Τη Δευτέρα 8 Ιουνίου, ένας Σουδανός αιτών άσυλο επιτέθηκε με μαχαίρι σε κάτοικο του Μπέλφαστ, πρωτεύουσας της Βόρειας Ιρλανδίας, κόβοντάς του το πρόσωπο και τον λαιμό. Το βίντεο που αποτύπωσε την επίθεση στον δρόμο διαδόθηκε ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το θύμα επέζησε αν και έχασε την όρασή του στο ένα μάτι. Ο ύποπτος, που αναγνωρίστηκε ως Χαντί Αλοντίντ [Hadi Alodid], κατηγορήθηκε για απόπειρα δολοφονίας, κατοχή μαχαιριού σε δημόσιο χώρο και απειλές θανάτου.
Το Μπέλφαστ εξερράγη.
Διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους, πετώντας τούβλα και μπουκάλια στην αστυνομία, βάζοντας φωτιά σε οχήματα και καίγοντας σπίτια σε αρκετές γειτονιές της πόλης που φιλοξενούν μεγάλους πληθυσμούς μεταναστών. Οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα φλεγόμενα κτίρια, ενώ η αστυνομία χρησιμοποίησε κανόνια νερού κατά των διαδηλωτών. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία της Βόρειας Ιρλανδίας ανταποκρίθηκε σε εξήντα δύο περιστατικά μέσα σε μία μόνο νύχτα. Τουλάχιστον είκοσι επτά άνθρωποι έμειναν άστεγοι.
Ας μην υπάρχει καμία αμφιβολία: οι εμπρησμοί, η βία του όχλου και το κάψιμο σπιτιών αθώων ανθρώπων είναι όλες αδικαιολόγητες πράξεις. Η δύναμη του όχλου είναι, εδώ όπως και αλλού, ο εχθρός του πολιτισμού. Οι μασκοφόροι άνδρες που έβαλαν φωτιά στα σπίτια για να διώξουν τους ενοίκους τους, ατίμασαν τόσο τους εαυτούς τους όσο και τον σκοπό που ισχυρίζονταν ότι υπερασπίζονταν.
Τούτου λεχθέντος, και όσο προφανές κι αν φαίνεται, ιδού το ερώτημα που ο δυτικός Τύπος αρνείται να θέσει: γιατί συνεχίζει να συμβαίνει αυτό;
Επειδή πράγματι συμβαίνει ακόμα. Πριν από έναν χρόνο, η Βόρεια Ιρλανδία συγκλονίστηκε από ταραχές αφότου δύο Ρουμάνοι έφηβοι κατηγορήθηκαν για την απόπειρα βιασμού μιας μαθήτριας. Ένα χρόνο πριν, ταραχές σάρωσαν την ίδια την Αγγλία — από το Σάουθπορτ μέχρι το Ρόδεραμ, από πόλη σε πόλη — μετά από μια μαζική επίθεση με μαχαίρι σε ένα μάθημα χορού κοριτσιών από έναν μουσουλμάνο τρομοκράτη.
Το μοτίβο είναι εμφανές. Διαπράττεται ένα αποτρόπαιο έγκλημα ή μια σειρά από εγκλήματα. Ο δράστης είναι ένας μετανάστης, συχνά με τη μία ή την άλλη μορφή αιτούντος «ασύλου». Η κυβέρνηση απαντά καταδικάζοντας τη βία του θυμωμένου πληθυσμού, αποφεύγοντας παράλληλα οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πολιτικών που προκάλεσαν το έγκλημα και την αναπόφευκτη οργή που ακολούθησε. Ο Τύπος, όπως και η σοβιετική εφημερίδα Πράβντα (Αλήθεια), ακολουθεί πιστά την επίσημη, εγκεκριμένη από την κυβέρνηση, αφήγηση.
Η κάλυψη των μέσων ενημέρωσης την περασμένη εβδομάδα ήταν αποκαλυπτική. Η ίδια αφήγηση, που μεταδόθηκε από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, επαναλαμβανόταν σχεδόν αυτολεξεί σχεδόν από όλα τα μέσα: «βία κατά των μεταναστών», «ακροδεξιοί διαδηλωτές», «ρατσιστικές ταραχές». Η Πρώτη Υπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας αποκάλεσε τους ταραξίες «κακούς», αλλά είπε ελάχιστα για το γεγονός ότι ένας Σουδανός υπήκοος τύφλωσε έναν κάτοικο της μεγαλύτερης πόλης της Βόρειας Ιρλανδίας.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ καταδίκασε μεν την επίθεση, χαρακτηρίζοντάς την «αηδιαστική», αλλά αφιέρωσε πολύ περισσότερη ρητορική για να προειδοποιήσει ότι «η βία κατά ανθρώπων λόγω του υποβάθρου τους δεν θα γίνει ανεκτή».
