένα λιμάνι μπορεί να είναι εμπορικό και ταυτόχρονα στρατηγικό. Ένας σιδηρόδρομος μπορεί να μεταφέρει επιβάτες, εμπορεύματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατιωτικό υλικό. Ένα μη επανδρωμένο μπορεί να εμφανιστεί μακριά από το επίσημο μέτωπο. Ένα φορτίο μπορεί να είναι πολιτικό, στρατιωτικό ή διπλής χρήσης. Και μια υποδομή μπορεί να γίνει στόχος όχι επειδή ανήκει στον στρατό, αλλά επειδή εξυπηρετεί στρατιωτική κινητικότητα.
Γι’ αυτό το βασικό αίτημα δεν είναι απλώς «να μάθουμε». Η διαφάνεια είναι μέσο, όχι τελικός σκοπός. Ο σκοπός είναι η παροχή ασφάλειας. Η Πολιτεία οφείλει να μπορεί να πει στους πολίτες, με τρόπο υπεύθυνο και χωρίς να αποκαλύπτει επιχειρησιακά μυστικά: ναι, υπάρχουν πρωτόκολλα· ναι, ελέγχονται τα επικίνδυνα φορτία· ναι, οι σιδηροδρομικές και λιμενικές υποδομές έχουν σχέδια έκτακτης ανάγκης· ναι, οι τοπικές αρχές ξέρουν τι πρέπει να κάνουν· ναι, οι εργαζόμενοι δεν αφήνονται στο σκοτάδι· ναι, μετά τα Τέμπη κάτι ουσιαστικό άλλαξε.
Αντί γι’ αυτό, η κοινωνία συχνά εισπράττει αμηχανία, καθυστερήσεις, αμυντικές ανακοινώσεις και την εύκολη κατηγορία της «συνωμοσιολογίας». Όμως η καχυποψία των πολιτών δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Γεννήθηκε από δυστυχήματα, ελλείψεις, αντιφάσεις, χαμένα στοιχεία, ανεπαρκείς εξηγήσεις και μια γενικότερη αίσθηση ότι μεγάλα ζητήματα χειρίζονται πίσω από κλειστές πόρτες. Η απάντηση σε αυτή την καχυποψία δεν μπορεί να είναι η περιφρόνηση. Πρέπει να είναι η θεσμική σοβαρότητα.
Μετά τα Τέμπη, το κράτος οφείλει να αποδεικνύει ότι όλα ελέγχονται. Μετά το περιστατικό στη Λευκάδα, πρέπει να εξηγηθεί, στο μέτρο που επιτρέπεται, τι σημαίνει αυτό για την ασφάλεια της χώρας.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου η γραμμή ανάμεσα στην ειρήνη, την αποτροπή και την εμπλοκή γίνεται ολοένα πιο λεπτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φοβηθούμε. Σημαίνει ότι πρέπει να ζητήσουμε με ψυχραιμία ασφάλεια, ενημέρωση, έλεγχο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι ήταν το μη επανδρωμένο στη Λευκάδα. Δεν είναι μόνο τι ακριβώς συνέβη με το ξυλόλιο στα Τέμπη. Δεν είναι μόνο αν γίνονται στρατιωτικές μεταφορές από ελληνικά τρένα. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει κράτος ικανό να προστατεύσει τους πολίτες της σε μια εποχή όπου οι υποδομές, τα λιμάνια, οι σιδηρόδρομοι, τα μη επανδρωμένα και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις συνδέονται μεταξύ τους. Και αν εμείς σαν πολίτες ξέρουμε τι συμβαίνει και είμαστε διατεθειμένοι για κάποιο δύσκολο σενάριο.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








