Η αγορά ενός νέου προϊόντος θα έπρεπε να αποτελεί επιλογή. Δεν θα έπρεπε να είναι η αναπόφευκτη κατάληξη μιας κρυφής προθεσμίας, την οποία ο αγοραστής αγνοούσε όταν πλήρωνε για το προηγούμενο.
Για δεκαετίες, οι καταναλωτές παρατηρούν ένα γνώριμο φαινόμενο: μια συσκευή λειτουργεί ικανοποιητικά για κάποιο διάστημα και στη συνέχεια παρουσιάζει μια βλάβη η οποία αποδεικνύεται δυσανάλογα ακριβή ή πρακτικά αδύνατο να επισκευαστεί. Το ανταλλακτικό δεν διατίθεται, η μπαταρία είναι κολλημένη στο εσωτερικό, το προϊόν απαιτεί ειδικό εργαλείο ή λογισμικό, η τεχνική υποστήριξη έχει διακοπεί ή η επισκευή κοστίζει σχεδόν όσο η αγορά μιας νέας συσκευής.
Η Γαλλία ήταν η πρώτη χώρα που αποφάσισε να αντιμετωπίσει την πιο ακραία μορφή αυτής της πρακτικής όχι απλώς ως περιβαλλοντικό ή καταναλωτικό πρόβλημα, αλλά ως ποινικό αδίκημα.
Ο ισχύων γαλλικός Κώδικας Καταναλωτή απαγορεύει την προγραμματισμένη απαξίωση, την οποία ορίζει ως τη χρήση τεχνικών — συμπεριλαμβανομένων πλέον και τεχνικών λογισμικού — με τις οποίες ο υπεύθυνος για τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά επιδιώκει να μειώσει σκόπιμα τη διάρκεια ζωής του. Η παράβαση μπορεί να τιμωρηθεί με φυλάκιση έως δύο ετών και πρόστιμο 300.000 ευρώ. Το πρόστιμο μπορεί να αυξηθεί, ανάλογα με το οικονομικό όφελος που προέκυψε, έως το 5% του μέσου ετήσιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά τις τρεις τελευταίες γνωστές οικονομικές χρήσεις.
Από τη λάμπα πυρακτώσεως στο λογισμικό
Η ιδέα της προγραμματισμένης απαξίωσης δεν γεννήθηκε με τα κινητά τηλέφωνα. Ένα από τα πιο γνωστά ιστορικά παραδείγματα είναι το καρτέλ Phoebus, το οποίο δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1920 από μεγάλους κατασκευαστές λαμπτήρων. Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι εταιρείες περιόρισαν επί τούτου τη διάρκεια ζωής των λαμπτήρων, ώστε να αυξηθεί η συχνότητα αντικατάστασής τους.
Σήμερα, όμως, μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολο να εντοπιστεί η απαξίωση. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα εξάρτημα το οποίο σπάει σε προκαθορισμένο χρόνο. Ένα προϊόν μπορεί να παραμένει μηχανικά άθικτο, αλλά να αχρηστεύεται επειδή δεν δέχεται νεότερο λογισμικό, επειδή σταματούν οι ενημερώσεις ασφαλείας ή επειδή μια εφαρμογή παύει να λειτουργεί στο παλαιότερο λειτουργικό σύστημα.
Μπορεί ακόμη να λειτουργεί κανονικά, αλλά η αντικατάσταση μιας μπαταρίας, μιας οθόνης ή ενός αισθητήρα να απαιτεί εξουσιοδοτημένο συνεργείο, ειδικό διαγνωστικό πρόγραμμα ή ηλεκτρονική «σύζευξη» του νέου ανταλλακτικού με τη συσκευή. Το προϊόν δεν είναι απολύτως χαλασμένο. Είναι όμως κλειδωμένο σε ένα σύστημα όπου ο κατασκευαστής ελέγχει ποιος μπορεί να το επισκευάσει, με ποια εξαρτήματα και σε ποια τιμή.
Η γαλλική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι δεν αποτελεί κάθε μορφή απαξίωσης προγραμματισμένη απαξίωση. Ένα προϊόν μπορεί να καταστεί παρωχημένο λόγω τεχνολογικής εξέλιξης, αλλαγής των κανονισμών ή νέων αναγκών. Μπορεί επίσης να εγκαταλειφθεί από τον καταναλωτή λόγω μόδας, παρότι εξακολουθεί να λειτουργεί. Για να στοιχειοθετηθεί το γαλλικό αδίκημα, πρέπει να υπάρχει σκόπιμη ενέργεια με στόχο τη μείωση της διάρκειας ζωής του προϊόντος.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Ένα κακής ποιότητας προϊόν δεν είναι αυτομάτως προϊόν προγραμματισμένης απαξίωσης. Ούτε κάθε βλάβη αποδεικνύει εταιρικό σχεδιασμό. Για να υπάρξει ποινική ευθύνη, θα πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση — και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη δυσκολία του γαλλικού νόμου.
