Η Κούβα βρίσκεται στο χείλος οικονομικής κατάρρευσης και δεν διαφαίνεται άμεση ανακούφιση ούτε από τη Ρωσία, τον επί μακρόν προστάτη της, ούτε από την Κίνα, τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της.
Οι εύθραυστοι δεσμοί της με το γειτονικό Μεξικό είναι πιθανό να κοπούν σύντομα, αφήνοντας το νησιωτικό κράτος χωρίς φθηνό πετρέλαιο, δεδομένης της διακοπής των εισαγωγών που έκανε από τη Βενεζουέλα, οι οποίες χάρη σε ειδικές εκπτώσεις αποτελούσαν κινητήριο δύναμη της κουβανέζικης οικονομίας και προσέφεραν στο κομμουνιστικό καθεστώς πολύτιμο συνάλλαγμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες προτείνουν μία συμφωνία στη χώρα, όπως ανέφερε στην πλατφόρμα Truth Social, στις 11 Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ, «πριν να είναι πολύ αργά».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν διευκρίνισε τους όρους μίας τέτοιας συμφωνίας, όμως ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, του οποίου οι γονείς έφυγαν από την Κούβα για τη Φλόριντα τη δεκαετία του 1950, περιέγραψε μια πιθανή διευθέτηση στη διάρκεια συνάντησης στον Λευκό Οίκο με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών στις 9 Ιανουαρίου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, όσοι ελέγχουν την Κούβα μπορούν είτε να έχουν μια πραγματική χώρα με πραγματική οικονομία, όπου οι άνθρωποι ευημερούν, είτε να συνεχίσουν μια δικτατορία η οποία οδηγεί σε συστημική και κοινωνική κατάρρευση.
Παρότι η Ρωσία, ο πιο σταθερός σύμμαχος της Κούβας εδώ και περισσότερα από εξήντα χρόνια, καθώς και οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι της Κούβας, η Κίνα και η Ισπανία, έχουν επικρίνει τις Ηνωμένες Πολιτείες για την κατάσχεση του πετρελαίου της Βενεζουέλας, κανένας δεν έχει δεσμευτεί να προσφέρει επιπλέον στήριξη στο νησί.
Η κρίση βαθαίνει
Καθώς το αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας, που πωλούνταν στο νησί με μεγάλη έκπτωση, τελεί πλέον υπό τη διαχείριση της κυβέρνησης Τραμπ, μετά την επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, οι επιλογές του Κουβανού ηγέτη Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ Μπερμούδες είναι περιορισμένες.
Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Κούβας έχει μειωθεί κατά 10% από το 2019, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομίας της χώρας, όπως μετέδωσε το Reuters. Η οικονομία της έχει συρρικνωθεί κατά τουλάχιστον 15% από το 2018, σύμφωνα με το Michigan Journal of Economics. Ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός βρίσκεται πάνω από 26% από το 2005, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της χώρας. Οι ελλείψεις τροφίμων, φαρμάκων και καυσίμων αποτελούν δεδομένο της καθημερινότητας.
Περισσότεροι από 2,7 εκατομμύρια Κουβανοί, δηλαδή σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού, έχουν φύγει από τη χώρα από το 2020, σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε τον Ιούλιο του 2024 η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κολούμπια (Columbia Law School). Οι κυλιόμενες διακοπές ρεύματος συχνά παραλύουν για ώρες το παρωχημένο δίκτυο της χώρας, αναγκάζοντας «μη ουσιώδεις» χώρους εργασίας και σχολεία να κλείνουν και επιβαρύνοντας περαιτέρω την αγροτική και την τουριστική βιομηχανία, σύμφωνα με το κρατικό ενημερωτικό Cubadebate.
Η Κούβα εισήγαγε από τη Βενεζουέλα κατά μέσο όρο 27.000 βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, μεταξύ Ιανουαρίου και Νοεμβρίου του 2025, σύμφωνα με ναυτιλιακά δεδομένα και έγγραφα της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας της Βενεζουέλας PDVSA που επικαλέστηκε το Reuters, και μεταπωλούσε ένα σημαντικό ποσοστό για τα αναγκαία μετρητά.
