Για αντίμετρα προειδοποίησε το Πεκίνο την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 27 Απριλίου, με αφορμή την πρόταση για τη στρατηγική «Made in Europe» («Ευρωπαϊκής κατασκευής»), υποστηρίζοντας ότι συνιστά «θεσμική διάκριση» εις βάρος ξένων εταιρειών.
Το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας ανέφερε ότι το Πεκίνο υπέβαλε διαμαρτυρία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τον προτεινόμενο Νόμο Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας (Industrial Acceleration Act – IAA), με την οποία εκφράζει την επίσημη θέση και τις ανησυχίες του.
Σύμφωνα με το υπουργείο, η Κίνα εκτιμά ότι ο νόμος επιβάλλει πολυάριθμες περιοριστικές απαιτήσεις για τις ξένες επενδύσεις σε τέσσερις βασικούς αναδυόμενους στρατηγικούς τομείς: τις μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα φωτοβολταϊκά και τις κρίσιμες πρώτες ύλες.
Προστίθεται δε ότι διατάξεις, όπως οι ρήτρες «προέλευσης από την ΕΕ» στις δημόσιες προμήθειες και στις πολιτικές στήριξης, ισοδυναμούν με «σοβαρά εμπόδια στις επενδύσεις και θεσμική διάκριση».
Το υπουργείο σημείωσε ότι τα μέτρα ενδέχεται να παραβιάζουν τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και προειδοποίησε ότι, εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση αγνοήσει τις συστάσεις της Κίνας, το Πεκίνο δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να λάβει αντίμετρα, και ότι θα διαφυλάξει αποφασιστικά τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των κινεζικών εταιρειών.
Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Όλοφ Γκιλ απάντησε δηλώνοντας στο Euronews, την ίδια ημέρα, ότι οι προτάσεις της Ένωσης είναι προσεκτικά σχεδιασμένες ώστε να επιτύχουν ευρύτερους οικονομικούς στόχους προς όφελος των πολιτών της. Όπως ανέφερε, η Ένωση συνεργάζεται με τους παγκόσμιους εταίρους της στον μέγιστο δυνατό βαθμό και είναι πρόθυμη να συνεχίσει τον διάλογο και να ακούσει τις απόψεις τους.
Τον Μάρτιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τη στρατηγική ανταγωνιστικότητας «Made in Europe», με την ονομασία «Νόμος Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας», η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του μεριδίου της μεταποίησης στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ένωσης στο 20% έως το 2035, από το ~14% του 2024.
Η πρόταση της Επιτροπής δεν κατονομάζει την Κίνα· αντίθετα, θέτει προϋποθέσεις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες μία «τρίτη χώρα» ελέγχει περισσότερο από το 40% της παγκόσμιας μεταποιητικής ικανότητας. Ο νόμος προτείνει την επιβολή απαιτήσεων για έργα άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ σε τομείς στους οποίους η συγκεκριμένη χώρα κατέχει τέτοια κυριαρχία.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 4 Μαρτίου, οι επενδύσεις αυτές πρέπει να δημιουργούν θέσεις εργασίας υψηλής ποιότητας, να ενισχύουν την καινοτομία και την ανάπτυξη και να παράγουν πραγματική αξία εντός της Ένωσης μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και γνώσης, καθώς και μέσω συμμόρφωσης με απαιτήσεις τοπικού περιεχομένου. Παράλληλα, οφείλουν να διασφαλίζουν κατ’ ελάχιστον 50% απασχόληση Ευρωπαίων εργαζομένων, ώστε να ωφελούνται τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι πολίτες από την πρόσβαση στην ενιαία αγορά.
Η Ευρώπη παραμένει μία από τις μεγαλύτερες μεταποιητικές περιοχές παγκοσμίως, ωστόσο το σχετικό της μερίδιο μειώθηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες, καθώς η παραγωγή μετατοπίστηκε προς την Ασία και ιδιαίτερα προς την Κίνα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, πολλές επιχειρήσεις της Ένωσης μετέφεραν εκεί τις δραστηριότητές τους με στόχο τη μείωση του κόστους.

Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία της Eurostat, το μερίδιο της μεταποίησης στην οικονομία της Ένωσης έχει μειωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Το 1995, η μεταποίηση αντιστοιχούσε περίπου στο 19,6% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ένωσης· έως το 2015 είχε υποχωρήσει στο περίπου 15,9%, αποτυπώνοντας μια μακροχρόνια καθοδική τάση, καθώς ο τομέας των υπηρεσιών αναπτύχθηκε ταχύτερα από τη βιομηχανία.
Στα μέσα της δεκαετίας του 2020, το ποσοστό μειώθηκε περαιτέρω ελαφρώς· στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν ότι η μεταποίηση αντιπροσώπευε περίπου το 14% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ένωσης το 2024.
Το 2024, η Κίνα ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγικός εταίρος της Ένωσης (8,3%) και ο μεγαλύτερος εισαγωγικός της εταίρος (21,3%), σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της ΕΕ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν, στις 24 Απριλίου, μνημόνιο συνεργασίας για σύμπραξη στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Παρότι το σχέδιο δεν αναφέρει ρητά την Κίνα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να συνεργαστεί με δυτικούς συμμάχους, με στόχο τη χαλάρωση του ελέγχου του κινεζικού καθεστώτος στις κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η Κίνα ελέγχει περίπου το 90% της παγκόσμιας δυναμικότητας στην επεξεργασία, τήξη και διαχωρισμό των υλικών αυτών, καθώς και στην παραγωγή μαγνητικών υλικών.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η συμφωνία αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία των δυτικών οικονομιών για τη συγκέντρωση των αλυσίδων εφοδιασμού. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει την αυξανόμενη συνειδητοποίηση και δέσμευση παγκοσμίως, ιδίως μεταξύ των δυτικών συμμάχων, σχετικά με τη σημασία των αλυσίδων εφοδιασμού και των κρίσιμων ορυκτών για την επιτυχία των οικονομιών και την εθνική ασφάλεια.
Ο Ρούμπιο προειδοποίησε ότι η υπερβολική συγκέντρωση της προμήθειας σε περιορισμένο αριθμό χωρών συνιστά απαράδεκτο κίνδυνο και τόνισε ότι απαιτείται διαφοροποίηση τόσο στις αλυσίδες εφοδιασμού όσο και στις πηγές προμήθειας κρίσιμων ορυκτών. Όπως διευκρίνισε, το μνημόνιο δεν θα παραμείνει απλώς ένα έγγραφο, αλλά θα υλοποιηθεί μέσω συγκεκριμένων ενεργειών.








