Τα πρόσφατα επεισόδια σε πανεπιστημιακούς χώρους, με τραυματισμούς φοιτητών και εικόνες βίας, δεν είναι απλώς ακόμη μία είδηση της επικαιρότητας. Είναι η υπενθύμιση ενός παλιού, βαθιά ριζωμένου προβλήματος της ελληνικής δημόσιας ζωής: της αδυναμίας μας να προστατεύσουμε τους χώρους της γνώσης από την ανομία, τον εκφοβισμό και την επιβολή των λίγων εις βάρος των πολλών.
Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αναφέρθηκαν τραυματισμοί φοιτητών ύστερα από οργανωμένη επίθεση, ενώ στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής καταγράφηκαν επίσης συμπλοκές και τραυματισμοί, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών. Το ζήτημα, όμως, δεν εξαντλείται στα συγκεκριμένα περιστατικά. Αυτά είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που υπάρχει εδώ και δεκαετίες.
Το ελληνικό πανεπιστήμιο υπήρξε ιστορικά τόπος ελευθερίας. Τόπος σκέψης, αμφισβήτησης, επιστήμης, νεανικής αναζήτησης. Σε μια χώρα όπου η παιδεία θεωρήθηκε επί γενιές ο δρόμος της κοινωνικής ανόδου, το πανεπιστήμιο δεν ήταν ποτέ απλώς ένα κτίριο. Ήταν υπόσχεση. Ήταν η ελπίδα μιας οικογένειας, ο κόπος ενός μαθητή, η θυσία ενός γονιού, η πνευματική περιουσία ενός λαού.
Γι’ αυτό και η βία μέσα στα πανεπιστήμια δεν είναι ένα απλό πρόβλημα δημόσιας τάξης. Είναι προσβολή απέναντι στην ίδια την έννοια της παιδείας. Όταν ένας φοιτητής φοβάται να περάσει την πύλη της σχολής του, όταν ένας καθηγητής διστάζει να διδάξει ελεύθερα, όταν μια βιβλιοθήκη, ένα εργαστήριο ή ένα αμφιθέατρο μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, τότε δεν απειλείται μόνο η ασφάλεια. Απειλείται η ουσία της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Η Ελλάδα έχει κουβαλήσει για χρόνια μια μεγάλη σύγχυση γύρω από το πανεπιστημιακό άσυλο. Το άσυλο γεννήθηκε ως προστασία της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών. Όχι ως καταφύγιο παρανομίας. Δεν θεσπίστηκε για να καλύπτει ρόπαλα, κουκούλες, απειλές, καταστροφές, τραμπουκισμούς ή επιθέσεις. Θεσπίστηκε για να μπορεί η γνώση να αναπνέει χωρίς φόβο. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση: στο όνομα της ελευθερίας, επί χρόνια έγιναν ανεκτές συμπεριφορές που ακυρώνουν την ελευθερία των υπολοίπων.
Η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν ανήκει στους θορυβώδεις. Ανήκει σε όλους. Ανήκει στον φοιτητή που θέλει να παρακολουθήσει μάθημα χωρίς να διακοπεί από εισβολές. Ανήκει στην ερευνήτρια που θέλει να δουλέψει στο εργαστήριο χωρίς να φοβάται καταστροφές. Ανήκει στον καθηγητή που θέλει να διδάξει χωρίς εκφοβισμό. Ανήκει στον νέο άνθρωπο που κουβαλάει μέσα του την αγωνία του μέλλοντος και όχι τη βία του δρόμου.
Το 2019, άλλαξε το θεσμικό πλαίσιο για τα ΑΕΙ, προβλέποντας ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ασκούν τις κατά νόμο αρμοδιότητές τους εντός των πανεπιστημιακών χώρων, συμπεριλαμβανομένης της επέμβασης σε περίπτωση τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Το 2021 ψηφίστηκε επίσης νόμος για την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος. Όμως οι νόμοι, όσο αναγκαίοι κι αν είναι, δεν αρκούν από μόνοι τους. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ μόνο η απουσία κανόνων. Ήταν και η απουσία εφαρμογής τους.
Κάθε κοινωνία κρίνεται όχι από το αν διαθέτει νόμους, αλλά από το αν τους εφαρμόζει δίκαια, σταθερά και χωρίς εξαιρέσεις. Αν η παραβατικότητα μέσα σε έναν πανεπιστημιακό χώρο αντιμετωπίζεται άλλοτε με αμηχανία, άλλοτε με καθυστέρηση και άλλοτε με σιωπή, τότε το μήνυμα που περνά είναι καταστροφικό: ότι υπάρχουν χώροι όπου η ευθύνη αναστέλλεται. Ότι υπάρχουν πράξεις που μένουν χωρίς συνέπειες. Ότι υπάρχουν μειοψηφίες που μπορούν να επιβάλουν τη θέλησή τους στους πολλούς.
Και αυτό είναι βαθιά άδικο για τη μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών. Διότι η εικόνα της έντασης, της καταστροφής και της βίας δεν εκφράζει το ελληνικό πανεπιστήμιο στο σύνολό του. Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν ανθρώπους που εργάζονται, ερευνούν, διακρίνονται, δημιουργούν, αγωνίζονται μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Έχουν καθηγητές με διεθνές έργο, φοιτητές με όνειρα, επιστημονικές ομάδες που παράγουν γνώση, νέους ανθρώπους που θέλουν να σταθούν όρθιοι σε μια δύσκολη εποχή.
Αυτούς οφείλει να προστατεύσει η Πολιτεία. Όχι στα λόγια. Στην πράξη.