Το 2011, οι εισαγωγές πετρελαίου της Κούβας από τη Βενεζουέλα ανέρχονταν σε 100.000 βαρέλια την ημέρα, σύμφωνα με έκθεση του 2015 που κατατέθηκε στην Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ (U.S. International Trade Commission) από τον ειδικό για την Κούβα, Χόρχε Ρ. Πινιόν. Συχνά, το πετρέλαιο έφτανε στο νησί μέσω μεταφορτώσεων στη μέση της θάλασσας σε δεξαμενόπλοια ενός «σκιώδους στόλου», που εμπλέκονταν σε αυτό που οι Ηνωμένες Πολιτείες ορίζουν ως «παράνομη μεταφορά πετρελαίου που υπόκειται σε κυρώσεις» προς τρίτους αγοραστές, κυρίως την Κίνα και την Ινδία.

Ο Γκρέγκορυ Κόπλεϋ (Gregory Copley), πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Στρατηγικών Μελετών (International Strategic Studies Association) με έδρα την Ουάσιγκτον και αρθρογράφος άποψης στην εφημερίδα The Epoch Times, δήλωσε ότι όλα αυτά καταρρέουν και συνδέονται με το ερώτημα πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει η κυβέρνηση της Κούβας, προσθέτοντας ότι, όπως και στην περίπτωση της Βενεζουέλας, η απάντηση είναι «όχι για πολύ».
Η Κούβα έχει επιβιώσει δεκαετίες αμερικανικών κυρώσεων, από τότε που ο Φιντέλ Κάστρο ηγήθηκε της επανάστασης του 1959 που εγκαθίδρυσε την κομμουνιστική διακυβέρνηση. Παρότι το 2021 σημειώθηκαν εκτεταμένες αναταραχές ως αντίδραση στις ελλείψεις τροφίμων και καυσίμων, δεν έχει εμφανιστεί οργανωμένη αντιπολίτευση στο καθεστώς του Ντίας-Κανέλ.
Ο Άντερς Κορ (Anders Corr), εκδότης του Journal of Political Risk και επίσης αρθρογράφος άποψης στην Epoch Times, ανέφερε ότι υπήρξαν κάποιες διαδηλώσεις, αλλά έγιναν μόνο εκατό συλλήψεις και δεν ήταν κάτι αρκετά μεγάλο ώστε να ανατρέψει την κυβέρνηση. Είπε επίσης στην Epoch Times ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ότι δεν είναι βέβαιο πως οι οικονομικές κυρώσεις, αυτή τη στιγμή, μπορούν να πετύχουν πολλά. Κατά την εκτίμησή του, ο λαός είναι αυτός που πρέπει να ανατρέψει την κυβέρνηση στην Κούβα, αλλά η κυβερνητική ρητορική και προπαγάνδα έχουν εδραιώσει την πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η πηγή όλων των δεινών τους.
Εμπόριο ΗΠΑ–Κούβας
Παρότι έχουν επιβάλει εμπάργκο στην Κούβα από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν βασικούς προμηθευτές της χώρας για κοτόπουλο, χοιρινό, δημητριακά και έλαια. Στο πλαίσιο του νόμου Trade Sanctions Reform and Export Enhancement Act, υπάρχουν 52 εταιρείες, περισσότερες από 40 στη Νότια Φλόριντα, που έχουν λάβειτην άδεια να πραγματοποιούν συναλλαγές στην Κούβα, μόνο με μετρητά.
Σύμφωνα με στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, οι εταιρείες αυτές έστειλαν στην Κούβα αγαθά αξίας 654 εκατομμυρίων δολαρίων το 2025, σημαντικά αυξημένα σε σχέση με τα 450 εκατομμύρια δολάρια που επικαλέστηκε το Trading Economics για το 2022–2023.
