Οι υπουργοί Εξωτερικών της G7 και η ύπατη εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής ζήτησαν την επέκταση του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ σε ολόκληρο το Σουδάν και την άμεση παύση των επιθέσεων στη στρατηγικής σημασίας πόλη Ελ-Ομπεΐντ, προειδοποιώντας ότι οι άμαχοι αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερους κινδύνους καθώς οι συγκρούσεις κλιμακώνονται.
Η έκκληση διατυπώνεται ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους εντείνουν τις διπλωματικές και οικονομικές πιέσεις για τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος έχει εισέλθει στο τέταρτο έτος του χωρίς να διαφαίνεται πολιτική διευθέτηση.
Στην κοινή ανακοίνωσή τους στις 14 Ιουλίου, οι υπουργοί της G7 κάλεσαν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να επεκτείνει το ισχύον εμπάργκο όπλων, που σήμερα εφαρμόζεται μόνο στο Νταρφούρ, ώστε να καλύπτει ολόκληρη τη χώρα. Παράλληλα, ζήτησαν από τις ξένες κυβερνήσεις να σταματήσουν την παροχή όπλων και οικονομικής στήριξης προς τις αντιμαχόμενες πλευρές.
Η G7 απηύθυνε έκκληση στις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF), στις Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις (SAF) και στις ένοπλες ομάδες που μάχονται στο πλευρό τους να σταματήσουν κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες θηριωδίες ή να θέσει σε κίνδυνο αμάχους στο Ελ-Ομπεΐντ, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και των περιορισμών στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας.
Ζήτησε ακόμη από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές να συμμορφωθούν με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, προστατεύοντας τους αμάχους και διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη πρόσβαση της ανθρωπιστικής βοήθειας στις πληγείσες κοινότητες.
Οι υπουργοί εξέφρασαν επίσης τη στήριξή τους στις προσπάθειες του προσωπικού απεσταλμένου του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Πέκα Χααβίστο, για την αποκλιμάκωση της έντασης στο Ελ-Ομπεΐντ, καθώς και στις ευρύτερες πρωτοβουλίες της Τετραμερούς Ομάδας (Quad) και της Πενταμερούς Ομάδας (Quintet) για την επίτευξη ανθρωπιστικής εκεχειρίας, με στόχο να ακολουθήσουν μόνιμη κατάπαυση πυρός και ανεξάρτητος, διαφανής και χωρίς αποκλεισμούς πολιτικός διάλογος υπό πολιτική ηγεσία.
Η G7 κάλεσε ακόμη χώρες εκτός της περιοχής να σταματήσουν να παρέχουν στρατιωτική, οικονομική και υλικοτεχνική στήριξη στους εμπλεκόμενους στη σύγκρουση, εκτιμώντας ότι η εξωτερική στήριξη παρατείνει τον πόλεμο. Παράλληλα, επανέλαβε την υποστήριξή της στην κυριαρχία του Σουδάν και απέρριψε πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη διαίρεση της χώρας.
Ελ-Ομπεΐντ
Το Ελ-Ομπεΐντ, πρωτεύουσα της πολιτείας του Βορείου Κορδοφάν, αποτελεί βασικό εμπορικό και συγκοινωνιακό κόμβο που συνδέει το κεντρικό Σουδάν με το Νταρφούρ. Η πόλη φιλοξενεί επίσης μεγάλη αεροπορική βάση και μεραρχία πεζικού του σουδανικού στρατού.
Σύμφωνα με τον Ναθάνιελ Ρέιμοντ, εκτελεστικό διευθυντή του Humanitarian Research Lab της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Yale, η σημασία της πόλης δεν περιορίζεται στη στρατιωτική της αξία, καθώς ενδεχόμενη κλιμάκωση των συγκρούσεων θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τον άμαχο πληθυσμό. Όπως είχε επισημάνει τον περασμένο μήνα, ενδεχόμενη προέλαση των RSF θα μπορούσε να απειλήσει εκ νέου τόσο το Ελ-Ομπεΐντ όσο και το Ελ-Φάσερ, να διαταράξει τις ανθρωπιστικές επιχειρήσεις και να επιδεινώσει τις συνθήκες σε ολόκληρο το κεντρικό Σουδάν.
Η πόλη έχει εξελιχθεί σε βασικό καταφύγιο για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που εκτοπίστηκαν από τις συγκρούσεις σε άλλες περιοχές της χώρας, μεταξύ των οποίων και το Νταρφούρ. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο Ελ-Ομπεΐντ βρίσκονται περίπου 500.000 άνθρωποι, εκ των οποίων περίπου 100.000 που έχουν εκτοπιστεί από άλλες περιοχές του Σουδάν.

Τα Ηνωμένα Έθνη προειδοποιούσαν επί εβδομάδες ότι ενδεχόμενη επίθεση των RSF στο Ελ-Ομπεΐντ θα μπορούσε να προκαλέσει βία μεγάλης κλίμακας, αντίστοιχη με εκείνη που κατέστρεψε το Ελ-Φάσερ το 2025.
Ο σουδανικός στρατός έλυσε στις αρχές του 2025 την πολιορκία της πόλης, η οποία παρέμενε περικυκλωμένη από τις RSF για περισσότερο από έναν χρόνο.
Ο εμφύλιος πόλεμος στο Σουδάν ξέσπασε τον Απρίλιο του 2023 και έχει εκτοπίσει εκατομμύρια ανθρώπους. Τόσο οι SAF όσο και οι RSF έχουν κατηγορηθεί από διεθνείς ερευνητές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, μεταξύ των οποίων επιθέσεις κατά αμάχων, σεξουαλική βία και αδιάκριτοι βομβαρδισμοί.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε δηλώσει τον Οκτώβριο του 2025 ότι συγκλονίστηκε από αναφορές σύμφωνα με τις οποίες οι RSF είχαν σκοτώσει περισσότερους από 460 ασθενείς σε νοσοκομείο της δυτικής σουδανικής πόλης Ελ-Φάσερ, κατηγορία που οι RSF αρνήθηκαν.
Διπλωματική πίεση
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης. Στις 26 Ιουνίου, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις σε οκτώ φυσικά και νομικά πρόσωπα που συνδέονται με δίκτυα προμηθειών και στρατολόγησης τα οποία υποστηρίζουν τόσο τις SAF όσο και τις RSF, εκτιμώντας ότι συνέβαλαν στην παράταση του πολέμου και στην επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, υπογράμμισε ότι τα δίκτυα που αποκομίζουν κέρδη από τη σύγκρουση υπονομεύουν τις προοπτικές για την ανθρωπιστική εκεχειρία που έχει απεγνωσμένα ανάγκη ο σουδανικός λαός.
Στις εκκλήσεις για επιστροφή στις διαπραγματεύσεις προστέθηκαν και ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Τζιμ Ρης (R-Idaho), μαζί με τον γερουσιαστή Κρις Κουνς (D-Del.), οι οποίοι προειδοποίησαν την 1η Ιουλίου ότι ενδεχόμενη επίθεση στο Ελ-Ομπεΐντ θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανάληψη των θηριωδιών που σημειώθηκαν στο Ελ-Φάσερ, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στη σύγκρουση.
Με πληροφορίες από το Associated Press








