Κάθε χρόνο, στις 26 Ιουνίου, η διεθνής κοινότητα στρέφει την προσοχή της στα θύματα βασανιστηρίων — ανθρώπους που υπέστησαν μία από τις πιο ακραίες μορφές βίας που μπορεί να ασκήσει άνθρωπος ή κρατικός μηχανισμός πάνω σε άλλον άνθρωπο. Η Διεθνής Ημέρα Υποστήριξης των Θυμάτων Βασανιστηρίων δεν είναι απλώς μία ημέρα μνήμης. Είναι υπενθύμιση ότι υπάρχουν όρια τα οποία κανένα κράτος, καμία εξουσία και καμία κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» δεν δικαιούται να υπερβεί.
Η ημέρα καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 12 Δεκεμβρίου 1997, με σκοπό την πλήρη εξάλειψη των βασανιστηρίων και την αποτελεσματική εφαρμογή της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Η επιλογή της 26ης Ιουνίου συνδέεται με την έναρξη ισχύος της Σύμβασης, στις 26 Ιουνίου 1987, ενός από τα σημαντικότερα διεθνή νομικά κείμενα για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Στον πυρήνα της Σύμβασης βρίσκεται μια αρχή που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: τα βασανιστήρια δεν δικαιολογούνται ποτέ. Ούτε σε πόλεμο, ούτε υπό απειλή πολέμου, ούτε σε συνθήκες τρομοκρατίας, εσωτερικής πολιτικής αστάθειας ή οποιασδήποτε άλλης δημόσιας έκτακτης ανάγκης. Η εντολή ανωτέρου ή δημόσιας αρχής επίσης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία. Με άλλα λόγια, το διεθνές δίκαιο δεν αντιμετωπίζει την απαγόρευση των βασανιστηρίων ως έναν κανόνα που ισχύει μόνο σε περιόδους ομαλότητας. Τη θεωρεί θεμελιώδες όριο του πολιτισμένου κόσμου.
Η σημασία αυτής της αρχής γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν εξετάσει κανείς πού και πώς εμφανίζονται τα βασανιστήρια. Δεν περιορίζονται σε εμπόλεμες ζώνες ή σε ολοκληρωτικά καθεστώτα του παρελθόντος. Μπορούν να εμφανιστούν σε χώρους κράτησης, ανακριτικά κέντρα, φυλακές, στρατόπεδα, μυστικές εγκαταστάσεις, ψυχιατρικά ιδρύματα ή χώρους όπου ένας άνθρωπος βρίσκεται απομονωμένος από την κοινωνία και εξαρτημένος πλήρως από εκείνους που τον κρατούν. Εκεί όπου δεν υπάρχει διαφάνεια, πρόσβαση σε δικηγόρο, ιατρική εξέταση, οικογενειακή επικοινωνία ή ανεξάρτητος έλεγχος, αυξάνεται ο κίνδυνος κακομεταχείρισης.
Τα βασανιστήρια δεν στοχεύουν μόνο στο σώμα. Στοχεύουν στη βούληση, στη συνείδηση και στην ταυτότητα του ανθρώπου. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την απόσπαση ομολογίας, για εκφοβισμό, για τιμωρία, για εξαναγκασμό σε αποκήρυξη θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων, ή για την τρομοκράτηση ολόκληρων κοινοτήτων. Γι’ αυτό και η 26η Ιουνίου δεν αφορά μόνο τα θύματα του παρελθόντος. Αφορά όσους εξακολουθούν να κρατούνται, να απειλούνται ή να σιωπούν από φόβο.
Η Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων υποχρεώνει τα κράτη να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης, να διερευνούν καταγγελίες, να διώκουν τους υπευθύνους και να διασφαλίζουν αποκατάσταση για τα θύματα. Η αποκατάσταση δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Περιλαμβάνει δικαιοσύνη, ιατρική και ψυχολογική στήριξη, κοινωνική επανένταξη και αναγνώριση της αλήθειας. Για πολλούς επιζώντες, η σιωπή γύρω από όσα υπέστησαν αποτελεί δεύτερο τραύμα. Η δημόσια αναγνώριση της αδικίας είναι συχνά το πρώτο βήμα για να ξαναβρεί ο άνθρωπος την αξιοπρέπειά του.
Η Κίνα αποτελεί μία από τις χώρες που καταγγέλλεται επανειλημμένα για βασανιστήρια και κακομεταχείριση σε διεθνείς οργανώσεις και μηχανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η χώρα έχει υπογράψει και κυρώσει τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, γεγονός που καθιστά τις δεσμεύσεις της απέναντι στη διεθνή κοινότητα σαφείς. Ωστόσο, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίζουν να καταγράφουν σοβαρές ανησυχίες για αυθαίρετες κρατήσεις, περιορισμούς θρησκευτικής ελευθερίας, μυστική ή παρατεταμένη κράτηση και χρήση καταναγκαστικών μεθόδων σε βάρος κρατουμένων.
Ιδιαίτερη θέση σε αυτές τις καταγγελίες κατέχει η υπόθεση των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ, μιας πνευματικής άσκησης που συνδυάζει διαλογιστικές ασκήσεις με ηθικές διδασκαλίες και συνδέεται με τις αρχές «Αλήθεια, Καλοσύνη, Ανεκτικότητα». Το Φάλουν Γκονγκ γνώρισε μεγάλη διάδοση στην Κίνα τη δεκαετία του 1990, πριν τεθεί υπό διωγμό από τις κινεζικές αρχές το 1999. Έκτοτε, διεθνείς οργανώσεις και ανεξάρτητοι παρατηρητές έχουν αναφερθεί σε εκτεταμένη επιτήρηση, συλλήψεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια σε βάρος ασκουμένων που αρνούνται να αποκηρύξουν την πίστη τους.
