Τετάρτη, 01 Ιούλ, 2026
Θιβετιανοί μοναχοί που ζουν εξόριστοι στην Ινδία κρατούν θιβετιανές σημαίες κατά τη διάρκεια πορείας ειρήνης για την 65η επέτειο της Εξέγερσης του Θιβέτ κατά της κινεζικής κατοχής, στο προάστιο ΜακΛέοντ Γκαντζ, κοντά στη Νταραμσάλα της Ινδίας, στις 10 Μαρτίου 2024. (Sanjay Baid/AFP μέσω Getty Images)

Νόμος της Κίνας για την εθνική ενότητα προκαλεί διεθνείς ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Η νομοθεσία, που τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου, ενισχύει τον έλεγχο του Πεκίνου στις εθνοτικές μειονότητες, τη θρησκεία και τη γλώσσα, ενώ επικριτές της προειδοποιούν ότι διευρύνει τη δυνατότητα της Κίνας να διώκει επικριτές της ακόμη και εκτός των συνόρων της

Ανάλυση ειδήσεων

Η νέα κινεζική νομοθεσία για την «εθνική ενότητα», η οποία τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου, προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην Ταϊβάν και διεθνώς, καθώς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακαδημαϊκοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και αναλυτές εκτιμούν ότι παρέχει στο Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) ένα ακόμη νομικό εργαλείο για την ενίσχυση των πολιτικών εξαναγκαστικής αφομοίωσης στο εσωτερικό της χώρας και την επέκταση της καταστολής πέρα από τα κινεζικά σύνορα.

Ο Νόμος για την Προώθηση της Εθνικής Ενότητας και της Προόδου εγκρίθηκε τον Μάρτιο από το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο της Κίνας και αποτελείται από 65 άρθρα. Επισήμως, παρέχει τη νομική βάση για την προώθηση μιας, όπως την ορίζει το Πεκίνο, «κοινής» εθνικής ταυτότητας μεταξύ των διαφορετικών εθνοτικών ομάδων της χώρας. Οι επικριτές του, ωστόσο, θεωρούν ότι μετατρέπει σε δεσμευτικό νομικό πλαίσιο πολιτικές που εφαρμόζονταν ήδη σε διοικητικό επίπεδο, διευρύνοντας τον έλεγχο του κράτους στις εθνότητες, τη θρησκεία και τη γλώσσα.

Σε συνέντευξη Τύπου στις 24 Ιουνίου, ο Τσεν Ρουιφένγκ, αναπληρωτής επικεφαλής του Τμήματος Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου και διευθυντής της Εθνικής Επιτροπής Εθνοτικών Υποθέσεων της Κίνας, παρουσίασε τη νέα νομοθεσία ως τη μετατροπή της αντίληψης του ηγέτη του ΚΚΚ, Σι Τζινπίνγκ, περί «διαμόρφωσης ισχυρής αίσθησης κοινότητας του κινεζικού έθνους» σε επίσημη κρατική πολιτική.

Για οργανώσεις προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνείς αναλυτές, πίσω από τη ρητορική περί «εθνικής ενότητας» διαμορφώνεται ένα ολοένα πιο αυστηρό πλαίσιο ελέγχου της πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής διαφορετικότητας, το οποίο αποκτά πλέον σαφή νομική βάση.

Νομική κατοχύρωση της πολιτικής αφομοίωσης

Σημαντικό μέρος της κριτικής επικεντρώνεται στις διατάξεις που αφορούν τις εθνοτικές μειονότητες. Το άρθρο 46 προβλέπει ότι οι θρησκευτικές οργανώσεις, οι θρησκευτικές σχολές και οι χώροι λατρείας οφείλουν να συμμορφώνονται με την πολιτική της «κινεζοποίησης των θρησκειών», ενώ το άρθρο 15 καθιερώνει την υποχρεωτική χρήση της κοινής κινεζικής γλώσσας, των μανδαρινικών, σε εθνικό επίπεδο, εις βάρος των γλωσσών των επιμέρους εθνοτικών ομάδων.

