Παγκόσμια πρωτιά κατέκτησε το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας για… τον αριθμό των δημοσιογράφων που φυλάκισε το 2025, και μαζί τον τίτλο του «χειρότερου διώκτη δημοσιογράφων στον κόσμο» για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.
Στην πιο πρόσφατη ετήσια έκθεσή της, η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists – CPJ) ανέφερε ότι το κινεζικό καθεστώς έκλεισε στη φυλακή πενήντα (50) δημοσιογράφους την περασμένη χρονιά, αριθμό-ρεκόρ μεταξύ των χωρών που παρακολουθεί η οργάνωση.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, τουλάχιστον 330 δημοσιογράφοι ήταν φυλακισμένοι έως τον Δεκέμβριο του 2025, αριθμός ελαφρώς μειωμένος σε σχέση με το ιστορικό υψηλό των 384 που είχε καταγραφεί την προηγούμενη χρονιά.
Μεταξύ των στοχευμένων Κινέζων δημοσιογράφων που επισημαίνονται στην έκθεση, η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2026, ήταν και ο Ντονγκ Γιούγιου, πρώην συντάκτης και αρθρογράφος κρατικής εφημερίδας, στον οποίο επιβλήθηκε επταετής ποινή κάθειρξηςτον Νοέμβριο του 2024, έχοντας καταδικαστεί για κατασκοπεία. Ο 63χρονος Ντονγκ συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 2022, ενώ γευμάτιζε με Ιάπωνα διπλωμάτη. Η οικογένειά του ανησυχεί για την υγεία του, καθώς οι συνθήκες στις κινεζικές φυλακές είναι σκληρές, σύμφωνα με την οργάνωση.
Η CPJ επισημαίνει ότι η υπόθεση του Ντονγκ είναι μέρος μιας ευρύτερης τάσης, σύμφωνα με την οποία οι κινεζικές αρχές επικαλούνται κατηγορίες περί δράσης «κατά του κράτους» για να τιμωρούν δημοσιογράφους. Τουλάχιστον τριάντα τέσσερις (34) δημοσιογράφοι φυλακίστηκαν το 2025 με αόριστες και ευρείες κατηγορίες, όπως «υπονόμευση της κρατικής εξουσίας» και «υποκίνηση υπονόμευσης», σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλεξε η CPJ.
Τον Νοέμβριο του 2025, το Ανώτατο Δικαστήριο του Πεκίνου απέρριψε έφεση με αίτημα την ανατροπή της αυστηρής ποινής σε βάρος του Ντονγκ, προκαλώντας την αντίδραση μελών του αμερικανικού Κογκρέσου. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ επικαλέστηκε την υπόθεση του Ντονγκ στη νεότερη διεθνή έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ και η διπλωματική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησε την απελευθέρωσή του τον Δεκέμβριο του 2025.
Σύμφωνα με την έκθεση, επτά από τους πενήντα συλληφθέντες Κινέζους δημοσιογράφους είναι φυλακισμένοι στο Χονγκ Κονγκ. Η οργάνωση επικαλέστηκε και την υπόθεση του Τζίμμυ Λάι, ιδρυτή της πλέον ανενεργής φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily.
Ο Λάι, που δεν δίσταζε να ασκήσει δριμεία κριτική κατά του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος, αντιμετωπίζει έως και ισόβια κάθειρξη, έχοντας καταδικαστεί τον Δεκέμβριο του 2025 για δύο κατηγορίες συνωμοσίας με ξένες δυνάμεις βάσει του νόμου περί εθνικής ασφάλειας που ψήφισε το Πεκίνο. Κρίθηκε επίσης ένοχος για μία κατηγορία συνωμοσίας με σκοπό τη δημοσίευση στασιαστικού υλικού βάσει του νόμου περί στάσης της αποικιακής εποχής.
