Η ετήσια Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων της Κίνας, που πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο στις 19 Ιανουαρίου 2026, προσέφερε ένα αποκαλυπτικό στιγμιότυπο της σημερινής κινεζικής αντίληψης περί δικαιοσύνης. Παρότι τυπικά πρόκειται για την ανώτατη επαγγελματική σύναξη του εισαγγελικού σώματος, το περιεχόμενο των ομιλιών και των κατευθύνσεων που δημοσιοποιήθηκαν δείχνει ότι ο ρόλος των εισαγγελέων μετασχηματίζεται ριζικά. Από νομικοί λειτουργοί μετατρέπονται σε φορείς ιδεολογικής πειθαρχίας.
Στο επίκεντρο της συνάντησης δεν βρέθηκαν ζητήματα νομολογίας, αποδεικτικών προτύπων ή δικονομικών εγγυήσεων. Αντίθετα, κυριάρχησε η επιβεβαίωση της απόλυτης πολιτικής υπαγωγής της δικαιοσύνης στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) και προσωπικά στον Σι Τζινπίνγκ. Το μήνυμα ήταν σαφές: το «κράτος δικαίου» στην Κίνα δεν είναι ένα σύστημα περιορισμού της εξουσίας, αλλά ένα εργαλείο άσκησής της.
Η «Σκέψη του Σι» ως υπέρτατη νομική αρχή
Η συνάντηση άνοιξε, όπως συνηθίζεται, για «ενδελεχή μελέτη και εφαρμογή» των οδηγιών του Σι Τζινπίνγκ σχετικά με τη διακυβέρνηση βάσει νόμου. Ωστόσο, το περιεχόμενο αυτής της διατύπωσης απογυμνώνει τον όρο «νόμος» από την κλασική του έννοια. Οι εισαγγελείς κλήθηκαν να υιοθετήσουν τη «Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για τον σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά για μια Νέα Εποχή» ως κατευθυντήρια αρχή, να στηρίξουν τα λεγόμενα «δύο καθεστώτα» και να διασφαλίσουν τα «δύο υποστηρίγματα» — πολιτικά συνθήματα που, στην πράξη, σημαίνουν πίστη στην κεντρική εξουσία και στον ίδιο τον Σι ως πυρήνα του συστήματος.
Η λογική είναι αντιστροφή της κλασικής αντίληψης του κράτους δικαίου. Δεν είναι ο νόμος που δεσμεύει την εξουσία, αλλά η εξουσία που ορίζει τον νόμο μέσω ιδεολογίας.
Ο Γενικός Εισαγγελέας Γινγκ Γιονγκ, στην κεντρική του ομιλία, ξεκαθάρισε χωρίς περιστροφές τη φύση του εισαγγελικού ρόλου: «Τα εισαγγελικά όργανα είναι πρωτίστως πολιτικά όργανα». Η πολιτική πίστη αναγορεύεται σε «πρωταρχική απαίτηση», ενώ η δικαστική ανεξαρτησία απουσιάζει πλήρως από το λεξιλόγιο της ηγεσίας.
Οι επιτυχίες του εισαγγελικού έργου αποδόθηκαν όχι σε επαγγελματική επάρκεια ή θεσμική αυτονομία, αλλά στην «επιστημονική καθοδήγηση» της Σκέψης του Σι. Με άλλα λόγια, η ιδεολογία παρουσιάζεται ως υποκατάστατο της νομικής κρίσης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο εισαγγελέας δεν καλείται να αξιολογήσει στοιχεία ή να ερμηνεύσει νόμους, αλλά να ευθυγραμμιστεί πολιτικά.
Η ρητή απόρριψη θεμελιωδών νομικών αρχών
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ρητή καταδίκη εννοιών όπως ο «συνταγματικός πολιτισμός», η «διάκριση των εξουσιών» και η «δικαστική ανεξαρτησία». Αυτές χαρακτηρίστηκαν «δυτικές» και «λανθασμένες απόψεις», που δεν έχουν θέση στην Κίνα.