Τα φαινόμενα που προκάλεσαν την αντίδραση
Η γαλλική νομοθετική απάντηση δεν προέκυψε από ένα μόνο σκάνδαλο. Ήταν αποτέλεσμα μιας ευρύτερης αλλαγής στην καταναλωτική αγορά. Καθώς τα προϊόντα έγιναν πιο σύνθετα και περισσότερο εξαρτημένα από ηλεκτρονικά συστήματα και λογισμικό, ο πραγματικός έλεγχος του προϊόντος μετακινήθηκε σταδιακά από τον ιδιοκτήτη προς τον κατασκευαστή.
Παλιότερα, ένας τεχνίτης μπορούσε να ανοίξει μια οικιακή συσκευή, να εντοπίσει το ελαττωματικό εξάρτημα και να το αντικαταστήσει. Σήμερα, ορισμένα προϊόντα χρησιμοποιούν μη τυποποιημένες βίδες, κολλημένα εξαρτήματα, κρυπτογραφημένα διαγνωστικά συστήματα ή ανταλλακτικά τα οποία δεν αναγνωρίζονται αν δεν ενεργοποιηθούν από το λογισμικό του κατασκευαστή.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα επισκευής αλλά και την τιμή της. Γι’ αυτό ο γαλλικός δείκτης επισκευασιμότητας εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη διαθεσιμότητα των τεχνικών εγχειριδίων, την ευκολία αποσυναρμολόγησης, τα εργαλεία που απαιτούνται, τη διάρκεια διάθεσης των ανταλλακτικών και τη σχέση ανάμεσα στην τιμή των ανταλλακτικών και στην τιμή ολόκληρου του προϊόντος.
Αν μια πλακέτα, μια μπαταρία ή μια οθόνη κοστίζει σχεδόν όσο μια καινούργια συσκευή, ο καταναλωτής διαθέτει θεωρητικά το δικαίωμα της επισκευής, αλλά όχι μια οικονομικά λογική δυνατότητα να το ασκήσει. Το αποτέλεσμα είναι η αντικατάσταση του προϊόντος, ακόμη και όταν το μεγαλύτερο μέρος του εξακολουθεί να βρίσκεται σε άριστη κατάσταση.
Η γαλλική Υπηρεσία Οικολογικής Μετάβασης, ADEME, έχει επισημάνει ότι η παράταση της χρήσης οικιακών και ηλεκτρονικών συσκευών μπορεί να αποφέρει οικονομικό όφελος στα νοικοκυριά, καθώς και μείωση της κατανάλωσης πρώτων υλών και της παραγωγής αποβλήτων. Στις σχετικές μελέτες της περιλαμβάνονται τηλεοράσεις, φορητοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, πλυντήρια, φούρνοι και άλλες συσκευές καθημερινής χρήσης.
Οι καταγγελίες για εκτυπωτές και δοχεία μελάνης αποτέλεσαν επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα. Καταναλωτές και οργανώσεις υποστήριξαν ότι ορισμένα μηχανήματα εμφάνιζαν προειδοποιήσεις για άδεια δοχεία ή για εξαρτήματα που είχαν φθάσει στο τέλος της ζωής τους, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η λειτουργία τους, ακόμη και όταν υπήρχε ακόμη διαθέσιμο μελάνι ή δυνατότητα συνέχισης της χρήσης.
Τον Ιούλιο του 2026 πραγματοποιήθηκε στη Ναντέρ η πρώτη διαδικαστική ακρόαση στην υπόθεση κατά της Epson, έπειτα από καταγγελία της γαλλικής οργάνωσης Halte à l’Obsolescence Programmée. Η εταιρεία κατηγορείται για προγραμματισμένη απαξίωση και παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές. Η ακρόαση επί της ουσίας έχει προγραμματιστεί για το 2027, επομένως δεν υπάρχει ακόμη δικαστική κρίση και οι κατηγορίες εκκρεμούν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησε και η υπόθεση των παλαιότερων iPhone. Το 2020, η γαλλική υπηρεσία προστασίας του καταναλωτή DGCCRF ανακοίνωσε ότι η Apple αποδέχθηκε την καταβολή προστίμου 25 εκατ. ευρώ, επειδή δεν είχε ενημερώσει επαρκώς τους χρήστες ότι ορισμένες ενημερώσεις του λειτουργικού συστήματος μπορούσαν να επιβραδύνουν τα iPhone με γερασμένες μπαταρίες.
