Τα κινητά αφής και οι ταμπλέτες που θα πωλούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει, από το 2027, να διαθέτουν μπαταρίες που μπορούν να αφαιρεθούν και να αντικατασταθούν εύκολα από τον ίδιο τον χρήστη, χωρίς την ανάγκη ειδικών εργαλείων ή τεχνικής υποστήριξης. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί μέρος του νέου ευρωπαϊκού κανονισμού για τις μπαταρίες, ο οποίος στοχεύει στη μείωση των ηλεκτρονικών αποβλήτων και στην ενίσχυση της βιωσιμότητας.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, οι μπαταρίες θα πρέπει να σχεδιάζονται έτσι ώστε να αφαιρούνται με απλά, εμπορικά διαθέσιμα εργαλεία, ενώ σε περίπτωση που απαιτείται κάποιο ειδικό εργαλείο, αυτό θα πρέπει να παρέχεται δωρεάν με τη συσκευή.
Παράλληλα, οι κατασκευαστές θα υποχρεούνται να διαθέτουν ανταλλακτικές μπαταρίες για κάθε μοντέλο για τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά τη διακοπή της κυκλοφορίας του. Αυτό σημαίνει ότι οι χρήστες θα μπορούν να αντικαθιστούν εύκολα μια φθαρμένη μπαταρία αντί να αγοράζουν νέα συσκευή, μειώνοντας το κόστος και παρατείνοντας τη διάρκεια ζωής των προϊόντων.
Η αλλαγή αυτή θα ανατρέψει την υπάρχουσα πρακτική, όπου οι περισσότερες συσκευές έχουν ενσωματωμένες μπαταρίες που μπορούν να αντικατασταθούν μόνο από εξειδικευμένα συνεργεία, συχνά με υψηλό κόστος.
Το μέτρο εντάσσεται στη συνολική στρατηγική της ΕΕ για τη μείωση των αποβλήτων και την προώθηση της κυκλικής οικονομίας, καθώς εκατομμύρια συσκευές απορρίπτονται κάθε χρόνο απλώς λόγω φθοράς της μπαταρίας.
Παράλληλα, στο ίδιο πλαίσιο κανονισμών, η ΕΕ έχει ήδη επιβάλει τη χρήση της θύρας USB-C ως ενιαίου φορτιστή για κινητά και ταμπλέτες από το 2024, ενώ προβλέπεται και η υποχρέωση παροχής ενημερώσεων λογισμικού για αρκετά χρόνια μετά την πώληση της συσκευής.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση πωλούνται κάθε χρόνο περίπου 150 εκατομμύρια κινητά αφής και 24 εκατομμύρια ταμπλέτες, παράγοντας περίπου 5 εκατομμύρια τόνους ηλεκτρονικών αποβλήτων ετησίως, από τους οποίους λιγότερο από το 40% ανακυκλώνεται σωστά.
Οι νέοι κανόνες αναμένεται να αλλάξουν σημαντικά τον σχεδιασμό των συσκευών και να επηρεάσουν ολόκληρη τη βιομηχανία τεχνολογίας, ενισχύοντας ταυτόχρονα το «δικαίωμα επισκευής» των καταναλωτών και μειώνοντας την εξάρτηση από τη συνεχή αντικατάσταση συσκευών.