Η απόρριψη δεν είναι απλώς θεωρητική. Αποτελεί επίσημη δήλωση ότι οι μηχανισμοί ελέγχου και ισορροπίας θεωρούνται απειλή για την πολιτική σταθερότητα του καθεστώτος. Ο νόμος, αντί να λειτουργεί ως φραγμός στην αυθαιρεσία, μετατρέπεται σε μέσο επιβολής της κομματικής γραμμής.
Κεντρικός άξονας των οδηγιών προς τους εισαγγελείς ήταν η «πολιτική ασφάλεια». Η έννοια αυτή, σκόπιμα ασαφής, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών που μπορούν να χαρακτηριστούν απειλητικές για το κράτος, από την κατασκοπεία μέχρι την έκφραση «λανθασμένων» απόψεων στο διαδίκτυο.
Η εντολή για «αυστηρή καταστολή» εγκλημάτων κατά της εθνικής ασφάλειας, σε συνδυασμό με την υποχρέωση προστασίας της κρατικής εξουσίας, του συστήματος και της ιδεολογίας, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου τα ατομικά δικαιώματα είναι εξ ορισμού δευτερεύοντα.
Ακόμη και τομείς που παραδοσιακά θεωρούνται ουδέτεροι, όπως τα οικονομικά εγκλήματα, το κυβερνοέγκλημα ή η προστασία ανηλίκων, εντάχθηκαν στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: κάθε νομική πράξη έχει πολιτική διάσταση και κάθε πολιτική προτεραιότητα μεταφράζεται σε νομική υποχρέωση.
Αυτός ο «οργανικός» συνδυασμός κομματικών πολιτικών και εθνικών νόμων καταργεί στην πράξη τη διάκριση μεταξύ πολιτικής εντολής και νομικής κρίσης. Ο νόμος ακολουθεί το Κόμμα, όχι το αντίστροφο.
Ένα κράτος δικαίου χωρίς δικαιοσύνη
Η Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων του 2026 δεν ήταν απλώς μια γραφειοκρατική διαδικασία. Ήταν μια δημόσια επιβεβαίωση ότι το κινεζικό νομικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός ιδεολογικής συμμόρφωσης. Οι εισαγγελείς καλούνται να υπερασπιστούν όχι τη δικαιοσύνη, αλλά την κομματική ορθοδοξία. Όχι τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά την «ιδεολογική ασφάλεια» του κράτους.
Η συνάντηση ολοκληρώθηκε με την υπενθύμιση ότι οι εισαγγελείς πρέπει να «μελετήσουν, να σκεφτούν και να εφαρμόσουν τη Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για το κράτος δικαίου». Τελικά, η Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων ήταν μια από τις συνηθισμένες κινεζικές πολιτικές λειτουργίες. Από τους συμμετέχοντες δεν ζητήθηκε να υπερασπιστούν τη δικαιοσύνη, αλλά να υπερασπιστούν το κόμμα. Δεν τους ζητήθηκε να ερμηνεύσουν τον νόμο, αλλά να ερμηνεύσουν τη Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ. Και δεν τους ζητήθηκε να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά να προστατεύσουν την ιδεολογική ασφάλεια του κράτους.
Στο πλαίσιο αυτό, «το κράτος δικαίου με κινέζικα χαρακτηριστικά» μοιάζει περισσότερο με κράτος πίστης. Αν η δικαιοσύνη, όπως λέγεται, είναι τυφλή (δηλαδή ανεπηρέαστη), οι Κινέζοι εισαγγελείς έχουν λάβει σαφείς οδηγίες να αφαιρέσουν το μαντήλι, να κοιτάξουν προς το κέντρο της εξουσίας και να πράξουν αναλόγως.
Για το Πεκίνο, ο νόμος δεν είναι ασπίδα που προστατεύει τον πολίτη από την αυθαιρεσία. Είναι εργαλείο που διασφαλίζει ότι η αυθαιρεσία παραμένει απρόσκοπτη. Και αυτή η πραγματικότητα, όσο κι αν καλύπτεται με ρητορική περί «σοσιαλιστικού κράτος δικαίου», αποτελεί μια από τις πιο ανησυχητικές εξελίξεις για το μέλλον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα.
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








