Ο Τζίμμυ Λάι, πρώην μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης στο Χονγκ Κονγκ και έντονος επικριτής του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας, καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης σε μια εμβληματική υπόθεση εθνικής ασφάλειας, η οποία έχει προσελκύσει διεθνή προσοχή, καθώς οι ελευθερίες στην πόλη συνεχίζουν να υποχωρούν.
Ο 78χρονος Λάι, ιδρυτής της πλέον ανενεργής φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, κρίθηκε ένοχος τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους για δύο κατηγορίες «συνωμοσίας με σκοπό τη σύμπραξη με ξένες δυνάμεις» βάσει του νόμου περί εθνικής ασφάλειας που επιβλήθηκε από το Πεκίνο, καθώς και για μία κατηγορία «στάσης» βάσει νόμου περί στάσης της αποικιακής περιόδου.
Πριν από την επιβολή της ποινής, είχε ήδη περάσει περισσότερες από 1.800 ημέρες σε καθεστώς κράτησης. Σύμφωνα με τον γιο του και τον δικηγόρο του, η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, με προβλήματα που περιλαμβάνουν διαβήτη και καρδιακές αρρυθμίες.
Η καταδίκη του Λάι προκάλεσε άμεσα την καταδίκη οργανώσεων υπεράσπισης των δικαιωμάτων.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων, Τζόντι Γκίνσμπεργκ (Jodie Ginsberg), ανέφερε σε δήλωσή της ότι το κράτος δικαίου στο Χονγκ Κονγκ έχει καταρρεύσει πλήρως.
Στην ίδια δήλωση σημείωσε ότι η απόφαση αυτή συνιστά την τελική πράξη για την ελευθερία του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ και τόνισε πως η διεθνής κοινότητα οφείλει να εντείνει την πίεσή της για την απελευθέρωση του Τζίμμυ Λάι, εάν επιθυμεί να διασφαλιστεί ο σεβασμός της ελευθερίας του Τύπου οπουδήποτε στον κόσμο.
Η υπόθεση του Λάι αναδείχθηκε επίσης σε έκθεση της Διακομματικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα, η οποία δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Στην έκθεση αναφέρεται ότι ο Λάι είχε τεθεί σε απομόνωση, περνώντας περισσότερες από 23 ώρες την ημέρα στο κελί του και στερούμενος ανεξάρτητης ιατρικής φροντίδας, σύμφωνα με όσα επικαλέστηκε η νομική του ομάδα.
Η έκθεση καλεί την Ουάσιγκτον να επιβάλει κυρώσεις σε κυβερνητικούς αξιωματούχους του Χονγκ Κονγκ, εισαγγελείς, δικαστές, την αστυνομία και ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που φέρονται να εμπλέκονται στη «συστηματική διάβρωση της αυτονομίας και των θεμελιωδών ελευθεριών του Χονγκ Κονγκ», όπως αυτές περιγράφονται σε δύο νόμους των ΗΠΑ: τον Hong Kong Human Rights and Democracy Act (Νόμο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ) και τον Hong Kong Autonomy Act (Νόμο για την Αυτονομία του Χονγκ Κονγκ).
Η επιτροπή καλεί επίσης το Κογκρέσο να εγκρίνει τον Hong Kong Judicial Sanctions Act (Νόμο για Δικαστικές Κυρώσεις στο Χονγκ Κονγκ), ο οποίος, σύμφωνα με την έκθεση, θα επιβάλλει αυστηρότερες κυρώσεις σε αξιωματούχους που ευθύνονται για την υπονόμευση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης διαδικασίας.
Με τη συμβολή του Reuters








