Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, κάλεσε την Κίνα να αναγνωρίσει τη Σφαγή της Πλατείας Τιενανμέν του 1989, καθώς η επέτειος τιμήθηκε στην Ταϊβάν και σε άλλες χώρες.
Σε ανάρτησή του στην επίσημη σελίδα του στο Facebook, ο Λάι ανέφερε ότι ελπίζει πως η Κίνα θα παραδεχθεί την αλήθεια για τα γεγονότα της 4ης Ιουνίου πριν από 37 χρόνια, θα απαλύνει τον πόνο που προκάλεσαν και θα ανοίξει τον δρόμο για συμφιλίωση και διάλογο. Τόνισε δε ότι μια πραγματικά μεγάλη χώρα δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ ούτε να υιοθετεί μιλιταριστικές πρακτικές.
Η Κίνα απέρριψε την κριτική. Η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Μάο Νινγκ, δήλωσε στους δημοσιογράφους στο Πεκίνο ότι η κυβέρνηση έχει καταλήξει σε «σαφές συμπέρασμα» για όσα χαρακτηρίζει πολιτική αναταραχή στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι καμία λογοκρισία δεν μπορεί να διαγράψει τη μνήμη της καταστολής και ότι όσοι θυσιάστηκαν υπερασπιζόμενοι το αναφαίρετο δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και την ειρηνική συνάθροιση θα δικαιωθούν κάποια ημέρα.
Στην Ταϊπέι, εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων κάτοικοι της Ταϊβάν από το Χονγκ Κονγκ, συμμετείχαν σε αγρυπνία με κεριά για την επέτειο. Οι δημόσιες εκδηλώσεις μνήμης στο Χονγκ Κονγκ έχουν περιοριστεί σημαντικά μετά την επιβολή του νόμου περί εθνικής ασφάλειας το 2020. Η ετήσια αγρυπνία στο Πάρκο Βικτώριας, που κάποτε αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις μνήμης για την Τιενανμέν παγκοσμίως, έχει πάψει να πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια.
Οι διαδηλώσεις του 1989 ξεκίνησαν ως κίνημα υπό την ηγεσία φοιτητών, οι οποίοι ζητούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Στρατιωτικές δυνάμεις εισήλθαν στο κέντρο του Πεκίνου τη νύχτα της 3ης προς την 4η Ιουνίου, εκκαθαρίζοντας τους χώρους διαμαρτυρίας επί και γύρω από την Πλατεία Τιενανμέν. Η Κίνα δεν έχει δημοσιεύσει ποτέ πλήρη επίσημο απολογισμό των θυμάτων. Εκτιμήσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτοπτών μαρτύρων και ερευνητών κάνουν λόγο για εκατοντάδες έως και χιλιάδες νεκρούς.
Η συζήτηση για τη σφαγή εξακολουθεί να υπόκειται σε αυστηρή λογοκρισία στην ηπειρωτική Κίνα, όπου η επέτειος περνά χωρίς καμία επίσημη εκδήλωση μνήμης.
Το ζήτημα αποτελεί εδώ και δεκαετίες σημείο τριβής στις σχέσεις Ταϊβάν–Κίνας. Προηγούμενοι ηγέτες της Ταϊβάν, μεταξύ των οποίων και η Τσάι Ινγκ-γουέν, αξιοποίησαν επίσης τις επετείους της 4ης Ιουνίου για να ζητήσουν μεγαλύτερη διαφάνεια σχετικά με τα γεγονότα του 1989.
Το Πεκίνο, το οποίο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της κινεζικής επικράτειας, έχει χαρακτηρίσει τον νυν πρόεδρο της Ταϊβάν αυτονομιστή και έχει αναστείλει τον επίσημο διάλογο με την κυβέρνησή του. Ο Λάι, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2024, έχει δηλώσει ότι το μέλλον της Ταϊβάν μπορεί να αποφασιστεί μόνο από τον λαό της
Οι δύο πλευρές έχουν ξεχωριστές κυβερνήσεις από το 1949, όταν ο κινεζικός εμφύλιος πόλεμος έληξε με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) να αναλαμβάνει τον έλεγχο της ηπειρωτικής Κίνας και την εθνικιστική κυβέρνηση να υποχωρεί στην Ταϊβάν.
Του James Xu
Με πληροφορίες από το Reuters