Ο Κινέζος δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Γου Σαοπίνγκ, ο οποίος ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες, θεωρεί ότι η «κινεζοποίηση» σημαίνει πως όλες οι θρησκείες στην Κίνα οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με τις κατευθύνσεις και την ιδεολογία του ΚΚΚ. Όπως επισημαίνει, η πολιτική αυτή εφαρμόζεται ήδη στην πράξη μέσω ενεργειών όπως η αλλοίωση του περιεχομένου της Βίβλου, αλλά και οι διώξεις και η εξαναγκαστική ιδεολογική αναμόρφωση μουσουλμάνων και ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ.

Η γλωσσική διάσταση του νόμου προκαλεί επίσης έντονες αντιδράσεις. Διεθνείς φορείς — μεταξύ αυτών οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δυτικά ερευνητικά κέντρα και ειδικοί του ΟΗΕ — θεωρούν ότι η υποχρεωτική επικράτηση των μανδαρινικών επιταχύνει την πολιτισμική και γλωσσική εξάλειψη των ιδιαίτερων ταυτοτήτων των μειονοτήτων, αντικαθιστώντας τις περιφερειακές ταυτότητες με μια ενιαία εθνική ταυτότητα.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Κεντρική Θιβετιανή Διοίκηση, με έδρα την Ινδία, η οποία υποστηρίζει ότι το Πεκίνο νομιμοποιεί την εξαναγκαστική αφομοίωση των Θιβετιανών και άλλων εθνοτικών μειονοτήτων.

Θιβετανός εκπαιδευτικός διδάσκει στο Δεύτερο Ανώτερο Λύκειο, κατά τη διάρκεια οργανωμένης επίσκεψης από τις κινεζικές αρχές στη Σανάν, στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ, στις 18 Ιουνίου 2023. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Οι πρακτικές αυτές δεν είναι καινούργιες. Τα τελευταία χρόνια το κινεζικό καθεστώς έχει επιβάλει την υποχρεωτική χρήση των μανδαρινικών και έχει απαγορεύσει τη διδασκαλία των γλωσσών των εθνοτικών ομάδων στα σχολεία του Θιβέτ, της Σιντζιάνγκ και της Εσωτερικής Μογγολίας, προκαλώντας αντιδράσεις από μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς. Με τη νέα νομοθεσία, οι πρακτικές αυτές αποκτούν πλέον και σαφή νομική κατοχύρωση.

Η συνολική εικόνα, σύμφωνα με αναλυτές, παραπέμπει σε περαιτέρω σκλήρυνση της πολιτικής του Πεκίνου απέναντι στις εθνότητες. Ο αναλυτής για θέματα Κίνας Γουάνγκ Χε εκτιμά ότι το ΚΚΚ επιδιώκει μια ακόμη πιο εντατική πολιτική αφομοίωσης, προβάλλοντας την υπερισχύουσα έννοια του «κινεζικού έθνους» και παρουσιάζοντας όλους τους πολίτες ως μέλη μιας ενιαίας συλλογικής κοινότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εκμάθηση και χρήση της κοινής κινεζικής γλώσσας καθίσταται ουσιαστικά υποχρεωτική.

Ο ίδιος συνδέει τη σημερινή πολιτική με μια μακρόχρονη πορεία ενίσχυσης του ελέγχου του κράτους. Από την επικράτηση του ΚΚΚ στην ηπειρωτική Κίνα το 1949 και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1990, η επιβολή του σοβινισμού των Χαν στη Σιντζιάνγκ, το Θιβέτ και την Εσωτερική Μογγολία έχει οδηγήσει, όπως υποστηρίζει, σε σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων των εθνοτικών μειονοτήτων. Μετά την άνοδο του Σι Τζινπίνγκ στην εξουσία, η πολιτική αυτή έγινε ακόμη πιο αυστηρή, καθώς το πολιτικό σκηνικό μετατοπίστηκε αισθητά προς μια σκληρότερη ιδεολογική κατεύθυνση.

