Ο ακτιβιστής υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ και πρώην εκδότης εφημερίδας Τζίμμυ Λάι κρίθηκε ένοχος βάσει του νόμου για την εθνική ασφάλεια. Ο Λάι, ένας από τους πλέον σφοδρούς επικριτές του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας στην πόλη, βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς προσοχής ενώ οι ελευθερίες στην περιοχή περιορίζονται όλο και περισσότερο.
Ο 78χρονος Λάι, ιδρυτής της ανενεργής πλέον φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, καταδικάστηκε τη Δευτέρα, τοπική ώρα, για όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε: δύο για συνωμοσία με ξένες δυνάμεις βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας που επέβαλε το Πεκίνο, και μία για στάση σύμφωνα με τον νόμο περί στάσης που χρονολογείται από την εποχή της αποικιοκρατίας. Ο ίδιος αρνείται κάθε ενοχή και η ποινή του θα ανακοινωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, με το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει ακόμη και ισόβια κάθειρξη.
Αφότου συνελήφθη τον Αύγουστο του 2020, ο Λάι βρίσκεται στη φυλακή για πάνω από 1.800 ημέρες — από τον Δεκέμβριο του 2020. Η δίκη του διήρκεσε 156 ημέρες, ενώ βουλευτές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όλον τον κόσμο ζητούσαν επανειλημμένως την άμεση απελευθέρωσή του.
Τον Αύγουστο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι είχε θέσει το ζήτημα του Λάι απευθείας στο Πεκίνο. Έντονη ανησυχία έχει προκαλέσει η επιδείνωση της υγείας του στη φυλακή, λόγω διαβήτη, καρδιακών προβλημάτων και υπέρτασης.
Οι δικηγόροι και η οικογένειά του καταγγέλλουν ελλιπή ιατρική φροντίδα από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον διαβήτη του. Ο γιος του, Σεμπάστιαν Λάι, δήλωσε πως η κατάσταση της υγείας του πατέρα του έχει επιδεινωθεί σημαντικά, με εμφανή απώλεια βάρους και κατάρρευση. «Τα τελευταία πέντε χρόνια, ο Λάι κρατείται σε απομόνωση, χωρίς ήλιο και καθαρό αέρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η καταδίκη του Λάι προκάλεσε την άμεση και διεθνή κατακραυγή. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Κογκρέσου για την Κίνα σχολίασε: «Ο Τζίμμυ Λάι κρίθηκε ένοχος επειδή ασκούσε δημοσιογραφία και υπερασπιζόταν τη δημοκρατία. Είναι ακόμη μία θλιβερή υπενθύμιση πως το Χονγκ Κονγκ φυλακίζει πολιτικούς κρατουμένους τόσο αυθαίρετα όσο η Βενεζουέλα και η Μιανμάρ. Το σύστημα κράτους δικαίου για το οποίο κάποτε καυχιόταν το Χονγκ Κονγκ έχει οριστικά χαθεί. Ο Λάι δεν θα έπρεπε να είχε συλληφθεί και τώρα πρέπει να απελευθερωθεί άνευ όρων και να επιστρέψει στην οικογένειά του».
Ο Τιμπό Μπρουτέν, γενικός διευθυντής των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, χαρακτήρισε την καταδίκη «παράνομη» και υπογράμμισε ότι αποτελεί προϊόν «κατασκευασμένων κατηγοριών εθνικής ασφάλειας». Σημείωσε: «Αυτή η παράνομη καταδίκη αναδεικνύει τη δραματική επιδείνωση της ελευθερίας του Τύπου στην περιοχή. Μην έχετε αυταπάτες — δεν δικάστηκε ένα άτομο, αλλά η ελευθερία του Τύπου, και με αυτήν την απόφαση διαλύθηκε. Οι δημοκρατίες πρέπει επιτέλους να δράσουν και μάλιστα άμεσα. Αν δεν το πράξουν, ο Λάι θα πεθάνει στη φυλακή και έτσι θα στείλουν σαφές μήνυμα στο κινεζικό καθεστώς ότι μπορεί να εξάγει το αυταρχικό του μοντέλο ατιμώρητα, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο».
Ανάλογες εκκλήσεις για άμεση απελευθέρωση διατύπωσε και ο Μπέι Λιχέ, διευθυντής Ασίας-Ειρηνικού της Επιτροπής Προστασίας Δημοσιογράφων, τονίζοντας ότι τα σοβαρά προβλήματα υγείας του Λάι «αποτελούν θανατηφόρο κίνδυνο όσο παραμένει στη φυλακή». Συμπλήρωσε: «Αυτή η ψευδής καταδίκη αποτελεί επαίσχυντη πράξη διωγμού. Η απόφαση αποκαλύπτει την παντελή περιφρόνηση του Χονγκ Κονγκ για την ελευθερία του Τύπου, η οποία υποτίθεται προστατεύεται από τη μίνι-συνταγματική του, τη Βασική Νομοθεσία. Το μόνο ‘έγκλημα’ του Τζίμμυ Λάι είναι ότι διηύθυνε μία εφημερίδα και υπερασπιζόταν τη δημοκρατία».
Έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Κογκρέσου επισημαίνει ακόμη πως ο Λάι παραμένει περισσότερο από 23 ώρες ημερησίως σε απομόνωση και στερείται ανεξάρτητης ιατρικής φροντίδας.
Η έκθεση καλεί την Ουάσιγκτον να επιβάλει κυρώσεις σε αξιωματούχους, εισαγγελείς, δικαστές, αστυνομία και ξένα ιδρύματα της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ, για τον συστηματικό περιορισμό της αυτονομίας και των βασικών ελευθεριών στην περιοχή, υπό το πρίσμα δύο αμερικανικών νόμων: του νόμου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ, και του νόμου για την αυτονομία του Χονγκ Κονγκ.
Η Επιτροπή ζητά επίσης από το Κογκρέσο να ψηφίσει τον Νόμο για κυρώσεις δικαστικών του Χονγκ Κονγκ, ώστε να επιβάλλονται αυστηρότερες κυρώσεις σε όσους υπονομεύουν τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δέουσες νομικές διαδικασίες.