Σε έκθεση της 9ης Ιανουαρίου, το Συμβούλιο Εμπορίου και Οικονομίας ΗΠΑ–Κούβας με έδρα τη Νέα Υόρκη αναφέρει ότι οι αμερικανικές εξαγωγές προς την Κούβα αυξήθηκαν κατά 13,3% την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025, σε σύγκριση με την περίοδο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2024. Αυτό καθιστά τις Ηνωμένες Πολιτείες τον τρίτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Κούβας.
Σύμφωνα με τα δεδομένα Comtrade του ΟΗΕ (U.N. Comtrade) για το 2022–2023, όπως τα συνέθεσε το Trading Economics, οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι της Κούβας είναι η Κίνα (1,13 δισ. δολάρια), η Ισπανία (995,93 εκατ. δολάρια), οι Ηνωμένες Πολιτείες (450 εκατ. δολάρια), η Αργεντινή (344,93 εκατ. δολάρια), το Μεξικό (341,94 εκατ. δολάρια) και η Βραζιλία (335,72 εκατ. δολάρια).
Η Κούβα εισάγει κυρίως τρόφιμα, δημητριακά, καύσιμα, πετρελαιοκινητήρες, οχήματα, ανταλλακτικά κινητήρων και φυτικά έλαια. Οι βασικές εξαγωγές της είναι νικέλιο, ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο, πούρα, ρούμι, μεταλλεύματα και ψάρια. Το εμπορικό της έλλειμμα για το 2022–2023 ήταν 6,6 δισεκατομμύρια δολάρια, όπως ανέφερε το Trading Economics.
Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εμποδίζουν το πετρέλαιο της Βενεζουέλας να φτάσει στην Κούβα, το εμπάργκο δεν επηρεάζει τις πωλήσεις που γίνονται με μετρητά.
Εύθραυστος ο πετρελαϊκός δεσμός με το Μεξικό
Το Μεξικό είναι τώρα ο μεγαλύτερος και ο τελευταίος αξιόπιστος προμηθευτής πετρελαίου της Αβάνας. Όμως αυτή η «γραμμή ζωής» μπορεί σύντομα να κοπεί, λόγω των πιέσεων που ασκεί η κυβέρνηση Τραμπ.
Τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, το Μεξικό έστελνε στην Κούβα 19.200 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, σύμφωνα με την κρατική Petróleos Mexicanos. Η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σέινμπαουμ, δήλωσε στις 7 Ιανουαρίου ότι η Petróleos Mexicanos στέλνει στην Κούβα την ίδια ποσότητα πετρελαίου που έχει δεσμευτεί συμβατικά να αποστέλλει, στο πλαίσιο μιας ανταλλαγής «ανθρωπιστικής βοήθειας» μεταξύ των δύο χωρών.
Κατά τη διάρκεια ακρόασης στις 17 Δεκεμβρίου 2025, ενώπιον της Υποεπιτροπής για το Δυτικό Ημισφαίριο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, η βουλευτής Μαρία Ελβίρα Σαλαζάρ (R-Fla.), κόρη μεταναστών που διέφυγαν από το κομμουνιστικό καθεστώς της Κούβας, είπε ότι παρότι το Μεξικό έχει πολιτική «μη επέμβασης», υποστηρίζει «την τυραννία των Κάστρο».
Ανέφερε ότι, μεταξύ Αυγούστου και μέσων Δεκεμβρίου 2025, το Μεξικό έστειλε δωρεάν στην Κούβα 55 πετρελαιοφόρα αξίας άνω των 3 δισ. δολαρίων, ενώ δέχτηκε περισσότερους από 3.000 Κουβανούς γιατρούς καταβάλλοντας πάνω από 100 εκατ. δολάρια απευθείας στο κουβανικό καθεστώς και όχι στους ίδιους τους γιατρούς.
Το Μεξικό είναι μία από τις χώρες που συμμετέχουν στο ιατρικό πρόγραμμα της Κούβας, έναν πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής της νήσου από τη δεκαετία του 1960 όπου εμπλέκονται περισσότερα από 20 κράτη. Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ χαρακτηρίζει το εν λόγω πρόγραμμα ως «απάτη ιατρικής διπλωματίας», και μιλά για εμπορία ανθρώπων και καταναγκαστική εργασία.
