Κάθε χρόνο η 4η Ιουνίου ξυπνά μνήμες που το Πεκίνο επιχειρεί απεγνωσμένα να σβήσει από την παγκόσμια ιστορία. Φέτος συμπληρώνονται τριάντα επτά χρόνια από τη νύχτα εκείνη του 1989, όταν η πλατεία Τιεν Αν Μεν μετατράπηκε από σύμβολο ελπίδας και νεανικής διεκδίκησης σε ένα απέραντο σφαγείο. Οι κινεζικές αρχές άνοιξαν πυρ εναντίον άοπλων πολιτών και φοιτητών που ζητούσαν εκδημοκρατισμό και πάταξη της κρατικής διαφθοράς, τερματίζοντας με τον πιο αιματηρό τρόπο ένα ελπιδοφόρο μεταρρυθμιστικό κίνημα.
Σήμερα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, το γεγονός παραμένει το μεγαλύτερο πολιτικό ταμπού εντός της Κίνας. Η μαζική λογοκρισία έχει δημιουργήσει ένα τεχνητό πέπλο λήθης, αφήνοντας τις νέες γενιές Κινέζων να γνωρίζουν τα γεγονότα μόνο μέσα από ψιθύρους, κρυφές διηγήσεις γονέων και το ρίσκο των ακτιβιστών που κάθε χρόνο προσπαθούν να παρακάμψουν τους ψηφιακούς λογοκριτές του καθεστώτος.
Ο «Άνθρωπος του τανκ»: Ένα παγκόσμιο σύμβολο θάρρους
Το πρωί της 5ης Ιουνίου 1989, μια μέρα μετά την αιματηρή καταστολή, μια εικόνα έμελλε να προκαλέσει παγκόσμιο σοκ και να καταγραφεί ως μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές του 20ου αιώνα. Στη Λεωφόρο Τσανγκάν (τη Λεωφόρο της Αιώνιας Ειρήνης), ένας απλός άνδρας με λευκό πουκάμισο και μαύρο παντελόνι, στάθηκε μόνος και άοπλος μπροστά από μια πάνοπλη φάλαγγα αρμάτων μάχης.
Η δύναμη της εικόνας αυτής συγκλόνισε τη διεθνή κοινότητα. Ο άγνωστος αυτός διαδηλωτής δεν έκλεισε απλώς τον δρόμο στα τανκ. Σκαρφάλωσε στο πρώτο από αυτά, χτύπησε το καπάκι του και προσπάθησε να μιλήσει στους στρατιώτες που βρίσκονταν στο εσωτερικό. Όταν κατέβηκε, δύο άνδρες έτρεξαν από το πλήθος και τον απομάκρυναν εσπευσμένα. Κανείς δεν γνωρίζει αν αυτοί οι δύο άνδρες ήταν μέλη της κινεζικής ασφάλειας ή καλοπροαίρετοι πολίτες που ήθελαν να τον προστατεύσουν από τον κίνδυνο.
Τριάντα επτά χρόνια μετά, η ταυτότητα και η τύχη του «Ανθρώπου του Τανκ» [«Tank Man»] παραμένουν άγνωστα. Το 1998, το Κέντρο Πληροφοριών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα δήλωσε ότι περιήλθαν στην κατοχή του επίσημα έγγραφα που έδειχναν ότι ούτε το ίδιο το Κόμμα γνώριζε τι απέγινε. Σε μια συνέντευξη του 1990, ο τότε Κινέζος ηγέτης Τζιανγκ Zεμίν δήλωσε στη δημοσιογράφο Μπάρμπαρα Γουόλτερς στα αγγλικά: «Πιστεύω ποτέ, ποτέ δεν σκοτώθηκε». Αντίθετα, ο Μπρους Χέρσενσον, πρώην ειδικός βοηθός του Αμερικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, ισχυρίστηκε ότι ο άνδρας εκτελέστηκε δεκατέσσερις ημέρες μετά το γεγονός, ενώ άλλες πηγές κάνουν λόγο για θάνατο ενώπιον εκτελεστικού αποσπάσματος μερικούς μήνες αργότερα.
Πολλοί εξακολουθούν να ελπίζουν ότι επέζησε, έχοντας καταφύγει στην Ταϊβάν ή ζώντας μια ήσυχη ζωή στην κινεζική επαρχία, πιθανώς χωρίς να γνωρίζει καν τον παγκόσμιο αντίκτυπο της φωτογραφίας του, λόγω της απόλυτης απαγόρευσης της εικόνας αυτής στην Κίνα.
Τέσσερις διαφορετικοί φωτογράφοι, μεταξύ των οποίων και ο Τσάρλι Κόουλ, κατέγραψαν τη στιγμή από ξενοδοχείο του Πεκίνου. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Κόουλ: «Η πράξη του άγγιξε τις καρδιές των ανθρώπων παντού. Όταν ήρθε η στιγμή, ο χαρακτήρας του καθόρισε τη στιγμή, αντί να καθορίσει η στιγμή εκείνον».
