Η ραγδαία, ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού των αγριόχοιρων, σε συνδυασμό με την εξάπλωση της αφρικανικής πανώλης των χοίρων, έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές, υγειονομικές και οικονομικές κρίσεις της σύγχρονης εποχής για τη δυτική Ευρώπη. Αυτό που κάποτε θεωρούνταν ένα απλό ζήτημα διαχείρισης της άγριας πανίδας, σήμερα αποτελεί υπαρξιακή απειλή για ολόκληρο τον πρωτογενή τομέα, αναγκάζοντας τα κράτη να λάβουν ακραία μέτρα.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του υγειονομικού κινδύνου, πρέπει να κοιτάξουμε την προέλευση του προβλήματος. Η αφρικανική πανώλη των χοίρων (ASF), όπως μαρτυρά και το όνομά της, εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην αφρικανική ήπειρο (Κένυα) στις αρχές του 20ού αιώνα. Στην Αφρική, ο ιός κυκλοφορεί ενδημικά μεταξύ των άγριων χοίρων της περιοχής, οι οποίοι παρουσιάζουν ανθεκτικότητα. Ωστόσο, η μετάδοσή του στα οικόσιτα ζώα προκαλεί τεράστια θνησιμότητα, γεγονός που ιστορικά έχει διαλύσει ολόκληρους αγροτικούς και κτηνοτροφικούς τομείς σε αφρικανικές χώρες, απειλώντας τον επισιτισμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Η μεταπήδηση αυτού του άκρως μεταδοτικού ιού στην Ευρώπη έχει σημάνει παγκόσμιο συναγερμό.
Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο, ευρωπαϊκά κράτη υιοθετούν επιθετικές πολιτικές ελέγχου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γερμανία. Προκειμένου να ελέγξει τον υπερπληθυσμό των αγριόχοιρων και να αποκόψει τις οδούς μετάδοσης της νόσου, η γερμανική πολιτεία έχει επιστρατεύσει τους κυνηγούς, δίνοντάς τους καθαρά επιχειρησιακό ρόλο με ισχυρά οικονομικά κίνητρα. Σε κρατίδια υψηλού κινδύνου, όπως η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, οι αρχές αποζημιώνουν τους κυνηγούς με ποσά που αγγίζουν τα 200 ευρώ για κάθε αγριόχοιρο που θανατώνουν, ενώ σε άλλες ζώνες το μπόνους ανέρχεται στα 150 ευρώ. Το Βερολίνο δεν αντιμετωπίζει τη θήρα ως χόμπι, αλλά ως ένα επιδοτούμενο, απαραίτητο εργαλείο κρατικής υγειονομικής άμυνας.
Ωστόσο, το πρόβλημα του υπερπληθυσμού δεν αφορά μόνο τη μετάδοση του ιού στους κτηνοτρόφους. Η ασφυκτική πίεση που ασκούν τα κοπάδια των αγριόχοιρων χτυπά οριζόντια κάθε παραγωγό, σε κάθε κλάδο της γεωργίας. Είναι κοινή παρανόηση ότι τα ζώα αυτά καταστρέφουν μόνο μεγάλες εκτάσεις με σιτηρά ή καλαμπόκι. Η πραγματικότητα είναι εφιαλτική για το σύνολο των αγροτών: από τους παραγωγούς θερμοκηπίων μέχρι τους καλλιεργητές υπαίθριων κηπευτικών. Κοπάδια εισβάλλουν σε χωράφια ισοπεδώνοντας κυριολεκτικά καλλιέργειες με πιπεριές, αγγούρια, ντομάτες και πεπόνια, ενώ καταστρέφουν ολοσχερώς πανάκριβα συστήματα άρδευσης (σωλήνες και λάστιχα σταγόνας) στην προσπάθειά τους να βρουν νερό και ρίζες.
Τα στοιχεία από τις μεγάλες αγροτικές ενώσεις της Δυτικής Ευρώπης είναι αποκαλυπτικά. Στην Ιταλία, η Coldiretti (η μεγαλύτερη εθνική ένωση αγροτών) δημοσίευσε πρόσφατα έκθεση όπου χαρακτηρίζει τους αγριόχοιρους «εθνική καταστροφή», καταγράφοντας ζημιές άνω των 200 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως στη γεωργία, όπου πλήττονται καλλιέργειες από τα κηπευτικά μέχρι τους αμπελώνες της Τοσκάνης. Στην Ισπανία, η αγροτική συνομοσπονδία ASAJA αναφέρει συνεχείς καταστροφές σε υπαίθριες καλλιέργειες λαχανικών και υποδομές, ενώ στη Γαλλία, παραδοσιακοί συνεταιρισμοί οίνου στην περιοχή του Μπορντώ αναφέρουν τεράστιες απώλειες στην παραγωγή σταφυλιών, καθώς τα ζώα καταναλώνουν τους καρπούς και σπάνε τα κλήματα.
Στον αντίποδα αυτής της πανευρωπαϊκής κινητοποίησης, η κατάσταση στην Ελλάδα παρουσιάζει εικόνα επικίνδυνης αδράνειας. Η πληθυσμιακή έκρηξη των αγριόχοιρων στη χώρα μας έχει δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο πρόβλημα. Πέρα από τις εκτεταμένες καταστροφές στη γεωργία — με παραγωγούς στην Κεντρική Μακεδονία, την Ήπειρο, την Εύβοια και την Πελοπόννησο να βλέπουν τα κηπευτικά και τις σοδειές από τις δενδροκαλλιέργειές τους να εξαφανίζονται σε μια νύχτα, αφήνοντας ζημιές χιλιάδων ευρώ — τα ζώα εμφανίζονται πλέον σε πυκνοκατοικημένες, αστικές περιοχές. Ταυτόχρονα, τα σοβαρά τροχαία ατυχήματα στο επαρχιακό και ορεινό οδικό δίκτυο αυξάνονται δραματικά.
Αν και η απειλή της αφρικανικής πανώλης καραδοκεί στα σύνορα της χώρας μέσω των Βαλκανίων, η διαχείριση παραμένει αποσπασματική. Σε αντίθεση με το γερμανικό μοντέλο της κεντρικής χρηματοδότησης και του εθνικού σχεδιασμού, το ελληνικό κράτος βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην «εθελοντική» συνδρομή του υφιστάμενου κυνηγετικού πλαισίου (μέσω των συνεργείων δίωξης). Η προσέγγιση αυτή λειτουργεί ως «πυροσβεστήρας» σε τοπικό επίπεδο, στερούμενη ωστόσο μιας ενιαίας, επιδοτούμενης και μακροπρόθεσμης στρατηγικής.








