Ρολά φιλμ στα οποία αποτυπώθηκε το δημοκρατικό κίνημα των Κινέζων φοιτητών του 1989, το οποίο κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα της 4ης και 5ης Ιουνίου στην πλατεία Τιενανμέν, όταν το καθεστώς διέταξε τον στρατό να καταστείλει τους διαδηλωτές, περιήλθαν πρόσφατα στην κατοχή της εφημερίδας The Epoch Times, μετά από χρόνια φύλαξής τους μακριά από τα μάτια του κόσμου. Τα φιλμ περιείχαν 2.000 εικόνες που τράβηξε φωτογράφος κρατικού μέσου ενημέρωσης. Κλεισμένα σε ένα μεταλλικό κουτί για χρόνια, γλίτωσαν από τις πολιτικές εκκαθαρίσεις τη διάλυση του δημοκρατικού κινήματος, το οποίο και τεκμηριώνουν.
Τα φιλμ βρήκαν τον δρόμο τους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά παραδόθηκαν στην Epoch Times, που προχώρησε στην ψηφιοποίηση και δημοσίευση των εικόνων. Οι φωτογραφίες προσφέρουν μια γεύση της άνοιξης του 1989, όταν η ελπίδα για τον εκδημοκρατισμό της χώρας ήταν ζωντανή και οι πολιτικές ελευθερίες φαίνονταν κοντινές — μέχρι που οι πυροβολισμοί απέδειξαν το αντίθετο.

Η αντίδραση του καθεστώτος είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων νέων. Προκειμένου να εξαφανιστεί κάθε ίχνος της ιστορίας που παρουσίαζε μία εκδοχή των γεγονότων διαφορετική από την επίσημη, οι αρχές καταδίωξαν τα μέλη του δημοκρατικού κινήματος σε όλη τη χώρα, εφαρμόζοντας παράλληλα συστηματική ιδεολογική εκπαίδευση. Στόχος τους ήταν να παρουσιάσουν ένα ειρηνικό φοιτητικό κίνημα ως πηγή ταραχών και διασάλευσης της κοινωνικής τάξης.


Ο θάνατος του Χου Γιαομπάνγκ στις 15 Απριλίου 1989, πρώην γενικού γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος με μεταρρυθμιστικές τάσεις, φέρεται να πυροδότησε τις πρώτες εκδηλώσεις μεταξύ των φοιτητών, που επιθυμούσαν αλλαγές στο σύστημα διακυβέρνησης και περισσότερες ελευθερίες. Διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις στην πλατεία Τιενανμέν και έξω από τα κεντρικά της διοίκησης, απεργίες πείνας ήταν μερικές από τις κινήσεις των φοιτητών που ξεκίνησαν την άνοιξη εκείνης της χρονιάς.
Σε αυτές συμμετείχαν εκατομμύρια άνθρωποι, με ακαδημαϊκούς, επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης και στρατιωτικούς να ακολουθούν το φοιτητικό κίνημα.
Στις 20 Μαΐου επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος και στρατιωτικά φορτηγά μετέφεραν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στο Πεκίνο. Οι φοιτητές και οι πολίτες που τους υποστήριζαν αντιστάθηκαν με οδοφράγματα και με τα ίδια τους τα σώματα, αλλά και μιλώντας με τους στρατιώτες, μοιράζοντας τροφή και νερό και εξηγώντας τον σκοπό τους. Οι στρατιώτες απομακρύνθηκαν.


Ωστόσο, αυτή ήταν μία προσωρινή νίκη, και οι επικεφαλής των στρατευμάτων λογοδότησαν για την απόφασή τους.
Ένας από αυτούς, ο στρατηγός Σου Τσινσιάν [Xu Qinxian], έχασε τη διοίκηση της ελίτ 38ης Στρατιάς και φυλακίστηκε για πέντε χρόνια επειδή αρνήθηκε να εκτελέσει προφορικές διαταγές για την αποστολή στρατευμάτων εναντίον των διαδηλωτών. Σε κλειστή δίκη, ανέφερε ότι είχε πει σε έναν πολιτικό επίτροπο ότι προτιμούσε να χάσει τη θέση του παρά να διακινδυνεύσει να γίνει «ένα πρόσωπο καταδικασμένο από την ιστορία», όπως δείχνει βίντεο που εμφανίστηκε στα τέλη του 2025.
Μετά από μερικές ημέρες, το βράδυ της 3ης Ιουνίου, εμφανίστηκαν βαριά οπλισμένες δυνάμεις οι οποίες δεν δίστασαν να ανοίξουν πυρ εναντίον των αμάχων — χωρίς διακρίσεις.
Ο φωτογράφος κατέγραψε τις τρύπες από σφαίρες σε ένα παράθυρο και τραυματίες σε φορεία, με το αίμα να διαπερνά τα καλύμματα τους.
«Υπήρχαν συντετριμμένα κεφάλια, διαρρηγμένα στομάχια και έντερα που ξεχύνονταν. Γύρω τους υπήρχαν παραμορφωμένα χέρια και πόδια, μερικά από τα οποία αιμορραγούσαν ακόμα», έγραψε ένας αυτόπτης μάρτυρας σε μια δημόσια αφίσα με ημερομηνία 4 Ιουνίου. Αυτά ήταν τα πτώματα έξι φοιτητών διαδηλωτών, είπε ο μάρτυρας, προσθέτοντας ότι όλοι γύρω — εκτός από τους στρατιώτες — έκλαιγαν.