Ενώ ο Λάι αναμένει να οριστεί η τελική ποινή, μετά από ακροαματική διαδικασία σχετικά με ελαφρυντικά νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η οικογένειά του έχει απευθύνει έκκληση στη διεθνή κοινότητα για επείγουσα βοήθεια, φοβούμενη ότι ο 78χρονος πρώην εκδότης θα μπορούσε να πεθάνει σε φυλακή του Χονγκ Κονγκ. Τα τελευταία πέντε χρόνια, ο Λάι, που έχει διαβήτη, κρατείται σε απομόνωση και έχει στερηθεί το φως του ήλιου και τον καθαρό αέρα, σύμφωνα με τον γιο του, Σεμπαστιέν Λάι. Στην κατάσταση του Λάι αναφέρθηκε και ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ Μάικ Τζόνσον (R-La.), στην ομιλία του στο κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου, στις αρχές αυτής της εβδομάδας. Όπως είπε, η ιστορία διδάσκει πως η καλύτερη λύση για τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου είναι πάντα περισσότερος λόγος και ότι όσοι διώκονται επειδή εκφράζουν την άποψή τους, όπως ο Τζίμμυ Λάι, πρέπει να προστατεύονται. Σημείωσε δε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται στο πλευρό του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς εργάζεται για την απελευθέρωσή του υπηκόου του.

Η έκθεση της CPJ δημοσιοποιήθηκε την ίδια ημέρα που ευρωβουλευτές προώθησαν την επιβολή κυρώσεων σε αξιωματούχους του Χονγκ Κονγκ, τους οποίους θεωρούν υπεύθυνους για την εξάλειψη της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην πόλη.
Μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 21 Ιανουαρίου 2026, η Σλοβάκα ευρωβουλευτής Μίριαμ Λέξμαν χαρακτήρισε τη δίκη του Λάι παρωδία βασισμένη σε κατασκευασμένα αδικήματα, η οποία αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο του «βίαιου Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας». Περιέγραψε τον Λάι ως έναν από τους σημαντικότερους υπερασπιστές της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ και κάλεσε τους συναδέλφους της να εκδώσουν αίτημα για την απελευθέρωσή του. Επίσης, προέτρεπε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κινήσει διαδικασία για την αναστολή του ειδικού καθεστώτος του Χονγκ Κονγκ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και να αποσύρει τα διαπιστευτήρια του οικονομικού και εμπορικού γραφείου του Χονγκ Κονγκ στις Βρυξέλλες.
Ο Γερμανός ευρωβουλευτής Ένγκιν Ερόγλου δήλωσε ότι στηρίζει αυτά τα μέτρα, λέγοντας ότι απαιτούνται πραγματικές ενέργειες ως απάντηση στην καταδίκη του Λάι, Βρετανού υπηκόου, επειδή απλώς εξέφραζε τις σκέψεις του. Κάλεσε να μεταφερθούν στο Συμβούλιο όσα είχαν ψηφιστεί, επισημαίνοντας ότι εκτός από λόγια χρειάζονταν και πράξεις και κυρώσεις.
Λίγες ώρες αργότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα που καταδίκαζε «με τους ισχυρότερους όρους» την αυθαίρετη δίωξη του Λάι, με συνολικά 503 ευρωβουλευτές να ψηφίζουν υπέρ και εννέα κατά. Παρότι το νεότερο ψήφισμα δεν είναι δεσμευτικό, οι ευρωβουλευτές επιδιώκουν να ασκήσουν πρόσθετη πίεση στο εκτελεστικό όργανο της Ένωσης, μετά το γεγονός ότι ένα ψήφισμα του 2024 δεν μετουσιώθηκε σε συγκεκριμένη δράση.
Το ψήφισμα κάλεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να επιβάλει κυρώσεις στον επικεφαλής της διοίκησης, Τζον Λι, και σε όλους τους αξιωματούχους του Χονγκ Κονγκ που θεωρούνται υπεύθυνοι για την καταστολή των ελευθεριών της πόλης. Κάλεσε επίσης τα κράτη-μέλη να αναστείλουν τις συνθήκες έκδοσης με την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ και να ανακαλέσουν το ειδικό εμπορικό καθεστώς του Χονγκ Κονγκ. Σύμφωνα με το ψήφισμα, αν στον Λάι επιβληθεί ισόβια κάθειρξη, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να το θεωρήσει «απαράδεκτο» και ως εξέλιξη που «φέρει σοβαρές συνέπειες» για τις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και του Πεκίνου.