Τόσο ο Γουάνγκ Χε όσο και ο Γου Σαοπίνγκ εκτιμούν ότι ο νέος νόμος αποτελεί το επόμενο βήμα αυτής της πολιτικής. Ο πρώτος βλέπει μια συστηματική προσπάθεια εξάλειψης των γλωσσών και των πολιτιστικών παραδόσεων των μειονοτήτων μέσω του θεσμικού πλαισίου και του κρατικού μηχανισμού, ενώ ο δεύτερος θεωρεί ότι η διαχείριση των εθνοτικών ζητημάτων αναβαθμίζεται πλέον από διοικητική πρακτική σε νομικά κατοχυρωμένο καθεστώς, το οποίο περιλαμβάνει και περιορισμούς στη θρησκευτική ελευθερία.

Ο Γου συνδέει ακόμη τη χρονική συγκυρία με τις ευρύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει το κινεζικό καθεστώς. Η επιβράδυνση της οικονομίας, η επιδείνωση της κατάστασης σε πολλούς τομείς και οι μεταβολές στο διεθνές περιβάλλον δημιουργούν ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες για το ΚΚΚ, το οποίο ανησυχεί ολοένα περισσότερο για τη σταθερότητα του ίδιου του καθεστώτος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει και τη σειρά νόμων που προωθήθηκαν τον τελευταίο χρόνο στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, με ιδιαίτερη πλέον έμφαση και στο ζήτημα των εθνοτήτων.

Η Ταϊβάν βλέπει τον νόμο ως εργαλείο γνωστικού πολέμου

Οι ανησυχίες για τον νέο νόμο είναι ιδιαίτερα έντονες στην Ταϊβάν, όπου πολιτικοί αναλυτές και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θεωρούν ότι ορισμένες διατάξεις του δεν περιορίζονται στον έλεγχο των εθνοτικών ομάδων στο εσωτερικό της Κίνας, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική του Πεκίνου για τη διαμόρφωση πολιτικών ταυτοτήτων και την άσκηση επιρροής πέρα από τα σύνορά του.

Στις 30 Ιουνίου, αρκετές οργανώσεις, με επικεφαλής την Taiwan Society North, παρουσίασαν στο κοινοβούλιο της Ταϊβάν τις νομικές και πολιτικές προεκτάσεις της νέας νομοθεσίας. Κοινή τους θέση ήταν ότι ο νόμος αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής προώθησης της πολιτικής ατζέντας του Πεκίνου τόσο στην Ταϊβάν όσο και διεθνώς.

Στο επίκεντρο του προβληματισμού βρίσκεται το άρθρο 21, το οποίο αναθέτει στο ΚΚΚ την υποχρέωση να ενισχύσει «το αίσθημα του ανήκειν, της ταύτισης και της υπερηφάνειας των συμπατριωτών της Ταϊβάν απέναντι στο κινεζικό έθνος», καθώς και να καλλιεργήσει την αντίληψη ότι και οι δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν αποτελούν μέρος του ίδιου «κινεζικού λαού».

Ο πρόεδρος της Taiwan Society North, Λο Τσουν-σουάν, μιλά σε συνέντευξη Τύπου στην Ταϊπέι της Ταϊβάν, στις 30 Ιουνίου 2026. (Sung Pi-lung/The Epoch Times)

 

Ο πρόεδρος της Taiwan Society North, Λο Τσουν-σουάν, διερωτάται γιατί μια τέτοια επιδίωξη μπορεί να επιβάλλεται μέσω νόμου, θεωρώντας ότι πρόκειται ουσιαστικά για προσπάθεια ιδεολογικής χειραγώγησης και μορφή γνωστικού πολέμου. Στην ίδια λογική εντάσσει και το άρθρο 41, το οποίο, όπως επισημαίνει, ενσωματώνει πλέον τις δραστηριότητες του λεγόμενου «ενιαίου μετώπου» σε σαφές νομικό πλαίσιο.

