Ανάλυση ειδήσεων
Η επίσκεψη του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στην Πιονγκγιάνγκ δεν συνέβαλε ουσιαστικά στον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών της Βόρειας Κορέας, μια διπλωματική αποτυχία που, σύμφωνα με ειδικούς, απειλεί να αποσταθεροποιήσει τη Βορειοανατολική Ασία. Το ταξίδι ήταν η πρώτη επίσκεψη του Σι στο απομονωμένο κράτος έπειτα από επτά χρόνια και η πρώτη κρατική επίσκεψή του για το 2026.
Ο ίδιος ο Σι, ολοκληρώνοντας τη διήμερη επίσκεψή του στην Πιονγκγιάνγκ, στις 9 Ιουνίου, δήλωσε ότι κατέληξε σε «σημαντική συναίνεση» με τον Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ουν για την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, σύμφωνα με το κινεζικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua.
Ο Κινέζος ηγέτης ζήτησε, στη συνάντηση που είχε με τον Κιμ την προηγουμένη, την ενίσχυση των ανταλλαγών μεταξύ των δύο χωρών στους τομείς της διπλωματίας, της επιβολής του νόμου και των στρατιωτικών υποθέσεων. Στην ατζέντα περιελήφθησαν η πλήρης αξιοποίηση των συνόρων που έχουν ανοίξει και η επανέναρξη των πολιτικών αεροπορικών συνδέσεων, με στόχο την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των κοινωνιών των δύο χωρών.
Από την πλευρά του, ο Κιμ δεσμεύθηκε να τηρήσει την «αρχή της μίας Κίνας» — σύμφωνα με την οποία η δημοκρατικά αυτοδιοικούμενη Ταϊβάν θεωρείται τμήμα της επικράτειας του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας — και να υποστηρίξει σταθερά το Πεκίνο στην προστασία των βασικών συμφερόντων του.
Ωστόσο, κανένα από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης των δύο κομμουνιστικών καθεστώτων δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας.
Περιορισμένα αποτελέσματα
Ο Λιν Τσιχ-χάο, επίκουρος ερευνητής στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Έρευνας Ασφάλειας της Ταϊβάν, δήλωσε ότι ο κύριος στόχος της επίσκεψης ήταν η σταθεροποίηση και η αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ Πεκίνου και Πιονγκγιάνγκ.
Σύμφωνα με τον Λιν, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας διαμορφώνει τη στρατηγική του για την Κορεατική Χερσόνησο γύρω από την «παγκόσμια διακυβέρνηση» — μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης των διεθνών θεσμών και κανόνων — στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times, το Πεκίνο επιδιώκει να αποτρέψει τη σύσφιξη των σχέσεων Βόρειας Κορέας–Ρωσίας εις βάρος της επιρροής της ίδιας της Κίνας. Στις 12 Ιουνίου, Εθνική Ημέρα της Ρωσίας, ο Κιμ είχε δηλώσει ότι οι σχέσεις μεταξύ Πιονγκγιάνγκ και Μόσχας έχουν εξελιχθεί σε «συμμαχία», δεσμευόμενος ότι η Βόρεια Κορέα θα βρίσκεται «πάντα στο πλευρό» της Ρωσίας.
Ο Λιν εκτίμησε ότι η ενεργή υποστήριξη της Βόρειας Κορέας στην «αρχή της μίας Κίνας» του Σι υποδηλώνει ότι η χώρα προσφέρει στο Πεκίνο μια δημόσια επίδειξη διπλωματικής στήριξης. Πρόσθεσε ότι οι δύο πλευρές είναι πιθανό να υπογράψουν περισσότερες συγκεκριμένες συμφωνίες στους τομείς της διπλωματίας, της ασφάλειας, του στρατού, της οικονομίας και του πολιτισμού πριν από το τέλος του 2026.
Ωστόσο, ο Τσενγκ Τσιν-μο, αναπληρωτής καθηγητής διπλωματίας και διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Ταμκάνγκ της Ταϊβάν, εκτίμησε ότι η κρατική επίσκεψη του Σι παρήγαγε περιορισμένα αποτελέσματα. Όπως δήλωσε στην Epoch Times, ο Σι βρίσκεται αντιμέτωπος με οικονομική επιβράδυνση και έντονες πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας, γεγονός που τον ωθεί να αναζητεί επειγόντως διπλωματικά ερείσματα για να ενισχύσει τον έλεγχό του στην εξουσία.
Παράλληλα, σημείωσε ότι, καθώς η Βόρεια Κορέα αυξάνει την υποστήριξή της προς τη Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας, η επιρροή του Πεκίνου στην Πιονγκγιάνγκ πιθανότατα εξασθενεί. Περίπου 15.000 Βορειοκορεάτες στρατιώτες, καθώς και συμβατικός στρατιωτικός εξοπλισμός, έχουν αναπτυχθεί ή αποσταλεί για να υποστηριχθεί η πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας στην Ουκρανία από το 2024, σύμφωνα με το νοτιοκορεατικό πρακτορείο ειδήσεων Yonhap στα τέλη Απριλίου.
Η επιρροή του Πεκίνου σε φθίνουσα πορεία
Ο Λιν ανέφερε ότι η παρουσία ανώτερων οικονομικών αξιωματούχων στην κινεζική αντιπροσωπεία, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής της Εθνικής Επιτροπής Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων Τζενγκ Σαντζιέ και ο υπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο, αντανακλά την προσπάθεια του Πεκίνου να εμβαθύνει την οικονομική του επιρροή στην Πιονγκγιάνγκ.