Η υπόθεση αυτή δεν κατέληξε σε καταδίκη για το ειδικό αδίκημα της προγραμματισμένης απαξίωσης. Το πρόστιμο αφορούσε παραπλανητική εμπορική πρακτική διά παραλείψεως. Δείχνει, ωστόσο, πόσο καθοριστικό μπορεί να είναι το λογισμικό για την αντιλαμβανόμενη διάρκεια ζωής ενός προϊόντος. Ένας χρήστης που βλέπει τη συσκευή του να γίνεται αισθητά πιο αργή είναι πιθανό να αγοράσει νέα, ακόμη και αν η αντικατάσταση της μπαταρίας θα μπορούσε να αποκαταστήσει μεγάλο μέρος της απόδοσης.
Η γαλλική απάντηση δεν περιορίζεται στις ποινές
Η ποινικοποίηση της σκόπιμης απαξίωσης ήταν το πιο θεαματικό μέτρο, αλλά ίσως όχι το σημαντικότερο για την καθημερινότητα του καταναλωτή. Η απόδειξη εταιρικής πρόθεσης απαιτεί πρόσβαση σε τεχνικά δεδομένα, εσωτερικά έγγραφα, αποφάσεις σχεδιασμού και λογισμικό. Αυτό εξηγεί γιατί, παρά την ύπαρξη του νόμου από το 2015, η δικαστική εφαρμογή του υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη.
Η Γαλλία στράφηκε επομένως και στην πρόληψη. Από το 2021 εφαρμόζει υποχρεωτικό δείκτη επισκευασιμότητας, με βαθμολογία από το μηδέν έως το δέκα. Ο δείκτης αφορά σήμερα φορητούς υπολογιστές, ηλεκτρικές μηχανές γκαζόν, πλυντήρια πιάτων, ηλεκτρικές σκούπες και πλυστικά μηχανήματα υψηλής πίεσης. Η βαθμολογία πρέπει να εμφανίζεται κοντά στην τιμή του προϊόντος, ώστε ο αγοραστής να μπορεί να συγκρίνει δύο μοντέλα πριν αποφασίσει.
Το 2025, ο δείκτης επισκευασιμότητας αντικαταστάθηκε από έναν ευρύτερο δείκτη ανθεκτικότητας για τις τηλεοράσεις και τα πλυντήρια ρούχων. Η νέα βαθμολογία δεν εξετάζει μόνο αν ένα προϊόν μπορεί να επισκευαστεί, αλλά και πόσο αξιόπιστο είναι, πόσο αντέχει στη χρήση και στη φθορά, πόσο εύκολα συντηρείται και αν ο κατασκευαστής διαθέτει διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου.
Η λογική είναι απλή: ένα προϊόν που επισκευάζεται εύκολα, αλλά χαλάει υπερβολικά συχνά, δεν είναι πραγματικά ανθεκτικό. Από την άλλη πλευρά, ένα αξιόπιστο προϊόν που δεν ανοίγει ή δεν διαθέτει ανταλλακτικά μπορεί να μετατραπεί σε απόβλητο μετά την πρώτη σοβαρή βλάβη.
Υπάρχουν, βέβαια, αδυναμίες. Τη βαθμολογία την υπολογίζει αρχικά ο ίδιος ο κατασκευαστής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κριτήρια. Αυτό καθιστά απαραίτητους τους ανεξάρτητους ελέγχους. Η DGCCRF συνέχισε και το 2026 τις έρευνες για την ορθότητα των δεικτών επισκευασιμότητας και ανθεκτικότητας, ζητώντας πληροφορίες και καταγγελίες τόσο από επαγγελματίες όσο και από καταναλωτές.
Παράλληλα, η Γαλλία εφαρμόζει οικονομικό «μπόνους επισκευής» για σειρά προϊόντων που βρίσκονται εκτός εγγύησης, όταν οι εργασίες πραγματοποιούνται σε πιστοποιημένο επισκευαστή. Στόχος είναι να αντιμετωπιστεί το βασικότερο πρακτικό εμπόδιο: το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις η αγορά νέου προϊόντος φαίνεται ευκολότερη ή φθηνότερη από την επισκευή του παλαιού.
Το γαλλικό μοντέλο εξαπλώνεται
Η Γαλλία δεν είναι πλέον μόνη. Από τις 2 Μαΐου 2025, το Βέλγιο επίσης απαιτεί την εμφάνιση δείκτη επισκευασιμότητας σε νέες συσκευές όπως πλυντήρια πιάτων, ηλεκτρικές σκούπες, μηχανές γκαζόν, πλυστικά υψηλής πίεσης και φορητούς υπολογιστές χωρίς οθόνη αφής. Η βελγική βαθμολογία εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών, την τιμή τους, τα τεχνικά εγχειρίδια, την πρόσβαση στην μπαταρία και τη διάρκεια των ενημερώσεων λογισμικού.