Η σκληρή πραγματικότητα: Η μαρτυρία του Φανγκ Τσενγκ
Αν ο «Άνθρωπος του τανκ» έγινε το σύμβολο της ελπίδας επειδή το άρμα μάχης σταμάτησε, η οδυνηρή πραγματικότητα για χιλιάδες άλλους διαδηλωτές ήταν εντελώς διαφορετική. Τα περισσότερα τανκ εκείνη την ημέρα δεν σταμάτησαν.
Ο Φανγκ Τσενγκ, φοιτητής τότε στη Γυμναστική Ακαδημία του Πεκίνου, έζησε τη φρίκη με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Το πρωί της 4ης Ιουνίου, ο ίδιος και οι συμφοιτητές του αποχωρούσαν από την πλατεία όταν δέχθηκαν ενέδρα από στρατιωτικά οχήματα και καπνογόνα που περιόρισαν δραματικά την ορατότητα.
Βλέποντας μια συμφοιτήτριά του να λιποθυμά από τους καπνούς, ο Φανγκ έσπευσε να βοηθήσει. Την έσπρωξε μακριά, σώζοντάς της τη ζωή, ωστόσο ο ίδιος δεν γλίτωσε: ένα τανκ πέρασε κυριολεκτικά πάνω από τα πόδια του, λιανίζοντάς τα. « Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι να βλέπω το γυμνό οστό να προεξέχει μέσα από το πληγωμένο μου πόδι, πριν χάσω τις αισθήσεις μου», θυμάται.
Ο Φρανκ επέζησε, αλλά έχασε και τα δύο του πόδια. Γνωρίζει προσωπικά τουλάχιστον 11 ανθρώπους που συνθλίφτηκαν μέχρι θανάτου δίπλα του. Ωστόσο, για το κινεζικό καθεστώς, το μεγαλύτερο έγκλημα του Φανκ δεν ήταν η συμμετοχή του στη διαδήλωση, αλλά η άρνησή του να σωπάσει για αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «κρατικά εγκεκριμένη μαζική δολοφονία».
Το κόστος της αλήθειας σε ένα απολυταρχικό καθεστώς
Η ζωή του Φανγκ Τσεγκ μετά το 1989 αποτελεί μια μικρογραφία της συστηματικής καταστολής που υφίστανται οι διαφωνούντες στην Κίνα:
1. Κοινωνικός και επαγγελματικός αποκλεισμός: Το σπίτι του λεηλατήθηκε, του απαγορεύτηκε η πρόσβαση σε θέσεις εργασίας και οι μετακινήσεις του περιορίστηκαν αυστηρά.
2. Αφαίρεση αθλητικών δικαιωμάτων: Του απαγορεύτηκε η συμμετοχή σε διεθνείς αγώνες ως αθλητή με αναπηρία, καθώς το καθεστώς φοβόταν ότι η παρουσία του θα έφερνε την ιστορία της Τιεν Αν Μεν στο προσκήνιο.
3. Ο εξαναγκασμός και η φυγή: Το 2008, εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου, ξένοι δημοσιογράφοι αναζήτησαν τον Φανγκ. Η Υπηρεσία Δημόσιας Ασφάλειας του έθεσε τελεσίγραφο: αν αρνιόταν τις συνεντεύξεις και δεν βοηθούσε τους δημοσιογράφους να έρθουν σε επαφή με άλλα θύματα, θα του χορηγούσαν διαβατήριο. Ο Φρανγκ συμμορφώθηκε για να μπορέσει να σώσει την οικογένειά του, και με τη βοήθεια της αμερικανικής κυβέρνησης, μετανάστευσε στις ΗΠΑ τον Αύγουστο του 2008.
Παρά τις συστηματικές προσπάθειες του Πεκίνου να αποδώσει τις διαδηλώσεις σε «δάκτυλο των ΗΠΑ» και «αντεπαναστατική συνομωσία», η μνήμη της 4ης Ιουνίου παραμένει ζωντανή εκτός της ηπειρωτικής Κίνας. Για χρόνια, το Χονγκ Κονγκ αποτελούσε το μοναδικό κινεζικό έδαφος όπου επιτρέπονταν μαζικές αγρυπνίες, στις οποίες συγκεντρώνονταν περισσότεροι από 100.000 πολίτες, πολλοί εκ των οποίων ταξίδευαν κρυφά, προτού η νέα νομοθεσία περί εθνικής ασφάλειας καταστείλει τις εκδηλώσεις και εκεί.
«Το τίμημα του να λες την αλήθεια στην Κίνα είναι ακόμα πολύ υψηλό», επιβεβαιώνει ο Φανγκ Τσενγκ από την αυτοεξορία του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, ο ίδιος και άλλοι επιζώντες συνεχίζουν να μιλούν.








