Ανάλυση ειδήσεων
Για τέσσερις δεκαετίες, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) προσέφερε στους πολίτες μια άτυπη συμφωνία· αφήστε την εξουσία στα χέρια μας, χωρίς ερωτήσεις, και θα γίνετε πλουσιότεροι απ’ όσο μπορούσαν να φανταστούν οι γονείς σας. Το βιοτικό επίπεδο πράγματι ανέβηκε — όχι επειδή απέδωσε ο κεντρικός σχεδιασμός, αλλά επειδή το Κόμμα χαλάρωσε τον έλεγχό του στην οικονομία.
Το άνοιγμα της χώρας στον έξω κόσμο και η πρόσβαση σε δυτικά κεφάλαια, τεχνολογία και αγορές αύξησαν τον πλούτο των Κινέζων, ενώ το ΚΚΚ οικειοποιήθηκε τα εύσημα. Την ίδια ώρα, συνέχισε να φυλακίζει επικριτές, να καταστέλλει κάθε διαφωνία και να διώκει ολόκληρες κοινότητες πολιτών που δεν επιδίωκαν καμία πολιτική σύγκρουση. Για τη συμμορφούμενη πλειονότητα, όμως, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου αγόραζε συναίνεση.
Σήμερα αυτή η βάση εξαντλείται. Η ανάπτυξη υποχωρεί, οι τιμές πέφτουν, οι θέσεις εργασίας για τους νέους σπανίζουν και οι εύποροι Κινέζοι μεταφέρουν αθόρυβα τις αποταμιεύσεις τους στο εξωτερικό. Μπροστά σε αυτή την αλλαγή, ο Σι Τζινπίνγκ αναθεωρεί την άτυπη συμφωνία, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times.
Στη θέση της ευημερίας προβάλλει την εθνική δικαίωση· η Κίνα έχει αναδειχθεί σε ισότιμη δύναμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η πολυαναμενόμενη «εθνική αναζωογόνηση», μαζί με την ενσωμάτωση της Ταϊβάν, βρίσκεται εντός εμβέλειας.

Για τη Σενγκ Σουέ, βραβευμένη Κινεζοκαναδή δημοσιογράφο και συγγραφέα που έχει συνεργαστεί με τα Radio Free Asia και Deutsche Welle, η αντικατάσταση της υπόσχεσης της ευημερίας από την υπόσχεση της εθνικής μεγαλωσύνης είναι σήμερα το σημαντικότερο πολιτικό στοίχημα της κομμουνιστικής Κίνας.
Η συμφωνία που καταρρέει
Στους κύκλους των μελετητών της Κίνας, η παλαιά αυτή συμφωνία είναι γνωστή ως «νομιμοποίηση μέσω επιδόσεων». Η νομιμοποίηση του ΚΚΚ στηριζόταν επί μακρόν στην ικανότητά του να προσφέρει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, εξήγησε η Σενγκ. Σε αντάλλαγμα, το Κόμμα έπεισε ολοένα περισσότερους πολίτες να εγκαταλείψουν τα πολιτικά δικαιώματα συμμετοχής και ελέγχου που θα όφειλαν να διεκδικούν. Με την ανάπτυξη πλέον στάσιμη — και σε ορισμένες περιπτώσεις αισθητά μειωμένη — αυτή η επίδραση εξασθενεί.
Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας, οι τιμές μειώνονται σχεδόν αδιάκοπα εδώ και περίπου τρία χρόνια. Το Bloomberg Economics χαρακτήρισε την εξέλιξη τη μεγαλύτερη περίοδο αποπληθωρισμού από τον λιμό που ακολούθησε το «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός» του Μάο Τσετούνγκ, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ο παρατεταμένος αποπληθωρισμός τείνει να αυτοτροφοδοτείται: οι επιχειρήσεις περιορίζουν μισθούς και θέσεις εργασίας, τα νοικοκυριά αναβάλλουν αγορές αναμένοντας χαμηλότερες τιμές και το βάρος των χρεών αυξάνεται.
Μεγάλο μέρος του προβλήματος προέρχεται από την αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με το Bloomberg, που επικαλείται υπολογισμούς της Barclays, η κατάρρευση της κατοικίας έχει εξαφανίσει περίπου 18 τρισ. δολάρια από τον πλούτο των νοικοκυριών, αφήνοντας τις οικογένειες φτωχότερες και πιο απρόθυμες να καταναλώσουν.