Η Σαλαζάρ είπε ότι όταν γίνει αναδιαπραγμάτευση του εμπορικού συμφώνου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών-Μεξικού-Καναδά το 2026, θα επισημανθεί στο Μεξικό το σύμφωνο απαγορεύει την «καταναγκαστική εργασία».
Εκφράζοντας απογοήτευση για τις αποστολές μεξικανικού πετρελαίου στην Κούβα και για την αδυναμία της μεξικανικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τα καρτέλ, ο Τραμπ δήλωσε στις 8 Ιανουαρίου ότι είναι πιθανό οι Ηνωμένες Πολιτείες να πραγματοποιήσουν πλήγματα και κατά των μεξικανικών καρτέλ σύντομα.
Οι περιορισμοί της Ρωσίας
Η Μόσχα ήταν ο ιδεολογικός και οικονομικός προστάτης της Κούβας για περισσότερα από 30 χρόνια, έως την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 και τις οικονομικές αναταράξεις που ακολούθησαν. Η περιορισμένη εμπλοκή της Ρωσίας στην Καραϊβική τη δεκαετία που ακολούθησε την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης συρρίκνωσε την ικανότητά της να βοηθά ουσιαστικά την Αβάνα έως τις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Από τη σοβιετική περίοδο, όταν στο νησί αποστέλλονταν μεγάλες ποσότητες επιδοτούμενου αργού τύπου Ουράλια (Ural) για να στηρίξουν τον μαρξιστικό σύμμαχο, η Ρωσία έχει αλλάξει αλλά η Κούβα όχι. Το καθεστώς του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, που πρέπει τώρα να χρηματοδοτεί τον πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία, δεν έχει τα περιθώρια να χαρίζει πετρέλαιο και η Κούβα δεν έχει τα περιθώρια να το αγοράζει.
Μεγάλο ρόλο παίζει και το ζήτημα της μεταφοράς. Οι σαράντα ημέρες που χρειάζεται ένα δεξαμενόπλοιο από τη Βαλτική Θάλασσα για να φθάσει στην Κούβα εμποδίζουν τη Ρωσία να υποκαταστήσει με αξιοπιστία το πετρέλαιο της Βενεζουέλας — ιδίως όταν μπορεί να επιτυγχάνει καλύτερες τιμές στις ασιατικές αγορές.
Οι σύμμαχοι της Ουκρανίας (οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ομάδα των Επτά -G7) έχουν επιβάλει πολυεπίπεδες κυρώσεις στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου, λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Στις αρχές του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε κυρώσεις σε 183 πλοία που πλέον αποτελούν μέρος του «σκιώδους στόλου» της Ρωσίας — δεξαμενόπλοια που παρακάμπτουν τις κυρώσεις πλέοντας με ψευδείς σημαίες, για μεταφέρουν το ρωσικό αργό σε τρίτους αγοραστές.
Από τον Δεκέμβριο του 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κατασχέσει πέντε πλοία αυτού του «σκιώδους στόλου», μεταξύ των οποίων και ένα δεξαμενόπλοιο με ρωσική σημαία στον Βόρειο Ατλαντικό, στις 7 Ιανουαρίου 2026.

Τον Οκτώβριο του 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν νέες κυρώσεις στους Ρώσους παραγωγούς Rosneft και Lukoil, που αντιστοιχούν περίπου στο μισό των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου, αποκλείοντάς τους από συναλλαγές σε δολάρια ΗΠΑ και, έτσι, αποτρέποντας διεθνείς τράπεζες, μεταξύ των οποίων και στην Κίνα και την Ινδία, να κλείνουν εμπορικές συμφωνίες με αυτές τις εταιρείες.
Από το 2023, πάντως, η Ρωσία έχει υπογράψει αρκετές συμφωνίες με την Κούβα, έχοντας επανεκκινήσει σποραδικές αποστολές πετρελαίου την προηγούμενη χρονιά, με 4,4 εκατομμύρια βαρέλια (το μισό της ετήσιας ζήτησης της Κούβας) το 2022, 1,5 εκατομμύριο βαρέλια το 2023 και 750.000 βαρέλια το 2024, φθάνοντας σε ελάχιστες ποσότητες το 2025.