Η Freedom House, σε έκθεσή της για τη θρησκευτική ελευθερία στην Κίνα, ανέφερε ότι οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ υπόκεινται σε εκτεταμένη παρακολούθηση, αυθαίρετη κράτηση, φυλάκιση και βασανιστήρια, ενώ κατέγραψε εκατοντάδες περιπτώσεις καταδίκης και ποινές φυλάκισης κατά την περίοδο 2013-2016. Η Διεθνής Αμνηστία έχει επίσης καταγράψει από τα πρώτα χρόνια της καταστολής ανησυχίες για βασανιστήρια ή άλλη κακομεταχείριση κρατούμενων ασκούμενων, ενώ σε νεότερες ετήσιες αναφορές σημειώνει ότι οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν φυλακίσεις στην Κίνα.
Το θέμα έχει απασχολήσει και ειδικούς μηχανισμούς του ΟΗΕ. Το 2021, ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ εξέφρασαν έντονη ανησυχία για αναφορές περί εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων από κρατούμενους που ανήκουν σε μειονότητες ή θρησκευτικές ομάδες, μεταξύ αυτών ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, Ουιγούρους, Θιβετιανούς, μουσουλμάνους και χριστιανούς. Οι αναφορές αυτές είναι εξαιρετικά σοβαρές, διότι, εφόσον επιβεβαιώνονται, συνδυάζουν την αυθαίρετη κράτηση, την απάνθρωπη μεταχείριση και την πλήρη άρνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η αναφορά στο Φάλουν Γκονγκ στο πλαίσιο της 26ης Ιουνίου δεν είναι απλώς μια καταγγελία για μια συγκεκριμένη ομάδα. Είναι υπενθύμιση ότι τα βασανιστήρια συχνά στρέφονται εναντίον εκείνων που το κράτος θέλει να «σβήσει» από τον δημόσιο χώρο: θρησκευτικές κοινότητες, εθνοτικές μειονότητες, πολιτικούς αντιφρονούντες, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφους, δικηγόρους ή πολίτες που αρνούνται να υποταχθούν σε μια επιβεβλημένη ιδεολογία. Η βία δεν περιορίζεται τότε στο άτομο. Στέλνει μήνυμα φόβου σε ολόκληρη την κοινωνία.
Γι’ αυτό η απαγόρευση των βασανιστηρίων αποτελεί κριτήριο για το αν ένα κράτος σέβεται πραγματικά τον άνθρωπο. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει νόμους, δικαστήρια και θεσμούς, αλλά το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν ένας πολίτης βρίσκεται ανυπεράσπιστος μπροστά στην εξουσία. Εκεί δοκιμάζεται η ουσία του κράτους δικαίου. Εκεί φαίνεται αν η δικαιοσύνη είναι πράγματι ανεξάρτητη ή αν λειτουργεί ως μηχανισμός επιβολής.
Η 26η Ιουνίου καλεί επίσης τις δημοκρατικές κοινωνίες να μην αντιμετωπίζουν τα βασανιστήρια ως μακρινό πρόβλημα. Η ανοχή στην αυθαιρεσία ξεκινά συχνά από τη γλώσσα: όταν ο άνθρωπος αποκαλείται «εχθρός», «απειλή», «παράσιτο» ή «υπάνθρωπος», η βία εναντίον του γίνεται πιο εύκολη στα μάτια της κοινής γνώμης. Η ιστορία έχει δείξει ότι πριν από τη σωματική εξόντωση προηγείται σχεδόν πάντα η ηθική αποανθρωποποίηση.
Η υποστήριξη των θυμάτων βασανιστηρίων δεν εξαντλείται στην καταδίκη των δραστών. Απαιτεί προστασία μαρτύρων, πρόσβαση σε ανεξάρτητους μηχανισμούς καταγγελίας, ελευθερία του Τύπου, προστασία των δικηγόρων και των γιατρών που τεκμηριώνουν κακομεταχείριση, καθώς και διεθνή πίεση όταν τα κράτη αρνούνται να διερευνήσουν αξιόπιστες καταγγελίες. Η ατιμωρησία είναι το οξυγόνο των βασανιστηρίων. Όταν οι υπεύθυνοι δεν λογοδοτούν, το μήνυμα προς τους επόμενους δράστες είναι ότι μπορούν να συνεχίσουν.
Στον σημερινό κόσμο, όπου οι πόλεμοι, η τρομοκρατία, οι μεταναστευτικές κρίσεις και η πολιτική πόλωση συχνά χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν «σκληρά μέτρα», η 26η Ιουνίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι προνόμιο των ισχυρών, των ελεύθερων ή των αρεστών. Ανήκει και στον κρατούμενο, στον αιχμάλωτο, στον αντιφρονούντα, στον πρόσφυγα, στον πιστό μιας διωκόμενης θρησκευτικής κοινότητας, στον άνθρωπο που δεν έχει φωνή.
Τα βασανιστήρια είναι έγκλημα που τραυματίζει το θύμα, διαφθείρει τον θύτη και δηλητηριάζει ολόκληρη την κοινωνία που το ανέχεται. Η Διεθνής Ημέρα Υποστήριξης των Θυμάτων Βασανιστηρίων είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από μια ημερομηνία στο ημερολόγιο του ΟΗΕ. Είναι ετήσια υπενθύμιση ότι η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορούν να τίθενται σε αναστολή.
Στις 26 Ιουνίου, η διεθνής κοινότητα καλείται να σταθεί δίπλα στα θύματα — όχι μόνο με λόγια συμπαράστασης, αλλά με απαίτηση για λογοδοσία. Διότι ένα έγκλημα που το διεθνές δίκαιο δεν δικαιολογεί ποτέ δεν πρέπει να μένει ποτέ ατιμώρητο.








