Στην Κίνα, ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ., καταγράφονται αναφορές σε ένα ιδιαίτερο μέσο μεταφοράς που κινούνταν με τη δύναμη του ανέμου. Οι λεγόμενες «ιστιοφόροι άμαξες» (ή ανεμοάμαξες) αποτελούσαν οχήματα ξηράς εξοπλισμένα με πανιά, τα οποία αξιοποιούσαν τον άνεμο για να μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις.
Οι πρώτες αναφορές εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της δυναστείας Λιανγκ, περί τα 550 μ.Χ. Κλασικά κείμενα της εποχής περιγράφουν ένα όχημα ικανό να μεταφέρει περίπου 30 άτομα και να διανύει αρκετές εκατοντάδες λι (σ.σ. μονάδα μέτρησης μήκους) μέσα σε μία ημέρα. Ένα λι αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του μιλίου, γεγονός που σημαίνει ότι η απόσταση που μπορούσε να καλύψει ένα τέτοιο όχημα έφτανε ακόμη και τα 160 χιλιόμετρα ημερησίως.
Κατά τη δυναστεία Σούι, γύρω στα 600 μ.Χ., φαίνεται ότι κατασκευάστηκε μια ακόμη μεγαλύτερη εκδοχή της ιστιοφόρου άμαξας. Οι ιστορικές περιγραφές αναφέρουν ότι στο επάνω κατάστρωμα υπήρχαν φρουροί, ενώ το όχημα είχε χώρο ώστε να κινούνται μέσα σε αυτό εκατοντάδες άνθρωποι. Στο κάτω μέρος υπήρχαν τροχοί και άξονες, οι οποίοι επέτρεπαν στο όχημα να κυλά εύκολα στο έδαφος. Τα κείμενα της εποχής σημειώνουν ότι όταν ξεκινούσε να κινείται, προχωρούσε τόσο ομαλά ώστε έμοιαζε «σαν να το βοηθούσαν πνεύματα».
Παρά την εντυπωσιακή σύλληψη της ιδέας, φαίνεται πως οι ιστιοφόροι άμαξες δεν χρησιμοποιήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με το πέρασμα των αιώνων εγκαταλείφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τα παραδοσιακά μέσα μεταφοράς, τις άμαξες τις οποίες έσερναν άλογα ή κάποιο άλλο είδος παρόμοιου ζώου. Πιθανότατα η χρήση των ιστιοφόρων να ήταν πρακτική μόνο σε ανοιχτά τοπία και ισχυρούς ανέμους, όπως οι ερημικές εκτάσεις.
Παρότι δεν διατηρήθηκαν στην καθημερινή μετακίνηση, οι ιστιοφόροι άμαξες παραμένουν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και λιγότερο γνωστά παραδείγματα εφευρετικότητας της αρχαίας κινεζικής τεχνολογίας.