Όπως το έθεσε τόσο εύστοχα ο Καναδός κωμικός Νορμ ΜακΝτόναλντ πριν από περίπου δέκα χρόνια: «Αυτό που με τρομάζει είναι ότι μια μέρα το Ισλαμικό Κράτος θα πυροδοτήσει μια πυρηνική συσκευή και θα σκοτώσει 50 εκατομμύρια Αμερικανούς. Φαντάζεστε τα αντίποινα εναντίον ειρηνικών Μουσουλμάνων;»
Κανείς από τους νυν Βρετανούς ή Ιρλανδούς πολιτικούς ηγέτες δεν έχει αμφισβητήσει σοβαρά το κατά πόσον μια κυβέρνηση που φέρνει ανθρώπους από όλο τον κόσμο, χωρίς επαρκή έλεγχο και χωρίς ουσιαστικά καμία αφομοίωση, φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τις κοινωνικές διαιρέσεις που ξεσπούν τώρα στα Βρετανικά Νησιά. Ποιο είναι το νόημα της αυτοκριτικής; Είναι πολύ πιο εύκολο να κατηγορήσουμε την απειλή των «φασιστών» στους δρόμους.
Όσο για τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, το πρόβλημά τους δεν είναι ότι δεν καταδικάζουν τη βία του όχλου. Αντιθέτως, την καταδικάζουν δυνατά και με προφανή ηθική ικανοποίηση. Το πραγματικό τους λάθος είναι πιο ύπουλο: έγκειται στη σκόπιμη καταστολή κάθε ειλικρινούς σκέψης σχετικά με τους δεσμούς μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Είναι η άρνηση να αναρωτηθούν γιατί οι βρετανικές και ιρλανδικές εργατικές τάξεις έχουν φτάσει στο σημείο θραύσης. Το ερώτημα δεν τίθεται ποτέ, οι πολιτικές που βρίσκονται στη ρίζα του προβλήματος δεν εξετάζονται ποτέ και η χύτρα συνεχίζει να βράζει.
Τα σχετικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επέβλεψε μια από τις μεγαλύτερες και λιγότερο καλά διαχειριζόμενες επεκτάσεις της μετανάστευσης — και πιο συγκεκριμένα, την επέκταση του μουσουλμανικού πληθυσμού — στη σύγχρονη δυτική ιστορία. Οι αιτήσεις ασύλου, τόσο οι δικαιολογημένες όσο και οι αδικαιολόγητες, εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Οι διαδικασίες ελέγχου ήταν γεμάτες ατέλειες. Η ουσιαστική ένταξη στις χώρες υποδοχής υποβιβάστηκε σε δευτερεύον μέλημα.
Οι κοινότητες, που δεν ερωτήθηκαν ποτέ, υπέστησαν τις πιο άμεσες συνέπειες. Τους ειπώθηκε, ξανά και ξανά, ότι η δυσαρέσκειά τους αποκάλυπτε ένα ηθικό έλλειμμα εκ μέρους τους και όχι μια αποτυχία των κυβερνητικών πολιτικών.
Αυτός είναι ο βρετανικός σνομπισμός σε όλο του το μεγαλείο. Ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: πρόκειται για έναν κοινωνικό μετασχηματισμό χωρίς εκπροσώπηση, ο οποίος είναι βαθιά καταστροφικό. Κάποια στιγμή, όσοι υφίστανται τις συνέπειες των καταστροφικών πολιτικών των ελίτ σταματούν να ζητούν την άδεια για να ακουστούν. Το ζητούμενο δεν είναι να δικαιολογήσουμε τη βία, αλλά να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν τα υποκείμενα παράπονα πριν ξεσπάσουν.
Ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ δεν θέλει να κάνει αυτή τη συζήτηση. Το BBC δεν θέλει να κάνει αυτή τη συζήτηση. Ούτε οι New York Times θέλουν να τη κάνουν. Αλλά το Μπέλφαστ την απαιτεί — και το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό.
Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι αυτό θα σταματήσει σύντομα. Όσο οι δυτικές κυβερνήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον σκεπτικισμό απέναντι στη μαζική μετανάστευση ως έγκλημα σκέψης αντί να την αναγνωρίζουν ως εύλογη ανησυχία, οι φλόγες θα συνεχίσουν να μαίνονται.
Του Josh Hammer