Ο απόηχος των γεγονότων, στην Κίνα και αλλού
Το θέμα παραμένει ταμπού στην Κίνα, ακόμη και σήμερα, με το καθεστώς να προβαίνει σε διάφορες ενέργειες για να καταπνίξει τα γεγονότα και την ανάμνησή τους.
Οι κινεζικές αρχές έχουν παρενοχλήσει αρκετούς ανθρώπους που θεωρούν ότι είχαν εμπλακεί στη διάθεση των φωτογραφιών, μεταξύ των οποίων Κινέζοι υπήκοοι αλλά και πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά.
«Δράστε γρήγορα για να εξαλείψετε τον αντίκτυπο, σταματήστε να τις δημοσιεύετε», ανέφερε ένα μήνυμα Κινέζου αστυνομικού το οποίο περιήλθε στην κατοχή της Epoch Times. Σε αντίθετη περίπτωση, προειδοποιεί ο αστυνομικός, το άτομο που στοχοποιείται θα καταχωρίζεται στην κόκκινη λίστα της Ιντερπόλ, θα συλλαμβάνεται και θα στέλνεται πίσω στην Κίνα. Αν συμβεί αυτό, είπε ο αστυνομικός, ολόκληρη η οικογένειά του θα υποφέρει.
Από τη μεριά της, η Ιντερπόλ δήλωσε στην Epoch Times ότι η ειδική ομάδα εργασίας της εξετάζει κάθε αίτημα έκδοσης ειδοποίησης που υποβάλλεται από τα κράτη-μέλη, προκειμένου να διαπιστώσει αν συμμορφώνεται με το καταστατικό της οργάνωσης, το οποίο απαιτεί από την Ιντερπόλ να ενεργεί σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και να μην «αναλαμβάνει δραστηριότητες πολιτικού, στρατιωτικού, θρησκευτικού ή φυλετικού χαρακτήρα».

Όταν άλλο άτομο απειλήθηκε από τον Κινέζο αστυνομικό, τού απάντησε ότι είναι Καναδός πολίτης. «Είστε Καναδός πολίτης — όλοι σας είστε, αλλά οι συγγενείς σας είναι Κινέζοι πολίτες», ανταπάντησε ο αστυνομικός, σύμφωνα με στιγμιότυπα οθόνης που είδε η Epoch Times. Όταν το άτομο είπε ότι θα έκοβε τους δεσμούς με τους συγγενείς του στην Κίνα — με τους οποίους δεν έχει επαφή για περισσότερο από μια δεκαετία — ο αστυνομικός επέμεινε, γράφοντας: «Είναι πολύ αργά».
Ένα τρίτο πρόσωπο που είναι ενήμερο για το θέμα ανέφερε ότι οι αρχές συλλέγουν ενεργά προσωπικά στοιχεία και στέλνουν τη φωτογραφία τους σε συγγενείς στην Κίνα μαζί με εκφοβιστικά μηνύματα. Η φωτογραφία λειτουργεί ως προειδοποίηση: το καθεστώς γνωρίζει ποιοι είναι.
Η κινεζική αστυνομία πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλλει κανόνες πέρα από τα σύνορα της Κίνας, δήλωσε ένας Αμερικανός πολίτης κινεζικής καταγωγής στην Epoch Times. «Είναι τόσο αλαζονικοί που πιστεύουν πως ό,τι λέει το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι νόμος παντού», ανέφερε η πηγή.