Η συζήτηση για την ασφάλεια στα πανεπιστήμια δεν πρέπει να γίνεται με κραυγές. Πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα. Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε τα πανεπιστήμια σε φρούρια. Χρειάζεται, όμως, να πάψουμε να τα αντιμετωπίζουμε ως ανοχύρωτους χώρους. Η ελεγχόμενη πρόσβαση, η προστασία των υποδομών, η άμεση επέμβαση όταν τελούνται αξιόποινες πράξεις, η πειθαρχική ευθύνη όπου υπάρχει βία ή καταστροφή, δεν είναι αυταρχισμός. Είναι στοιχειώδης σεβασμός προς τον δημόσιο χώρο.
Διότι το πανεπιστήμιο είναι δημόσιος χώρος με την πιο υψηλή έννοια του όρου. Δεν ανήκει σε ομάδες. Δεν ανήκει σε παρατάξεις. Δεν ανήκει σε όσους φωνάζουν περισσότερο. Ανήκει στην κοινωνία. Ανήκει στους φοιτητές, στους διδάσκοντες, στους εργαζομένους, στις οικογένειες που το στηρίζουν με τους φόρους και τις θυσίες τους. Ανήκει στο μέλλον της χώρας.
Εδώ βρίσκεται και η ιστορική διάσταση του ζητήματος. Η Ελλάδα, από τη Μεταπολίτευση και μετά, ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση με το πανεπιστήμιο. Το είδε ως χώρο πολιτικοποίησης, ελευθερίας, κοινωνικής κινητικότητας. Αυτή η παράδοση έχει θετικά στοιχεία. Η νεολαία πρέπει να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να συμμετέχει. Όμως άλλο η συμμετοχή και άλλο η επιβολή. Άλλο η ιδέα και άλλο η βία. Άλλο η διαφωνία και άλλο ο τραμπουκισμός.
Η δημοκρατία δεν φοβάται τη διαφωνία. Φοβάται, όμως, τη σιωπή των πολλών μπροστά στη βία των λίγων.
Και αυτή η σιωπή πρέπει να τελειώσει.
Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική παιδεία χωρίς τάξη. Όχι τάξη νεκρή, αυταρχική, φοβική. Αλλά τάξη πολιτισμένη, θεσμική, ανθρώπινη. Τάξη που επιτρέπει στον καθένα να ξέρει τα όριά του και τα δικαιώματά του. Τάξη που δεν πνίγει την ελευθερία, αλλά τη στηρίζει. Διότι η ελευθερία χωρίς ευθύνη καταλήγει ασυδοσία. Και η ασυδοσία, όταν εγκατασταθεί, πάντα χτυπά πρώτα τους πιο αδύναμους.
Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν χρειάζεται ούτε μόνιμη καχυποψία ούτε μόνιμη ανοχή. Χρειάζεται αξιοπρέπεια. Χρειάζεται καθαρούς κανόνες. Χρειάζεται φύλαξη που προστατεύει και όχι που προκαλεί. Χρειάζεται διοικήσεις που δεν φοβούνται να αναλάβουν ευθύνη. Χρειάζεται φοιτητές που υπερασπίζονται το δικαίωμά τους στη μόρφωση. Χρειάζεται καθηγητές που δεν θα μένουν μόνοι. Χρειάζεται μια κοινωνία που θα πει καθαρά ότι η γνώση δεν μπορεί να συνυπάρχει με τον φόβο.
Το πανεπιστήμιο είναι από τους τελευταίους χώρους όπου μια κοινωνία μπορεί να ξαναχτίσει τον εαυτό της. Εκεί μορφώνονται οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δάσκαλοι, οι νομικοί, οι ερευνητές, οι επιστήμονες του αύριο. Εκεί καλλιεργείται η κρίση, η ευθύνη, η δημιουργία. Αν αφήσουμε αυτούς τους χώρους να γίνουν πεδία βίας, τότε δεν χάνουμε απλώς την ηρεμία μιας σχολής. Χάνουμε κάτι πολύ βαθύτερο: την εμπιστοσύνη μας στο μέλλον.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να απαξιώνει τα πανεπιστήμιά της. Δεν έχει την πολυτέλεια να διώχνει τα παιδιά της στο εξωτερικό επειδή δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει ένα ασφαλές και σοβαρό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Δεν έχει την πολυτέλεια να βλέπει τη δημόσια παιδεία να τραυματίζεται ξανά και ξανά από φαινόμενα που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα θεωρούνταν αδιανόητα.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι ούτε ο φόβος ούτε η εκδίκηση. Είναι η αποκατάσταση του αυτονόητου. Ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να χτυπά, να απειλεί, να καταστρέφει, να παρεμποδίζει τη λειτουργία ενός πανεπιστημίου. Ότι η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών προϋποθέτει ανθρώπους ελεύθερους από εκφοβισμό. Ότι η δημοκρατία υπερασπίζεται τους χώρους της όχι με αδυναμία, αλλά με δικαιοσύνη.
Τα πανεπιστήμια πρέπει να ξαναγίνουν αυτό που οφείλουν να είναι: χώροι φωτός. Χώροι όπου η νεότητα δεν μαθαίνει να φοβάται, αλλά να δημιουργεί. Χώροι όπου η διαφωνία γίνεται διάλογος και όχι σύγκρουση. Χώροι όπου η παράδοση της ελληνικής παιδείας συναντά την ανάγκη του σύγχρονου κόσμου για γνώση, καινοτομία και ήθος.
Γιατί ένα πανεπιστήμιο που φοβάται, δεν μπορεί να μορφώσει ελεύθερους ανθρώπους.
Και μια χώρα που δεν προστατεύει τα πανεπιστήμιά της, αργά ή γρήγορα θα αναρωτηθεί γιατί έχασε τα καλύτερα παιδιά της.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