Τον Μάιο του 2023, ο Κουβανός πρωθυπουργός Μανουέλ Μαρρέρο Κρους και ο Ρώσος πρωθυπουργός Μιχαήλ Μισούστιν υπέγραψαν συμφωνία που όριζε ότι η Rosneft θα προμηθεύει 12 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου τον χρόνο στην Κούβα και θα παράσχει τεχνική βοήθεια για την ανάπτυξη του κοιτάσματος πετρελαίου Boca de Jaruco. Οι αποστολές αυτές δεν υλοποιήθηκαν και, επειδή η Rosneft έχει πλέον αποκλειστεί, είναι απίθανο να πραγματοποιηθούν με συνεπή και αξιόπιστο τρόπο.
Τον Μάιο του 2025, ο Ρώσος αναπληρωτής πρωθυπουργός Ντμίτρι Τσερνισένκο, ο οποίος συμμετείχε στα εγκαίνια της επαναλειτουργίας ενός χαλυβουργείου στην περιοχή της Αβάνας που χρηματοδοτήθηκε με 100 εκατομμύρια δολάρια από ρωσικές εταιρείες, ανακοίνωσε ότι η ρωσική βιομηχανία θα επενδύσει 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην Κούβα έως το 2030, ειδικά για τη βελτίωση του ηλεκτρικού δικτύου της χώρας και της αγροτικής παραγωγής.
Ο Τσερνισένκο δεσμεύτηκε επίσης ότι οι Ρώσοι θα αναζωογονήσουν τον ασθενικό τουριστικό κλάδο της Κούβας, ο οποίος δεν έχει ανακάμψει από την πανδημία COVID-19 και από την απαγόρευση που εξέδωσε το 2019 η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, σύμφωνα με την οποία τα αμερικανικά κρουαζιερόπλοια δεν μπορούσαν να επισκέπτονται το νησί. Από την κορύφωση του 2018, με 4,7 εκατομμύρια τουρίστες, μόλις 2,2 εκατομμύρια επισκέφθηκαν την Κούβα το 2024, σύμφωνα με στοιχεία του κουβανικού καθεστώτος και του κλάδου.
Ο αριθμός των Ρώσων τουριστών, ωστόσο, αυξήθηκε από λιγότερους από 55.000 το 2022 σε σχεδόν 185.000 το 2023. Ο Τσερνισένκο είχε δηλώσει ότι περισσότεροι από 200.000 Ρώσοι θα κλείσουν πτήσεις για την Αβάνα το 2025 και ότι ο αριθμός τους θα αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.
Στις 8 Οκτωβρίου 2025, η Ρωσία και η Κούβα επικύρωσαν επίσημα την πιο πρόσφατη από τις αμυντικές συμφωνίες τους. Παρότι δεν αποτελεί τυπικό μέρος της συμφωνίας, σύμφωνα με τη συνέλευση Assembly of the Cuban Resistance με έδρα το Μαϊάμι, τουλάχιστον 20.000 Κουβανοί έχουν ενταχθεί στον ρωσικό στρατό από το 2022.
Επιφυλακτική η Κίνα
Η Κίνα είναι ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Κούβας από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και ο μεγαλύτερος την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με το Trading Economics, το οποίο υπολογίζει ότι το κινεζο-κουβανικό εμπόριο ξεπέρασε τα 1,1 δισεκατομμύρια δολάρια το 2022.
Η Κούβα συμμετέχει στην Πρωτοβουλία «Μια ζώνη, ένας δρόμος» από το 2016. Η Nuctech Co., που επιδοτείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), έχει σύμβαση με το καθεστώς της Αβάνας για τη λειτουργία των κουβανικών αεροδρομίων και λιμανιών, καθώς και για την τελωνειακή επιτήρηση. Κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων οι Huawei και ZTE, που έχουν αποκλειστεί από τις ΗΠΑ, διαχειρίζονται τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές του νησιού. Το 2024 καθιερώθηκαν απευθείας πτήσεις μεταξύ Κίνας και Κούβας και 27.000 Κινέζοι επισκέφθηκαν το νησί.