Σύμφωνα με τον Λιν, η κατάρρευση της βορειοκορεατικής οικονομίας θα απειλούσε άμεσα την ασφάλεια της Κίνας. «Χωρίς συνεχή οικονομική στήριξη προς τη Βόρεια Κορέα, η βορειοανατολική Κίνα θα βυθιζόταν σε αστάθεια», ανέφερε. Η Κίνα αντιπροσωπεύει το 95% του συνολικού εμπορίου της Βόρειας Κορέας και περίπου το 85% των εξαγωγών της, σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο National Committee on North Korea, με έδρα την Ουάσιγκτον.
Ο Λιν σημείωσε ότι ακόμη και το 2017, περίοδο που οι δημόσιες εκκλήσεις του Πεκίνου προς την Πιονγκγιάνγκ να σταματήσει τις πυρηνικές δοκιμές επιβάρυναν τις διμερείς σχέσεις, το διασυνοριακό εμπόριο και οι μεταφορές εμπορευμάτων δεν διακόπηκαν, αλλά μόνο περιορίστηκαν. Παρά τα σημάδια αμοιβαίου ενδιαφέροντος για βαθύτερες οικονομικές σχέσεις, η Πιονγκγιάνγκ εξακολουθεί να κρατά το Πεκίνο σε απόσταση.
Όπως ανέφερε, τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι αν και τα σύνορα μεταξύ Κίνας και Βόρειας Κορέας έχουν αρχίσει να ανοίγουν, η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Σημείωσε δε ότι οι κινήσεις του Πεκίνου αποσκοπούν μάλλον στην ενίσχυση της θέσης του έναντι της Ουάσιγκτον, στρατηγική την οποία η Πιονγκγιάνγκ φαίνεται απρόθυμη να ακολουθήσει.
Ο Τσενγκ συμφώνησε με αυτή την εκτίμηση, δηλώνοντας ότι η Πιονγκγιάνγκ ασφαλώς καλωσορίζει τους οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα, αλλά το Πεκίνο δεν μπορεί να μετατρέψει αυτή την οικονομική εξάρτηση σε πολιτικό έλεγχο. Οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών έχουν μειωθεί σε σχέση με το παρελθόν και η Πιονγκγιάνγκ δεν έχει καμία πρόθεση να μετατραπεί σε κράτος-δορυφόρο του Πεκίνου.
Κίνδυνος κλιμάκωσης
Δύο ημέρες πριν από την άφιξη του Σι, η Κιμ Γιο Γιονγκ, αδελφή του Κιμ Γιονγκ Ουν, δήλωσε ότι η κατοχή πυρηνικών όπλων αποτελεί για το καθεστώς της Βόρειας Κορέας «κόκκινη γραμμή» από την οποία δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσίευσε η Rodong Sinmun, η επίσημη εφημερίδα του καθεστώτος.
Ο Τσενγκ εκτίμησε ότι αυτή η σκληρή στάση, σε συνδυασμό με τη δημόσια σιωπή και των δύο πλευρών για την αποπυρηνικοποίηση, υποδηλώνει ότι ακόμη και το Πεκίνο δεν έχει λόγο στο πυρηνικό πρόγραμμα της Πιονγκγιάνγκ. Όπως εξήγησε, επιφανειακά τα πυρηνικά όπλα της Βόρειας Κορέας στοχεύουν τη Νότια Κορέα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πραγματικότητα, όμως, λειτουργούν και ως μέσο εξισορρόπησης απέναντι σε ενδεχόμενες απειλές από την Κίνα.
Ο Τσενγκ υποστήριξε επίσης ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ενδέχεται να χάσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το πυρηνικό οπλοστάσιο της Πιονγκγιάνγκ ως μέσο πίεσης απέναντι στην Ουάσιγκτον. Όπως σημείωσε, η Πιονγκγιάνγκ υπέγραψε πρόσφατα συνθήκη στρατηγικής εταιρικής σχέσης με τη Μόσχα, εξασφαλίζοντας ρωσική τεχνολογία για πυρηνοκίνητα υποβρύχια και πυραυλικά συστήματα, γεγονός που την καθιστά ολοένα και λιγότερο εξαρτημένη από την Κίνα. Ο Κιμ διαμηνύει στον Σι πως κάθε προσπάθεια πίεσης προς την Πιονγκγιάνγκ για αποπυρηνικοποίηση, ακόμη και σε συντονισμό με την Ουάσιγκτον, θα πυροδοτήσει αντίποινα.
Το Πεκίνο ηγήθηκε στο παρελθόν των Εξαμερών Συνομιλιών — ενός πολυμερούς φόρουμ στο οποίο συμμετείχαν η Κίνα, η Βόρεια Κορέα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Ρωσία, με στόχο τον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών της Πιονγκγιάνγκ — όμως η διαδικασία είναι σε παύση από τότε που η Βόρεια Κορέα αποχώρησε το 2009.
Ο Λιν προειδοποίησε ότι η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να επιταχύνει ένα «φαινόμενο ντόμινο» σε ολόκληρη τη Βορειοανατολική Ασία, ωθώντας τις γειτονικές χώρες να ενισχύσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες χωρίς να προχωρήσουν στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Ως παραδείγματα ανέφερε ότι η Νότια Κορέα θα μπορούσε να αναπτύξει το πρώτο της πυρηνοκίνητο υποβρύχιο, ενώ η Ιαπωνία θα μπορούσε να προωθήσει περαιτέρω τον αντιπλοϊκό πύραυλο Type-12. Το ανεξέλεγκτο πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας αναγκάζει τις γειτονικές χώρες να εξοπλίζονται, γεγονός που αναπόφευκτα αυξάνει την ένταση στην περιοχή.
Του Jarvis Lim