Τον Απρίλιο, η ανεργία των νέων διαμορφώθηκε στο 16,3%, ποσοστό που αφορά μόνο άτομα 16 έως 24 ετών που δεν είναι φοιτητές. Ο σκόπιμα περιοριστικός αυτός δείκτης υιοθετήθηκε από το Πεκίνο το 2023, αφού ο προηγούμενος είχε φτάσει στο ιστορικό υψηλό του 21,3% και οι αρχές διέκοψαν για έξι μήνες τη δημοσίευσή του. Την ίδια περίοδο, η οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Πεκίνου Τζανγκ Νταντάν είχε εκτιμήσει ότι το πραγματικό ποσοστό ενδέχεται να έφθανε ακόμη και το 46,5%.

Η δημογραφική πίεση επιτείνει την εικόνα. Οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 17% το 2025, στα 7,92 εκατ., στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1949, ενώ περίπου το 23% του πληθυσμού είναι πλέον άνω των 60 ετών. Ο δημογράφος Γι Φουσιάν, του Πανεπιστημίου Ουισκόνσιν-Μάντισον, παρατήρησε ότι η Κίνα κατέγραψε πέρυσι περίπου όσες γεννήσεις είχε το 1738, όταν ο συνολικός πληθυσμός της ήταν περίπου 150 εκατομμύρια.
Οι συνέπειες είναι ήδη αισθητές. Μια γυναίκα περίπου 50 ετών από το Χαρμπίν, η οποία μίλησε στην Epoch Times ανώνυμα για λόγους ασφαλείας, περιέγραψε μείωση εισοδήματος, απώλεια αξίας στην ακίνητη περιουσία της και αποδυνάμωση του αισθήματος ασφάλειας, μεταξύ άλλων λόγω της υποτίμησης του γουάν. Από το Νταλιάν, άνδρας παρόμοιας ηλικίας το διατύπωσε πιο ωμά: στις σημερινές συνθήκες στην Κίνα, ακόμη και το να μην έχει κανείς χρέη θεωρείται μεγάλο επίτευγμα.
Η κατασκευή του νέου κλίματος
Καθώς η ευημερία γίνεται δυσκολότερο να διασφαλιστεί, το Κόμμα στρέφεται όλο και περισσότερο στον εθνικισμό και στο θέαμα. Η Κίνα αξιοποιεί διαστημικά προγράμματα και αεροπλανοφόρα για να ανυψώσει το ηθικό της κοινής γνώμης, εκτιμά ο Σεν Μινγκ-Σι, ερευνητής στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Έρευνας Ασφάλειας της Ταϊβάν. Η υπερηφάνεια που επιχειρείται να καλλιεργηθεί είναι σε μεγάλο βαθμό απατηλή, καθώς επιβιώνει μόνο όσο οι πολίτες δεν έχουν γνωρίσει τον ευρύτερο κόσμο.
Η μετατόπιση είναι συνειδητή. Το Mercator Institute for China Studies, ερευνητικό κέντρο με έδρα το Βερολίνο, έχει περιγράψει επί Σι μια στρατηγική απομάκρυνση από τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ως βάση νομιμοποίησης του Κόμματος και στροφή προς τον πατριωτισμό, τον εθνικισμό και τη στρατιωτική ετοιμότητα, με έντονο αντιδυτικό υπόβαθρο. Οι βάσεις είχαν τεθεί ήδη το 1991, δύο χρόνια μετά την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων στην πλατεία Τιενανμέν, όταν η ηγεσία του Τζιανγκ Ζεμίν εγκαινίασε την «εκστρατεία πατριωτικής εκπαίδευσης».
Όπως έχει τεκμηριώσει ο μελετητής της Κίνας Τζενγκ Γουάνγκ, τα σχολικά προγράμματα αναδιαμορφώθηκαν γύρω από τον «αιώνα της ταπείνωσης» που υπέστη η Κίνα από ξένες δυνάμεις, παρουσιάζοντας το ΚΚΚ ως σωτήρα του έθνους.

Για τη Σενγκ, μεγάλο μέρος αυτού που εμφανίζεται ως πατριωτισμός δεν είναι εθνική υπερηφάνεια, αλλά φόβος. Χαρακτηρίζει τις δημόσιες εκδηλώσεις πίστης μορφή «συλλογικής αντιστάθμισης κινδύνου»: όλοι επιδεικνύουν αφοσίωση ώστε κανείς να μη ξεχωρίζει. Τα μεγάλα αισθήματα δύσκολα γεμίζουν ένα άδειο στομάχι και μπορούν να στηρίξουν τη σταθερότητα του ΚΚΚ μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Η εκστρατεία αποτυπώνεται ακόμη και στην κατανάλωση. Σύμφωνα με έρευνα των Bain & Company και Worldpanel, τα εγχώρια εμπορικά σήματα κατείχαν το 76% της κινεζικής καταναλωτικής αγοράς το 2024, από 66% το 2012, εξέλιξη που ενισχύεται από την κρατική προώθηση των εγχώριων «εθνικών πρωταθλητών».
Η Nike, άλλοτε σύμβολο κοινωνικής ανόδου στις κινεζικές μεγαλουπόλεις, κατέγραψε έξι συνεχόμενα τρίμηνα πτώσης πωλήσεων, καθώς τη θέση της καταλαμβάνουν κρατικά προβεβλημένες μάρκες του λεγόμενου «εθνικού κύματος» όπως οι Anta και Li-Ning.
Η στροφή αυτή αντανακλά εν μέρει πραγματική βελτίωση της ποιότητας των εγχώριων προϊόντων. Ωστόσο, η αγορά ξένων προϊόντων έχει αποκτήσει και πολιτική διάσταση. Τα τελευταία χρόνια, εθνικιστικά μποϊκοτάζ έχουν πλήξει εταιρείες όπως οι H&M, Nike και Dolce & Gabbana. Στη λογική που περιγράφει η Σενγκ, η ασφαλέστερη επιλογή είναι να αγοράζει κανείς εγχώρια προϊόντα και να αποφεύγει να ξεχωρίζει.

Δεν συμμερίζονται, πάντως, όλοι την ίδια απαισιοδοξία. Τριαντάχρονος αυτοαπασχολούμενος από την επαρχία Σαντόνγκ, ευθυγραμμισμένος με την κυβερνητική ρητορική, υποστήριξε στην Epoch Times ότι τα κινεζικά προϊόντα είναι πλέον ισάξια των ξένων, πως οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν κοινωνικό διχασμό, αποβιομηχάνιση και μονομερή εξωτερική πολιτική και ότι ο ίδιος αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια για το μέλλον.
Σε ένα σύστημα όπου ακόμη και οικονομολόγοι που εκφράζουν απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την Κίνα κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά και το δημόσιο βήμα τους, η ασφαλής απάντηση δεν ταυτίζεται πάντα με την ειλικρινή, προειδοποιεί η Σενγκ.
Ψηφίζοντας με τα πόδια
Η εθνική υπερηφάνεια συχνά διαψεύδεται από τις επιλογές των ίδιων των πολιτών για τα χρήματά τους και το μέλλον των παιδιών τους. Η αντίφαση αυτή συνδυάζει, σύμφωνα με τη Σενγκ, γνωστική ασυμφωνία και εκλεπτυσμένο ατομικό συμφέρον: άνθρωποι που δημοσίως στηρίζουν την «αντίσταση στη δυτική ηγεμονία», ενώ ιδιωτικά αντιμετωπίζουν τα πανεπιστήμια, τα δικαστήρια και τις εγγυήσεις προστασίας της ιδιοκτησίας στη Δύση ως ασφαλές καταφύγιο για την κινεζική ελίτ και τους κρατικούς αξιωματούχους.
Ο Τσεν Ποκόνγκ, πολιτικός σχολιαστής και συγγραφέας με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος είχε φυλακιστεί επί σειρά ετών στην Κίνα για τη συμμετοχή του στο φιλοδημοκρατικό κίνημα του 1989, το διατυπώνει πιο παραστατικά: πολλοί διακηρύσσουν πατριωτικά συνθήματα, αλλά στην πράξη «ψηφίζουν με τα πόδια τους».
Ως παραδείγματα αναφέρει τις σχεδόν άδειες ουρές έξω από τις πρεσβείες της Ρωσίας και της Βόρειας Κορέας, σε αντίθεση με τα πλήθη έξω από τις πρεσβείες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας, καθώς και κρατικούς αξιωματούχους που καταγγέλλουν δημοσίως τη Δύση, ενώ μεταφέρουν εκεί τις οικογένειες και τις περιουσίες τους.

Οι μαρτυρίες κατοίκων που συγκέντρωσε η Epoch Times κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Οι περισσότεροι δήλωσαν ότι επιθυμούν είτε να μεταναστεύσουν είτε να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Νεαρός απόφοιτος πανεπιστημίου της ηπειρωτικής Κίνας, ο οποίος ζει πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες, σκοπεύει να κάνει ό,τι μπορεί για να παραμείνει εκεί.
Περιέγραψε επίσης τα κινεζικά λύκεια ως χώρους που θυμίζουν «στρατόπεδα συγκέντρωσης», υποστηρίζοντας ότι στην κινεζική κοινωνία δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης. Στην Κίνα, πρόσθεσε, η διαδικτυακή αστυνομία βρίσκεται παντού και κανείς δεν τολμά να εκφράσει ελεύθερα τις απόψεις του. Κατά την εκτίμησή του, το 99% των απλών πολιτών έχει πλέον μουδιάσει υπό την πίεση.
Η γυναίκα από το Χαρμπίν θέλει να μετακομίσει μαζί με το παιδί της στην Ευρώπη. Ο άνδρας από το Νταλιάν βλέπει την ίδια τάση να ξεκινά από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα: όσοι διαθέτουν χρήματα και εξουσία, καθώς και τα παιδιά τους, επιδιώκουν να εγκατασταθούν σε ανεπτυγμένες χώρες.
Ανάλογη στάση υιοθετούν και οι ξένοι επενδυτές. Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, οι καθαρές άμεσες ξένες επενδύσεις στην Κίνα, που είχαν κορυφωθεί στα 344 δισ. δολάρια το 2021, περιορίστηκαν σε περίπου 4,5 δισ. δολάρια το 2024, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1991.
Η υποχώρηση αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στη διεύρυνση της κινεζικής νομοθεσίας περί κατασκοπείας, στις εφόδους κατά ξένων συμβουλευτικών εταιρειών και στις απαγορεύσεις εξόδου από τη χώρα που επιβλήθηκαν σε ορισμένα στελέχη επιχειρήσεων.

Παράλληλα, η Παγκόσμια Τράπεζα ανέφερε ότι το 2025 οι εκροές κεφαλαίων από την Κίνα ξεπέρασαν ακόμη και το ιστορικά υψηλό εμπορικό πλεόνασμα της χώρας. Σε έρευνα του Ευρωπαϊκού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα, ποσοστό-ρεκόρ 73% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων δήλωσε ότι οι συνθήκες δραστηριοποίησης στη χώρα είχαν επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.
Η απαίτηση για ισότιμη μεταχείριση
Μέσα σε αυτό το κλίμα εκροής ανθρώπων και κεφαλαίων, η επιμονή του ΚΚΚ ότι η Κίνα βρίσκεται πλέον στο ίδιο επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες μοιάζει, όπως αναφέρει η Σενγκ, λιγότερο με επιλογή εξωτερικής πολιτικής και περισσότερο με εσωτερική πολιτική αναγκαιότητα.
Η εικόνα αυτή προβλήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση τον Μάιο, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έγινε ο πρώτος εν ενεργεία Αμερικανός πρόεδρος που επισκέφθηκε το Πεκίνο έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία και περιηγήθηκε στον Ναό του Ουρανού στο πλαίσιο τριήμερων τελετουργικών εκδηλώσεων.
Ο Τραμπ προσέφερε στο Πεκίνο την εικόνα που επιθυμούσε, χαρακτηρίζοντας στο Fox News την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες «τις δύο μεγάλες χώρες» και τη σχέση τους «G2».
Για τον Σι, η αξία αυτής της εικόνας αφορά κυρίως το εσωτερικό ακροατήριο. Ένας ηγέτης αντιμέτωπος με οικονομική επιβράδυνση, ο οποίος συνεχίζει να εκκαθαρίζει ακόμη και στρατιωτικούς αξιωματούχους που ο ίδιος είχε προωθήσει, χρειάζεται να εμφανίζεται ως ισότιμος συνομιλητής της ισχυρότερης χώρας του κόσμου. Πρόκειται, σύμφωνα με τη Σενγκ, για ορατή απόδειξη προς τους πολίτες ότι η διακυβέρνησή του πέτυχε και ότι η εξουσία του παραμένει ασφαλής.
Το καθεστώς, προσθέτει, χρειάζεται τον έπαινο και την υποχωρητικότητα του εξωτερικού κόσμου για να παρουσιάζει στο εσωτερικό αποδείξεις επιτυχίας. Όσο πιο μεγαλοπρεπής είναι η υποδοχή που οργανώνει το Πεκίνο, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανασφάλεια που επιχειρεί να καλύψει.

Ο Σεν βλέπει στην απαίτηση ισότιμης μεταχείρισης βαθύτερο αίσθημα κατωτερότητας, το οποίο συνοδεύει την Κίνα από την εποχή των Πολέμων του Οπίου. Παράλληλα, διαχωρίζει την κινεζική ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα από το Κομμουνιστικό Κόμμα, υποστηρίζοντας ότι ο κινεζικός πολιτισμός βρίσκεται στην πραγματικότητα σε αντίθεση με το ΚΚΚ.
Η στάση αυτή εμπεριέχει και μια ειρωνεία, καθώς η άνοδος της Κίνας στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη βοήθεια της Δύσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υποστηρίξει την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, με την προσδοκία ότι το εμπόριο θα οδηγούσε σε μεγαλύτερο άνοιγμα της χώρας.
Το 2018, όμως, ο Αμερικανός Εμπορικός Αντιπρόσωπος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιλογή αυτή είχε αποτύχει, αναγνωρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έσφαλαν υποστηρίζοντας την ένταξη της Κίνας στον ΠΟΕ.
Η Σενγκ παρομοιάζει τη σημερινή στάση του Πεκίνου απέναντι στη Δύση με τη συμπεριφορά κάποιου που «παίρνει το μπολ για να φάει και, μόλις τελειώσει, το αφήνει για να σπάσει την κατσαρόλα». Αποδίδοντας την οικονομική επιβράδυνση στην αμερικανική πολιτική «περιορισμού και καταστολής», το καθεστώς αποκτά έναν βολικό αποδιοπομπαίο τράγο για προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε.
Όταν η εξουσία παύει να έχει επαφή με την πραγματικότητα
Πέρα από την αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμης δύναμης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η νέα άτυπη συμφωνία που προβάλλει το ΚΚΚ στηρίζεται σε μια δεύτερη και, σύμφωνα με τους αναλυτές, πιο επικίνδυνη υπόσχεση: την Ταϊβάν.
Ο Σι Τζινπίνγκ έχει προχωρήσει περισσότερο από κάθε προκάτοχό του, κατά την εκτίμηση του Σεν, συνδέοντας άμεσα το ζήτημα της Ταϊβάν με τον κεντρικό στόχο του Κόμματος για την «εθνική αναζωογόνηση». Σε ομιλία του το 2019, ο Κινέζος ηγέτης χαρακτήρισε την «επανένωση» αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του στόχου, υποστήριξε ότι το ζήτημα δεν θα πρέπει να μεταβιβαστεί στις επόμενες γενιές και παρουσίασε την ενοποίηση ως αναπόφευκτη.
Σύμφωνα με την κινεζική εκδοχή της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον Ντόναλντ Τραμπ τον Νοέμβριο, ο Σι προχώρησε ακόμη περισσότερο, παρουσιάζοντας την «επιστροφή της Ταϊβάν στην Κίνα» ως στοιχείο της ίδιας της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης.

Το κατά πόσο η Κίνα θα μπορούσε πράγματι να καταλάβει το νησί — και αν ο ίδιος ο Σι θα το γνώριζε σε περίπτωση που αυτό δεν ήταν εφικτό — εξαρτάται, κατά τη Σενγκ, από τον ίδιο μηχανισμό που κατασκευάζει το δημόσιο κλίμα. Ο μηχανισμός αυτός, υποστηρίζει, έχει πάψει να μεταφέρει προς την κορυφή της εξουσίας δυσάρεστες ή ανεπιθύμητες πληροφορίες.
Όταν ένα σύστημα δεν ανέχεται πλέον τη διαφωνία, η ανώτατη ηγεσία ακούει μόνο αναφορές επιτυχιών, φιλτραρισμένες μέσα από αλλεπάλληλα επίπεδα. Αποφάσεις που βασίζονται σε τέτοιες αναφορές οδηγούν αναπόφευκτα, κατά τη Σενγκ, σε στρατηγικά σφάλματα.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, όπως εκτιμά ο Τσεν, αφορά τον ίδιο τον στρατό στον οποίο θα έπρεπε να στηριχθεί ο Σι για οποιαδήποτε επιχείρηση κατά της Ταϊβάν — έναν στρατό του οποίου την ανώτατη ηγεσία αποδυναμώνει εδώ και χρόνια μέσω εκκαθαρίσεων.
Σύμφωνα με καταγραφή του Center for Strategic and International Studies, από το 2022 περισσότεροι από 100 ανώτατοι αξιωματικοί του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού έχουν καθαιρεθεί ή εξαφανιστεί από τη δημόσια σκηνή, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν προαχθεί από τον ίδιο τον Σι. Από τους έξι στρατηγούς που ο Σι διόρισε το 2022 στην Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή, μόνο ένας παραμένει στη θέση του. Οι τελευταίοι που απομακρύνθηκαν, τον Ιανουάριο, ήταν ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής, Τζανγκ Γιουσιά, και ο αρχηγός του Κοινού Επιτελείου, Λιου Τζενλί.
Οι εκκαθαρίσεις αυτές δεν δημιούργησαν έναν πιο ισχυρό και βέβαιο στρατό, αλλά έναν στρατό που λειτουργεί υπό τον φόβο, υποστηρίζει ο Τσεν. Ακόμη και στο εσωτερικό του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού κυριαρχεί πλέον η εκτίμηση περί «εικονικής μαχητικής ικανότητας» — χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούσαν αντίπαλες στρατιωτικές ομάδες για να αλληλοκατηγορούνται κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων.
Ο Τσεν επικαλείται επίσης στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν, αναφέροντας ότι πύραυλοι δεν έπληξαν τους στόχους τους, καθώς και τη σιωπή που ακολούθησε τις εκκαθαρίσεις του Ιανουαρίου: καμία ένοπλη δύναμη και καμία διοίκηση θεάτρου επιχειρήσεων δεν εξέφρασε δημόσια στήριξη προς την ηγεσία, ενώ η εκστρατεία καταγγελίας των αποπεμφθέντων αξιωματικών τερματίστηκε μόλις τρεις ημέρες μετά την έναρξή της.

Ο Σεν αμφισβητεί ακόμη και το κατά πόσο ο στρατός θα υπάκουε σε διαταγή να πολεμήσει και να θυσιαστεί για την Ταϊβάν. Η απομάκρυνση του Τζανγκ Γιουσιά, κατά την εκτίμησή του, επέτρεψε στις ένοπλες δυνάμεις να δουν το πραγματικό πρόσωπο του Σι Τζινπίνγκ.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι σαφές: ελλείψει μιας δίκαιης αιτίας για πόλεμο στα Στενά της Ταϊβάν, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός ενδέχεται να μην υπακούσει στις διαταγές του Σι και να μη δεχθεί να οδηγηθεί σε μια σύγκρουση, ιδίως απέναντι στην ανώτερη στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ένα παράθυρο που κλείνει
Ο χρόνος φαίνεται επίσης να λειτουργεί εις βάρος του Πεκίνου. Η Κίνα «θα γεράσει πριν προλάβει να γίνει πλούσια», σύμφωνα με τον Τσεν. Ο ίδιος την παρομοιάζει με εξαντλημένη καμήλα που παραμένει μεγαλύτερη από ένα άλογο, αλλά κινείται με ταχύτητα προς πορεία αντίστοιχη με εκείνη χωρών όπως η Βενεζουέλα ή η Ζιμπάμπουε — εξέλιξη που, όπως υποστηρίζει, αιφνιδίασε τη διεθνή κοινότητα.
Η Σενγκ προειδοποιεί ότι αυτή η παρακμή μπορεί να καταστήσει το Πεκίνο περισσότερο, όχι λιγότερο, επικίνδυνο. Ένα καθεστώς που αντιλαμβάνεται ότι η ισχύς του πλησιάζει στο ανώτατο σημείο της είναι συχνά πιο επιθετικό από ένα καθεστώς που συνεχίζει να ανεβαίνει σταθερά. Η περίοδος του μεγαλύτερου κινδύνου εκτείνεται περίπου από το 2027 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030, όταν η στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας θα κορυφώνεται την ίδια στιγμή που οι οικονομικές και δημογραφικές πιέσεις θα γίνονται ολοένα εντονότερες.
Ένας ηγέτης που βρίσκεται αντιμέτωπος με οικονομία σε παρακμή και έχει συνδέσει την πολιτική του επιβίωση με εθνικιστική υπόσχεση είναι, σύμφωνα με τη Σενγκ, ο πιο απρόβλεπτος τύπος ηγέτη. Ο Σι Τζινπίνγκ έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο. Επομένως, το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε μια παράτολμη επιλογή παραμένει υπαρκτό.
Του Sean Tseng
Με τη συμβολή της Gu Xiaohua