Η Κίνα, ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές πετρελαίου της Βενεζουέλας, δεν έχει πετρέλαιο να προσφέρει στην Κούβα. Ωστόσο, κρατικά υποστηριζόμενες εταιρείες χρηματοδοτούν 94 έργα ηλιακής ηλεκτροπαραγωγής που, έως το 2028, θα μπορούσαν να παρέχουν αρκετή ηλεκτρική ενέργεια ώστε να καλύπτουν σχεδόν τα δύο τρίτα της ζήτησης ισχύος της Κούβας.
Από το 1999, κυκλοφορούν φήμες ότι ο στρατός του ΚΚΚ δραστηριοποιείται στην Κούβα. Η Κίνα λειτουργεί τέσσερις εγκαταστάσεις συλλογής σημάτων πληροφοριών στο νησί, σε απόσταση μικρότερη των 90 μιλίων από τη Φλόριντα. Αυτές είναι αφ’ ενός το Bejucal, η πρώην σοβιετική πυραυλική βάση που πυροδότησε την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962, καθώς και εγκαταστάσεις στις περιοχές Wajay, Calabazar και El Salao, σύμφωνα με το Center for Strategic and International Studies (Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών).
Οι εγκαταστάσεις του ΚΚΚ παρακολουθούν είκοσι ευαίσθητες αμερικανικές στρατιωτικές και τεχνολογικές τοποθεσίες, όπως κατέθεσε στο Κογκρέσο το 2025 ο Ράιαν Μπεργκ (Ryan Berg), διευθυντής του Προγράμματος Αμερικανικής Ηπείρου στο Center for Strategic and International Studies.

Η Κίνα, η οποία έχει επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο το παλαιάς κοπής κομμουνιστικό καθεστώς της Αβάνας διοικεί την οικονομία του νησιού και έχει προτείνει μεταρρυθμίσεις που επιτρέπουν περισσότερη ιδιωτική ιδιοκτησία, έχει μεν εκδώσει τυπικές καταδίκες των αμερικανικών ενεργειών στη Βενεζουέλα, αλλά, κατά τα άλλα, έχει πει ή κάνει ελάχιστα.
Η Κίνα έχει καταστεί η μεγαλύτερη πηγή επενδύσεων σε υποδομές στη Νότια Αμερική και ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ηπείρου, αυξάνοντας το εμπόριο από 18 δισεκατομμύρια δολάρια το 2002 σε 450 δισεκατομμύρια δολάρια το 2022. Σε ανάλυση που δημοσιεύτηκε στις 12 Ιανουαρίου, ο Μπεργκ αναφέρει ότι είναι σαφές πως «η κυβέρνηση Τραμπ ελπίζει να ηγηθεί της μείωσης της κινεζικής επιρροής στο Δυτικό Ημισφαίριο», ειδικά στη Βενεζουέλα, τη Νικαράγουα και την Κούβα.
Όπως σημείωσε, η Κίνα θα συνεχίσει να προωθεί την πολύπλευρη, μακροπρόθεσμη στρατηγική της στο Δυτικό Ημισφαίριο, αξιοποιώντας τα γνώριμα οικονομικά εργαλεία της για να ανοίγει πόρτες, και ότι αυτό δεν θα αλλάξει, καθώς το Πεκίνο έχει πάρα πολλά συμφέροντα στην περιοχή. Ωστόσο, παρατήρησε ότι το Πεκίνο θα πρέπει να αναπροσαρμόσει την προσέγγισή του και να σκεφτεί πιο προσεκτικά τις «κόκκινες γραμμές» των ΗΠΑ και το πόσο θέλει να στηρίξει άλλα καθεστώτα της περιοχής που βρίσκονται υπό πίεση.
Του John Haughey