Το κινεζικό καθεστώς κατηγορείται εδώ και χρόνια ότι αξιοποιεί τις επιχειρήσεις του «ενιαίου μετώπου» για να διεισδύσει στην κοινωνία της Ταϊβάν, να αποδυναμώσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της, να επηρεάσει την κοινή γνώμη και τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων και να ενισχύσει πολιτικούς και πολιτικές που ευνοούν τις θέσεις του Πεκίνου. Για τον Λο, ο συνδυασμός των άρθρων 21, 41 και 63 δείχνει ότι ο νέος νόμος υπερβαίνει τα όρια που, κατά κανόνα, θα έπρεπε να διέπουν την εσωτερική νομοθεσία ενός κράτους.

Η συζήτηση στην Ταϊβάν συνδέεται άμεσα και με τον Νόμο κατά της Απόσχισης, τον οποίο το ΚΚΚ θέσπισε το 2005 και τροποποίησε το 2024, προβλέποντας ακόμη και τη θανατική ποινή για όσους χαρακτηρίζονται «αμετανόητοι» υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν.

Ο δικηγόρος Τάι Τσιά-σου, συντονιστής νομικών και οικονομικών υποθέσεων της Taiwan Society North, θεωρεί ότι η νέα νομοθεσία αποτελεί περαιτέρω κλιμάκωση της στρατηγικής του Πεκίνου να χρησιμοποιεί το δίκαιο ως πολιτικό εργαλείο απέναντι στην Ταϊβάν. Όπως εξηγεί, στο πλαίσιο του Νόμου κατά της Απόσχισης αρκούσε κάποιος να μη στηρίζει την ανεξαρτησία της Ταϊβάν, ενώ πλέον δεν αρκεί ούτε η ουδετερότητα· απαιτείται ενεργή προώθηση της ενοποίησης για να θεωρείται ότι κάποιος συμμορφώνεται με το πνεύμα του νόμου. Ακόμη και η σιωπή, προσθέτει, μπορεί να ερμηνευθεί ως έλλειψη συμμόρφωσης, επιτρέποντας στις κινεζικές αρχές να χαρακτηρίσουν κάποιον αντίθετο προς τις αξίες της «εθνικής κοινότητας», ασύμβατο με το πνεύμα του ΚΚΚ και, τελικά, μη άξιο να θεωρείται Κινέζος.

Η κυβέρνηση της Ταϊβάν έχει επίσης επικρίνει επανειλημμένα τη νέα νομοθεσία. Τον Μάρτιο, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της χώρας, Τζόζεφ Γου, κατηγόρησε, μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Χ, το Πεκίνο ότι επιχειρεί να εφαρμόσει τον νόμο και στην Ταϊβάν, υπογραμμίζοντας ότι το νησί δεν έχει καμία πρόθεση να κυβερνηθεί από το «κακοποιό» ΚΚΚ. Παράλληλα, διερωτήθηκε ποιο καθεστώς επιδιώκει να επιβάλει την εθνική ενότητα μέσω ενός νόμου που τιμωρεί τη διαφωνία, εκτιμώντας ότι η Κίνα έχει οδηγήσει τη χρήση του δικαίου ως πολιτικού εργαλείου σε «μεσαιωνικό επίπεδο».

Το Πεκίνο εξακολουθεί να θεωρεί τη δημοκρατικά κυβερνώμενη Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς του και δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης βίας για την «επανένωση» του νησιού με την ηπειρωτική Κίνα. Στο πλαίσιο αυτό χαρακτηρίζει συχνά ως «αποσχιστές» Ταϊβανούς πολιτικούς και πολίτες που υπερασπίζονται δημόσια την κυριαρχία της χώρας τους, μεταξύ των οποίων και τον πρόεδρο Λάι Τσινγκ-τε.

Ανησυχίες για διεθνική δίωξη επικριτών

Στο επίκεντρο των διεθνών ανησυχιών βρίσκεται το άρθρο 63 της νέας νομοθεσίας, το οποίο προβλέπει ότι οργανισμοί και ιδιώτες εκτός Κίνας μπορούν να λογοδοτήσουν ενώπιον του κινεζικού καθεστώτος εάν «υπονομεύουν την εθνική ενότητα και πρόοδο» ή «υποκινούν τον εθνοτικό αποσχισμό».