Ακόμη πιο κοντά στη γαλλική ποινική φιλοσοφία βρίσκεται το Κεμπέκ. Ο νόμος που υιοθετήθηκε το 2023 απαγορεύει την εμπορία προϊόντων στα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί τεχνικές με στόχο τη μείωση της κανονικής διάρκειας λειτουργίας τους. Απαγορεύει επίσης τεχνικές που δυσκολεύουν τη συντήρηση ή την επισκευή και απαιτεί τα αναγκαία ανταλλακτικά, τις υπηρεσίες και τις πληροφορίες να διατίθενται σε λογικές τιμές. Όταν οι πληροφορίες επισκευής παρέχονται ψηφιακά, πρέπει κατά κανόνα να είναι δωρεάν, ενώ τα ανταλλακτικά θα πρέπει να μπορούν να τοποθετηθούν με κοινά διαθέσιμα εργαλεία, χωρίς μη αναστρέψιμη ζημιά στο προϊόν.
Η Αυστρία ακολουθεί περισσότερο οικονομική παρά ποινική προσέγγιση. Από τον Ιανουάριο του 2026 εφαρμόζει την «επιδότηση διάσωσης συσκευών», καλύπτοντας το 50% των επιλέξιμων εξόδων επισκευής, συντήρησης ή τεχνικού ελέγχου, μέχρι του ποσού των 130 ευρώ ανά συσκευή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχει ενιαία ομοσπονδιακή απαγόρευση της προγραμματισμένης απαξίωσης, αλλά το κίνημα για το «δικαίωμα στην επισκευή» έχει αποκτήσει ισχυρή δυναμική. Τον Ιούλιο του 2026, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου και πέντε πολιτείες κατέληξαν σε συμφωνία με την John Deere, υποχρεώνοντας την εταιρεία να διαθέτει για μία δεκαετία σε αγρότες και ανεξάρτητους τεχνικούς αντίστοιχες διαγνωστικές και επισκευαστικές δυνατότητες με εκείνες που παρέχει στα εξουσιοδοτημένα συνεργεία της. Η συμφωνία καλύπτει λογισμικό, τεχνικά εγχειρίδια, κωδικούς βλαβών και την ηλεκτρονική σύζευξη νέων εξαρτημάτων με τα μηχανήματα.
Η Ευρώπη περνά από τη σύσταση στην υποχρέωση
Η σημαντικότερη αλλαγή, όμως, έρχεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Οδηγία 2024/1799 για την επισκευή αγαθών εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2024 και τα κράτη-μέλη οφείλουν να την εφαρμόσουν από τις 31 Ιουλίου 2026.
Για τις κατηγορίες προϊόντων που καλύπτονται από ευρωπαϊκές απαιτήσεις επισκευασιμότητας, οι κατασκευαστές θα οφείλουν να προσφέρουν επισκευή μέσα σε εύλογο χρόνο και σε εύλογη τιμή. Θα απαγορεύεται επίσης η χρήση συμβατικών όρων, υλικού ή λογισμικού που εμποδίζει την επισκευή, εκτός αν υπάρχει νόμιμη και αντικειμενικά αιτιολογημένη ανάγκη. Τα ανταλλακτικά θα πρέπει να προσφέρονται σε τιμές που δεν αποθαρρύνουν την επισκευή.
Όταν ένας καταναλωτής επιλέγει την επισκευή αντί για την αντικατάσταση ενός ελαττωματικού προϊόντος εντός της νόμιμης εγγύησης, η περίοδος προστασίας του θα παρατείνεται κατά ένα επιπλέον έτος. Παράλληλα, προβλέπεται ευρωπαϊκή διαδικτυακή πλατφόρμα, η οποία αναμένεται να λειτουργήσει το 2027 και να επιτρέπει στους καταναλωτές να εντοπίζουν και να συγκρίνουν επισκευαστές.
Στην Ελλάδα, σχετικό σχέδιο ενσωμάτωσης τέθηκε ήδη σε δημόσια διαβούλευση. Το προτεινόμενο πλαίσιο εντάσσει το δικαίωμα επισκευής στον νόμο για την προστασία του καταναλωτή και προβλέπει κανόνες για την επισκευή προϊόντων ακόμη και μετά τη λήξη της ευθύνης του πωλητή, για τις κατηγορίες που καλύπτονται από τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. (OpenGov)








