Παρά το νέο πακέτο μέτρων που ανακοίνωσε το Πεκίνο για τη στήριξη των ξένων επενδύσεων, στελέχη της αγοράς αναφέρουν ότι πολλές πολυεθνικές εταιρείες εξακολουθούν να μειώνουν την έκθεσή τους στην Κίνα, κατευθύνοντας νέες επενδύσεις και παραγωγική δυναμικότητα προς τη Νοτιοανατολική Ασία, την Ινδία και το Μεξικό. Η αβεβαιότητα του ρυθμιστικού πλαισίου, οι περιορισμοί στη διαχείριση δεδομένων και οι αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις είναι από τους βασικούς λόγους αυτής της κίνησης.
Πηγές που μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους ή να δημοσιευθεί μόνο το επώνυμό τους, επικαλούμενες φόβους αντιποίνων.
Στις 23 Ιουνίου, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου παρουσίασε σχέδιο δράσης 15 σημείων για την προσέλκυση και διατήρηση ξένων κεφαλαίων. Το πακέτο περιλαμβάνει μέτρα για τις διασυνοριακές μεταφορές δεδομένων, τις ξένες συγχωνεύσεις και εξαγορές, την επανεπένδυση κερδών, τα κέντρα έρευνας και ανάπτυξης, τα εργαλεία διαχείρισης χρηματοοικονομικού κινδύνου και πιλοτικά προγράμματα που επιτρέπουν τη λειτουργία νοσοκομείων με εξ ολοκλήρου ξένη ιδιοκτησία.
Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Κίνα δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να πείσει τις ξένες επιχειρήσεις να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Πηγή με γνώση των εξελίξεων στο κινεζικό υπουργείο Εμπορίου δήλωσε στην Epoch Times ότι τα ξένα κεφάλαια εγκαταλείπουν τη χώρα με ταχύτερο ρυθμό από αυτόν που αποτυπώνουν τα επίσημα στοιχεία. Η εκροή ξένων επενδύσεων τους τελευταίους μήνες έχει αυξηθεί περίπου κατά 30% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, εξέλιξη που δεν έχει καταγραφεί τα τελευταία πέντε χρόνια.
Η πηγή ανέφερε ακόμη ότι ανώτερα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) έχουν εκφράσει αυξανόμενη ανησυχία για την τάση αυτή και έχουν αναθέσει στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Χε Λιφένγκ να ηγηθεί των προσπαθειών σταθεροποίησης των ξένων επενδύσεων, ιδίως από τη Γερμανία και άλλους βασικούς εμπορικούς εταίρους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι αξιωματούχοι φοβούνται ότι η επιδείνωση των εμπορικών τριβών με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να υπονομεύσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Την ίδια στιγμή, επεσήμανε μια εγγενή αντίφαση στην πολιτική του Πεκίνου. Το καθεστώς επιδιώκει να συγκρατήσει τις ξένες επενδύσεις, ενώ παράλληλα εντείνει τον έλεγχο στις αλυσίδες εφοδιασμού και τα βιομηχανικά δίκτυα των ξένων επιχειρήσεων, δύο στόχοι που δεν είναι κατ’ ανάγκην συμβατοί.
Ερωτήματα για τα στοιχεία
Η κινεζική ειδησεογραφική πύλη Sohu ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εμπορίου, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου ιδρύθηκαν 25.297 νέες επιχειρήσεις με ξένες επενδύσεις, αριθμός αυξημένος κατά 5,3% σε ετήσια βάση. Ωστόσο, οι πραγματικές άμεσες ξένες επενδύσεις που εισέρρευσαν στην κινεζική οικονομία κατά την ίδια περίοδο μειώθηκαν κατά 8,6%, στα 327,3 δισ. γουάν (39,7 δισ. ευρώ), ενώ μόνο τον Μάιο οι εισροές αυξήθηκαν κατά 5,9% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Η πηγή αμφισβήτησε την αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων, υποστηρίζοντας ότι σημαντικό μέρος των επενδύσεων προέρχεται από κινεζικές εταιρείες που ιδρύουν οντότητες στο εξωτερικό και στη συνέχεια επανεπενδύουν τα κεφάλαια στην Κίνα.
Η ποιότητα των δεδομένων που υποβάλλουν οι τοπικές κυβερνήσεις είναι επίσης υπό αμφισβήτηση. Εξήγησε ότι τα στοιχεία συλλέγονται κυρίως από τις επαρχιακές αρχές και διαβιβάζονται στο υπουργείο Εμπορίου. Στο παρελθόν υπήρχαν ξεχωριστά εσωτερικά και δημόσια σύνολα δεδομένων, όμως τα εσωτερικά στοιχεία έπαψαν να δημοσιοποιούνται πριν από αρκετά χρόνια, αφήνοντας μόνο τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία.
Νέα κίνητρα
Το νέο σχέδιο δράσης επιχειρεί να απαντήσει σε ορισμένα από τα πλέον επίμονα παράπονα των ξένων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Μεταξύ άλλων, προβλέπει επιτάχυνση της αναθεώρησης των κανόνων για τις ξένες εξαγορές κινεζικών εταιρειών, απλούστευση των διαδικασιών έγκρισης και βελτίωση των μηχανισμών πληρωμών για συγχωνεύσεις και εξαγορές.
Παράλληλα, επεκτείνονται πιλοτικά προγράμματα που επιτρέπουν στις τοπικές αρχές να καταρτίζουν αρνητικούς καταλόγους για τις διασυνοριακές μεταφορές δεδομένων, προβλέπονται φορολογικά κίνητρα για επανεπενδυόμενα κέρδη και ενισχύεται η στήριξη προς ερευνητικά κέντρα που χρηματοδοτούνται από ξένα κεφάλαια.
Σύμφωνα με την πηγή, πρόκειται για ζητήματα που βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των ανησυχιών των ξένων επιχειρήσεων. Οι επενδυτές δεν αξιολογούν μόνο τα προσφερόμενα κίνητρα, αλλά και το κατά πόσο θα μπορούν να μεταφέρουν δεδομένα εκτός χώρας ή να αποχωρήσουν από την αγορά όταν το κρίνουν απαραίτητο. Για τον λόγο αυτό, πολλές επιχειρήσεις έχουν πάψει να κατευθύνουν τις νέες επενδύσεις τους στην Κίνα.
Για τις πολυεθνικές εταιρείες, οι κανόνες που διέπουν τις διασυνοριακές ροές δεδομένων επηρεάζουν τα πάντα, από τα στοιχεία πελατών και τα οικονομικά αρχεία μέχρι τα συστήματα διαχείρισης αλυσίδων εφοδιασμού και τις ερευνητικές δραστηριότητες. Οι περιορισμοί στη μεταφορά δεδομένων εκτός Κίνας δυσχεραίνουν την εποπτεία από τα κεντρικά γραφεία και αυξάνουν το κόστος συμμόρφωσης.
Ακαδημαϊκός από την επαρχία Τζιανγκσού δήλωσε στην Epoch Times ότι το νέο πακέτο μέτρων δεν πρέπει να εκληφθεί ως ένδειξη ουσιαστικού ανοίγματος της κινεζικής οικονομίας. Το σχέδιο συνδυάζει ζητήματα πρόσβασης στην αγορά, ροών κεφαλαίων, διαχείρισης δεδομένων, στήριξης της έρευνας και πολιτικών για το επιχειρηματικό περιβάλλον, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ΚΚΚ κινείται προς μεγαλύτερη ανοικτότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η περίοδος διακυβέρνησης του Σι Τζινπίνγκ χαρακτηρίζεται από τη διαρκή ενίσχυση των κρατικών επιχειρήσεων, την ώρα που οι ιδιωτικές εταιρείες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις. Η ενίσχυση του κρατικού τομέα αποτελεί ένδειξη ότι η αγορά γίνεται πιο κλειστή και η οικονομική δραστηριότητα πιο συγκεντρωτική. Οι κλάδοι στους οποίους κυριαρχούν μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις αφήνουν περιορισμένα περιθώρια ανταγωνισμού για τον ιδιωτικό τομέα, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις.
Μεταφορά παραγωγής εκτός Κίνας
Οι εξαγωγείς αναφέρουν ότι πολλοί ξένοι πελάτες έχουν ήδη αρχίσει να διαφοροποιούν την παραγωγή τους εκτός Κίνας.
Κατασκευαστής από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ, με το επώνυμο Ζενγκ, δήλωσε στην Epoch Times ότι ολοένα περισσότερες παραγγελίες μεταφέρονται στο Βιετνάμ, την Ινδία και το Μεξικό, ενώ πολλοί πελάτες απαιτούν πλέον από τους προμηθευτές να διαθέτουν γραμμές παραγωγής στο εξωτερικό λόγω ανησυχιών για δασμούς και πολιτικούς κινδύνους.
Αν και η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού, η εποχή κατά την οποία οι πολυεθνικές συγκέντρωναν σχεδόν το σύνολο της παραγωγής τους στη χώρα φαίνεται να έχει παρέλθει. Η μεταφορά παραγωγικής δραστηριότητας επηρεάζει πλέον ολόκληρο το βιομηχανικό οικοσύστημα, από τους προμηθευτές και τις εταιρείες εφοδιαστικής έως τις επιχειρήσεις συσκευασίας, τους εργολάβους εργασίας και τους ιδιοκτήτες εμπορικών ακινήτων.
Αντίστοιχη εικόνα περιέγραψε και επιχειρηματίας από την Γουεντζόου, με το επώνυμο Γουάνγκ, ο οποίος δραστηριοποιείται στο διασυνοριακό εμπόριο επί δύο δεκαετίες. Πολλές επιχειρήσεις στις επαρχίες Τζετζιάνγκ και Τζιανγκσού εξετάζουν τη δημιουργία εργοστασίων στο εξωτερικό, ενώ ορισμένοι πελάτες ζητούν τη μεταφορά παραγωγής σε γειτονικές χώρες προκειμένου να αποφευχθούν εμπορικά εμπόδια.
Ωστόσο, σημείωσε ότι η μετεγκατάσταση δεν αποτελεί πάντοτε ρεαλιστική επιλογή, καθώς πολλές εταιρείες δεν διαθέτουν τα απαραίτητα κεφάλαια για να μεταφέρουν το σύνολο των δραστηριοτήτων τους, ενώ η λειτουργία σε άγνωστες αγορές, όπως το Βιετνάμ, συνεπάγεται σημαντικές νομικές και επιχειρησιακές δυσκολίες.
Πολλές πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν ήδη υιοθετήσει τη στρατηγική «Κίνα + 1», διατηρώντας στην Κίνα την έρευνα, τη διοίκηση και μέρος της παραγωγής τους, ενώ κατευθύνουν νέες επενδύσεις στη μεταποίηση προς εναλλακτικές τοποθεσίες όπως το Βιετνάμ, η Ινδία και το Μεξικό.
Σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό, οι προσπάθειες του Πεκίνου να προσελκύσει ξένα κεφάλαια προσκρούουν σε ένα θεμελιώδες δίλημμα· από τη μία πλευρά το ΚΚΚ προσφέρει κίνητρα στους ξένους επενδυτές, από την άλλη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ξένα κεφάλαια με καχυποψία και να ενισχύει τους ελέγχους, δύο κατευθύνσεις που δύσκολα μπορούν να συμβιβαστούν.
Του Michael Zhuang
Με τη συμβολή του Zhou Yu