Η αόριστη διατύπωση της διάταξης προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς δεν ορίζεται με σαφήνεια τι συνιστά «υπονόμευση της εθνικής ενότητας και προόδου». Σύμφωνα με τον ειδικό σε θέματα εθνικής ασφάλειας Τσεν Γουεντσιά, η ασάφεια αυτή αφήνει στις κινεζικές αρχές ιδιαίτερα ευρύ περιθώριο ερμηνείας.

Οι φόβοι δεν περιορίζονται στη νομική ασάφεια, αλλά επεκτείνονται και στην πιθανή διεθνική εφαρμογή του νόμου. Ο Γουάνγκ Γκουοτσέν, μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής της Taiwan Society North και αναπληρωτής ερευνητής στο Chung-Hua Institution for Economic Research, προειδοποιεί ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να επικαλεστεί τη διάταξη για να αξιώσει δικαιοδοσία επί ανθρώπων κινεζικής καταγωγής σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη και με μόνο κριτήριο την καταγωγή των προγόνων τους. Στην ίδια κατεύθυνση, ο δικηγόρος Σανγκ Που, διευθυντής της Taiwan Hong Kong Association, θεωρεί ότι οποιοσδήποτε ασκεί κριτική στο ΚΚΚ ή αντιτίθεται στην ενοποίηση της Ταϊβάν ενώ βρίσκεται στο εξωτερικό θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με δίωξη βάσει της νέας νομοθεσίας.

Ο Γου Σαοπίνγκ χαρακτηρίζει το άρθρο 63 σαφή και απροκάλυπτη απειλή προς τη διεθνή κοινότητα. Όπως υποστηρίζει, η διάταξη δεν αφορά μόνο τους Κινέζους του εξωτερικού, αλλά δυνητικά οποιονδήποτε, εφόσον οι δηλώσεις ή οι ενέργειές του κριθούν ασύμβατες με τον νόμο. Το Πεκίνο επιχειρεί να ασκήσει εξωεδαφική δικαιοδοσία και να εφαρμόσει διακρατική καταστολή υπό τον μανδύα της νομιμότητας.

Ο ίδιος επισημαίνει ακόμη ότι το άρθρο 31 προβλέπει τη χρήση του διαδικτύου, των τεχνολογιών ανάλυσης δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης για την προώθηση της έννοιας της «μεγάλης ενότητας του κινεζικού έθνους», ενώ ενθαρρύνει τους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών να δημιουργούν και να διαδίδουν σχετικό περιεχόμενο. Η διάταξη αυτή προοιωνίζεται περαιτέρω ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στο διαδίκτυο και πρόσθετους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης.

Μέλη των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ, των Θιβετιανών και των Ουιγούρων διαδηλώνουν κατά την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της Κίνας, Γουάνγκ Γι, στην Καμπέρα της Αυστραλίας, στις 20 Μαρτίου 2024. (Rebecca Zhu/The Epoch Times)

 

Η νέα νομοθεσία έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις και εκτός Ασίας. Πρόσφατα, διακομματική ομάδα γερουσιαστών των Ηνωμένων Πολιτειών κατέθεσε ψήφισμα που καταδικάζει τον νόμο, υποστηρίζοντας ότι θεσμοθετεί και διευρύνει πολιτικές εξαναγκαστικής αφομοίωσης και πολιτισμικής εξάλειψης εις βάρος Θιβετιανών, Ουιγούρων, Μογγόλων, χριστιανών και άλλων ομάδων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη υιοθετήσει μέτρα για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ, μεταξύ άλλων μέσω του Νόμου για την Πολιτική Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ουιγούρων. Ο Γουάνγκ Γκουοτσέν θεωρεί πιθανό η εφαρμογή του νέου νόμου να προσθέσει ακόμη ένα σημείο τριβής στις ήδη επιβαρυμένες σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας.

Των Frank Fang και Alex Wu

Με τη συμβολή των Luo Ya και Tang Bing και πληροφορίες από το Reuters

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε