Η φονική πυρκαγιά που ξέσπασε τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς του 2026 στο μπαρ Le Constellation, στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, έχει προκαλέσει σοκ και βαθιά θλίψη. Τουλάχιστον 47 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ περισσότεροι από 115 τραυματίστηκαν, σε μία από τις πιο πολύνεκρες τραγωδίες που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια σε κλειστό χώρο διασκέδασης στην Ευρώπη. Οι ελβετικές αρχές συνεχίζουν εντατικά τις έρευνες, έχοντας αποκλείσει το ενδεχόμενο τρομοκρατικής ενέργειας και εστιάζοντας πλέον σε μια αλληλουχία λαθών, παραλείψεων και επικίνδυνων πρακτικών.
Το επικρατέστερο σενάριο αφορά τη χρήση σπινθηριστών και κεριών σε μπουκάλια σαμπάνιας, στο πλαίσιο εορταστικού «σόου» που φαίνεται πως αποτελούσε συνήθη πρακτική του καταστήματος. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι πυροτεχνικό εφέ άναψε σε εξαιρετικά κοντινή απόσταση από την ξύλινη οροφή, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει φωτιά που εξαπλώθηκε μέσα σε δευτερόλεπτα. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν σκηνές όπου προσωπικό του μπαρ κρατούσε μπουκάλια με αναμμένους σπινθηριστές ψηλά προς το ταβάνι, πρακτική που είχε καταγραφεί και σε παλαιότερα προωθητικά βίντεο του καταστήματος. Οι αρχές σημειώνουν ότι τέτοιου είδους σπινθηριστές συχνά αντιμετωπίζονται λανθασμένα ως απλά κεριά, παρότι ενέχουν σοβαρούς κινδύνους πυρκαγιάς.
Η ταχύτητα με την οποία εξαπλώθηκε η φωτιά αποδίδεται στο φαινόμενο του flashover, δηλαδή της γενικευμένης ανάφλεξης. Σύμφωνα με ειδικούς, σε κλειστούς χώρους με εύφλεκτα υλικά, η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει σε ακραία επίπεδα μέσα σε ελάχιστο χρόνο, προκαλώντας ταυτόχρονη ανάφλεξη όλων των επιφανειών. Στην περίπτωση του Le Constellation, εκτιμάται ότι η θερμοκρασία εκτοξεύθηκε σε επίπεδα έως και 2.000 βαθμών Κελσίου, ενώ το οξυγόνο μειώθηκε σε βαθμό ασφυκτικό, καθιστώντας αδύνατη την επιβίωση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η κατασκευή του χώρου. Το εσωτερικό του μπαρ ήταν κατά κύριο λόγο επενδεδυμένο με ξύλο, υλικό που με την πάροδο των ετών είχε καταστεί εξαιρετικά εύφλεκτο. Επιπλέον, τμήματα της οροφής έφεραν αφρώδη υλικά ηχομόνωσης, τα οποία, αν και συνηθισμένα σε νυχτερινά κέντρα, θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα σε περίπτωση φωτιάς. Χρώματα, διακοσμητικά στοιχεία και αποθηκευμένα υλικά αύξαναν περαιτέρω το πυροθερμικό φορτίο του χώρου.
Καθοριστικό ρόλο στην τραγική κατάληξη φαίνεται πως έπαιξαν και οι περιορισμένες δυνατότητες διαφυγής. Το μπαρ βρισκόταν σε υπόγειο χώρο και διέθετε μόνο μία βασική έξοδο, μέσω στενής σκάλας και πόρτας. Τη στιγμή που ξέσπασε η φωτιά, περίπου 200 άτομα προσπάθησαν να εγκαταλείψουν τον χώρο μέσα σε λιγότερο από μισό λεπτό, προκαλώντας συνθήκες ασφυκτικού συνωστισμού. Εκτιμάται ότι πολλοί έχασαν τη ζωή τους όχι από τις φλόγες, αλλά κατά τη διάρκεια της πανικόβλητης φυγής.
Παράλληλα, οι αρχές διερευνούν σοβαρές ενδείξεις υπέρβασης της επιτρεπόμενης χωρητικότητας. Αν και το κατάστημα δήλωνε συγκεκριμένο μέγιστο αριθμό πελατών, μαρτυρίες και παλαιότερες διαδικτυακές κριτικές περιγράφουν έναν χώρο υπερβολικά γεμάτο, ακόμη και σε συνηθισμένες βραδιές. Αξιολογήσεις χρηστών είχαν στο παρελθόν επισημάνει δυσκολίες κίνησης και αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια, στοιχεία που πλέον αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Δεν έχει αποκλειστεί πλήρως ούτε το ενδεχόμενο ηλεκτρολογικών προβλημάτων, τα οποία ενδέχεται να δυσχέραναν την εκκένωση, ειδικά αν οι φωτεινές σημάνσεις εξόδου δεν λειτούργησαν σωστά κατά τη διακοπή ρεύματος. Επιπλέον, η κατάσταση μέθης και η νεαρή ηλικία των περισσότερων θυμάτων — οι περισσότεροι μεταξύ 16 και 26 ετών — θεωρείται ότι υπονόμευσαν την ικανότητα άμεσης και ψύχραιμης αντίδρασης σε επικίνδυνες καταστάσεις.
Όλα τα μέχρι στιγμής στοιχεία συγκλίνουν στο ότι η τραγωδία στο Κραν Μοντανά δεν οφείλεται σε ένα και μόνο λάθος, αλλά σε έναν δυσμενή συνδυασμό πρακτικών υψηλού ρίσκου, εύφλεκτων υλικών, ανεπαρκών εξόδων κινδύνου και πιθανών παραβιάσεων κανονισμών ασφαλείας. Η έρευνα συνεχίζεται, όμως ήδη αναδεικνύεται με σαφήνεια ότι το δυστύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν είχαν τηρηθεί βασικοί κανόνες πυρασφάλειας και προστασίας της ανθρώπινης ζωής.