Όσοι έχουν στοχοποιηθεί έχουν καταγγείλει τις τακτικές εκφοβισμού στο FBI και στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας. Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ασφαλείας του Καναδά έχει επίσης ενημερωθεί για το θέμα.
Ο βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρτι (Δημ/κός–Ιλλινόις), ο οποίος μίλησε σε συνέντευξη Τύπου προς τιμήν των θυμάτων της σφαγής της Πλατείας Τιενανμέν, δήλωσε ότι οι ενέργειες της κινεζικής αστυνομίας ισοδυναμούν με ψυχολογική βία.
«Θέλουν να ξεχάσετε, θέλουν να ξεχάσετε όλα όσα συνέβησαν στο παρελθόν και θέλουν να έχετε μια διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας», δήλωσε στην Epoch Times. «Δεν πιστεύω ότι ο κόσμος θα ξεχάσει ούτε πρέπει να εξαναγκαστεί να ξεχάσει».
Ο βουλευτής Τζον Μούλενααρ (Ρεπ/νός–Μίσιγκαν), πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για την Κίνα, ο οποίος οργάνωσε την εκδήλωση Τύπου την 4η Ιουνίου, χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του κινεζικού καθεστώτος «τρελή». Όπως ανέφερε στην Epoch Times, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ασκεί ενεργά διεθνική καταστολή στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που συνιστά «τεράστιο πρόβλημα», γι’ αυτό είναι σημαντικό να συνεχίσουν να βγαίνουν στο προσκήνιο περισσότεροι «θαρραλέοι ηγέτες» που θα λένε την αλήθεια.
Πριν από την επέτειο, τα μέτρα λογοκρισίας είχαν ενταθεί σε όλη την Κίνα, ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε αναφορά στη σφαγή — όπως συμβαίνει κάθε χρόνο.
Αρκετοί ακτιβιστές δήλωσαν στην Epoch Times ότι αξιωματικοί ασφαλείας παρακολουθούσαν τους αντιφρονούντες για να βεβαιωθούν ότι δεν θα έκαναν τίποτα ανάρμοστο. Ορισμένοι ανέφεραν περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεών τους, ενώ άλλοι είπαν ότι η αστυνομία τούς διέταξε να μην προσπαθήσουν να παρακάμψουν το τείχος προστασίας του διαδικτύου ούτε να δημοσιεύσουν σχόλια στο διαδίκτυο.

Ο Ένες Κάντερ Φρήντομ [Enes Kanter Freedom], πρώην παίκτης του ΝΒΑ που υπερασπίζεται διωκόμενες ομάδες στην κομμουνιστική Κίνα, δήλωσε ότι δεν τον εξέπληξε η αντίδραση του κινεζικού καθεστώτος στη δημοσίευση των φωτογραφιών της Τιενανμέν. «Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας διαγράφει από την ιστορία οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του», δήλωσε στην Epoch Times. Όταν είχε αναφερθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στους ανθρώπους που διώκονται στην Κίνα, το καθεστώς διέταξε να διαγραφεί το όνομά του από το ρόστερ των Boston Celtics στην κινεζική διαδικτυακή πύλη Sohu, ενώ ο κινεζικός διαδικτυακός γίγαντας Tencent, ο οποίος είχε πενταετή σύμβαση μετάδοσης αγώνων του NBA, απέσυρε τις ζωντανές μεταδόσεις όλων των αγώνων των Celtics — δείχνοντας την έκταση της κινεζικής δικτατορίας, σημείωσε ο Φρήντομ. «Είναι πολύ ντροπιαστικό», είπε, και είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο πρέπει να ακουστούν περισσότερες φωνές στη Δύση που «αποκαλύπτουν την υποκρισία τους».

Στην Epoch Times μίλησε και άτομο που ήταν μαθητής δημοτικού όταν ξέσπασε το κίνημα για τη δημοκρατία. Πολύ μικρός τότε για να καταλάβει, μοίραζε φαγητό και νερό στους φοιτητές και τους θεωρούσε αδελφούς και αδελφές του. «Είναι τιμή μου που μπορώ να ρίξω περισσότερο φως σε αυτό το θέμα τώρα», είπε.
Οι φωτογραφίες, εξήγησε, αποκαλύπτουν την αφύπνιση που βίωσαν τότε άνθρωποι από όλα τα στρώματα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών που ήταν βαθιά ενσωματωμένοι στο σύστημα του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Αποτελούν απόδειξη ότι «ο κινεζικός λαός έχει θάρρος. Διαφοροποιούνται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας και ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος», σχολίασε η πηγή, και όσο κι αν προσπαθεί το καθεστώς «να κρύψει την αλήθεια», υπάρχει ένα όριο σε ό,τι μπορεί να επιτύχει ο εξαναγκασμός.
«Μπορεί να απειλεί και να προκαλεί πόνο στους ανθρώπους και στους οικείους τους, αλλά οι άνθρωποι έχουν ψυχή, και αυτή δεν μπορεί ποτέ να σκοτωθεί», υπογράμμισε.
Η σημερινή «σκοτεινιά» είναι προσωρινή, και στο τέλος θα επικρατήσει το φως, δήλωσε.








